Βαθιά κοιτάζω
το σημείο μου
μια τρύπα άδεια
πέφτω μέσα
χαράζω λίγο
τα τοιχώματα
βρίσκω τη λάσπη
τη μαζεύω
ένας σωρός
μπροστά μου πάντα
πατώ
βουλιάζω
ο όγκος δε μετρά
τι έντομο
τι βούβαλος
στο βούρκο.
‘*Από τη συλλογη “Οι μέρες που ήμασταν άγριοι’, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012.
