Μαρία Σερβάκη, από τον “Οδοιπόρο”

Δεν είναι εδώ κανείς. Δε ζει εδώ κανείς, Ή μήπως είναι
υπάρχουν σαν και μένα, όμοια μου, γύρω μου, που αναπνέουν,
κινούνται, κυκλοφορούν, με βλέπουν, με αισθάνονται, μ’ αγγί-
ζουν, με παρακολουθούν… και δεν το ξέρω…

Βρίσκομαι στο κέντρο μιας χρονικής στιγμής… και δεν το ξέρω

Στη χώρα αυτή που δεν είναι πια η πατρίδα μας
Μην ξεχαστείς άλλαξε δρόμο

Άνθρωποι θάβουν ανθρώπους
Στροβιλίζονται στροβιλίζονται οι δερβίσηδες λυγμοί

Χα! ποιος γελάει μέσα στο πιθάρι;
Το πιθάρι το πιθάρι
Ποιος γελάει;
Το κακόμοιρο το γέλιο
Σκάζοντας μέσα σε τόσους ενταφιασμούς
Μια καυκαλήθρα

Γη μου ω γη μου γη μου
Στη χώρα αυτή
Ωτακουστώ… ωτακουστώ τι; ποιος;
Και πάλι ω, γη μου
Διασχίζοντας ουράνιες ερημιές
Ο υποχθόνιος ο πέρα από τις στάχτες
Ωτακουστώ

Καθώς που τρίζει μεταξένια ανασαιμιά στις παρυφές του ύπνου
υπονομεύοντας

Στη χώρα αυτή που δεν είναι πια η πατρίδα μας. Αιώνες αιώνες

Πριν; Μετά;

Οι ανθρώπινες ζωές μετρούσαν λες προνύμφες βρικολάκων
Σπέρνοντας ασχήμια αλγεινή
-Υβρίδια βρικολάκων Είπε τότε ο Οδοιπόρος κι ήταν
Σα νά’ χε πέσει ξάφνου απάνω τους η μουγγαμάρα του θανάτου
-Ζω σ’ένα τρύπιο σώμα; κάποιος φώναξε
Κι Ο άλλος με τους νεκρούς σεντουκιασμένους στα ηχηρά
μαυσωλεία
Με τους αεικίνητους νεκρούς χορευτές και ξανά χορευτές
Απελευθερώνοντας τις ιαχές των τάφων και τα κοφτερά συντρίμμια
Των αποθαμένων

Αιώνες αιώνες πριν; μετά;
Τί στραφταλίζει στα σκοτάδια;

Και ιδού οι εκατόμβες των αθώων – τα φτερωτά τα ερπετά
τα δίποδα
Οι λαμπερές αιμόφυρτες προβιές των θηρευτών των θηραμάτων
παχύδερμα και τρωκτικά
Ιδού το έργο σου Άρχοντα των σφαγιασμένων
Θηρευτή αχόρταγων συνδυασμών
Ω εσύ Παγκόσμιε Φονιά Νυμφίε του Θανάτου

Κάπου κάποια παιδιά παιδόπουλα τρέχουν τρέχουν προς τις φλόγες
Και τότε ο Οδοιπόρος: πώς έτσι ξαφνικά ήρθε ειρήνη στην ψυχή μου
Ειρήνη και κλάμα μαζί… Και όπως τότε άνοιξε η πόρτα -κείνη
η πορτίτσα η στενή-
κι είδε μπροστά του όλεθρο

Είχαν κι όλας σαλπάρει οι σύντροφοι μέσα στις στάχτες
και τους οιωνούς

*”Ο οδοιπόρος”, Εκδόσεις “Εκάτη”, Αθήνα 2013.

Leave a comment