Μάρκος Μέσκος, Δύο ποιήματα

Felix Nussbaum, Hall of Classical Antiques, 1930

Felix Nussbaum, Hall of Classical Antiques, 1930

ΦΥΛΛΑ

Πόσα μηνύματα λάβατε πόσα στείλατε;
Περπατούνε τα φύλλα με φως και σκιά τάματα του αέρα

μάταια και προδομένα. Δεν τα σώζουν όλες οι αγαθοεργίες

του κόσμου ας πούμε ένα ποτήρι κρύο νερό ένας χορός

ένας γάμος μια συνέλευση αυστηρή στα περίεργα χρόνια

χτες — οι κρεμασμένοι αιωρούνται συχνά αλλά αυτούς
λησμόνησε τους, θάψτε τους επιτέλους. Τί λέγαμε λοιπόν

για τʼ άνθη τους καρπούς τα φύλλα στα κατάρτια των δέντρων

μια ψυχούλα σβήνει ένα φύσημα λαμπερό και πάνε και πάνε

ταξίδια χωρίς προορισμό ας όψεται ο Βοριάς και ο χτικιάρης

Νότος πού κιτρινίζει την προδοσία (πρώιμη και φαρμακερή).
Φύλλα πλημμύρες, στρουθία στάλες στον ουρανό, ελάχιστες σάρκες

πετούν χάνοντας το βάρος της ομορφιάς της μοναξιάς ποιος

ξέρει; Στο μονάκριβο πόδι η χαρά τους όσο διαρκεί αεροδρομούν

επί των επάλξεων και σιωπηλά αιωνίως στα στρωσίδια

των τάφων. Θρύμματα μόσκου καθώς αντιστέκεται ή σκόνη. Όμως
φύλλα• χιλιάδες μπαϊράκια τα κρασάτα οι ώχρες τα πορτοκαλιά

να τα μνημονεύσουμε. Ακόμα και τʼ αειθαλή πού ψεύδονται συνεχώς.

Άνεμοι φθινοπωρινοί αγιάζι του πάγου τα μοιρολόγια τους

μα θα ξανάρθουν τα φύλλα, το λένε οι απρόβλεπτοι οιωνοί

της παμπάλαιας τάξης. προπαντός τα φύλλα της πικροδάφνης.

***

ΙΧΝΗ

Την άλλη μέρα χάνονται σιωπηλά τα σημάδια

στιγμές – στιγμές παίρνει σημασία το δρομάκι που στρίβει

αθέατο αθόρυβο χαμένο το νερό μέσα στο χώμα

σκιές πουλιών περαστικών η γλώσσα πάει αλλού το αίσθημα μένει

τέλος η βλέπουσα σιωπή τον νικητήριο επίλογο τον άδικο.
Σκόνη• χάδι του ανέμου γυρίζουν τα μυστήρια στην ερημιά

χορός φαντασμάτων στους ανώνυμους τάφους πηχτό σκοτάδι

μια ζωή ανταμώνουν οι γυναίκες στο ταχυδρομείο της ξενιτιάς

σταυροδρόμι και παντομίμα μουγγή έσχατη παρηγορία

ψυχές περνώντας το γεφύρι της νύφης χάφτουν οι δράκοι
πώς να πιστέψω τίς μεταμορφώσεις ήρθες θα φύγεις

κακήν κακώς ένοχα βράδια χαράματα αλαζονικά

και γλυκύτατα στην αντίφαση κεντημένα ποια νάναι ολάκερη η αλήθεια

τι άλλο άραγε μένει (δεν ζει κι ο παππούς να ρωτήσω

μόνον ή λέξη καρναφίλι ξεμύτιζε ευωδιάζοντας) — τίποτε άλλο.

*Από τη συλλογή “Χαιρετισμοί” (1995).

Leave a comment