Πάνος Ιωαννίδης, Τρία ποιήματα

Dark_Forest

Καμουφλάζ


Σημασία δεν έχει να κάνεις εικόνες με νόημα

αλλά να δίνεις νόημα στις εικόνες είπε ο δάσκαλος

Άρα δηλώνω εγώ ο μαθητής

το ζήτημα είναι να προσφέρεις νόημα στις λέξεις


Αν είσαι ποιητής

Δεν θα στο πούνε τα αστέρια ή οι θάλασσες

Δεν θα το μάθεις από την τσούπρα που σε έριξε ψάχνοντας

κάτι διαφορετικό με συνηθισμένο τρόπο

Δεν θα το κρίνει ο πνευματικός σου νταβατζής



Θα σε νοιώσει μια νοικοκυρά

ανακατεύοντας τη βραδινή μακαρονάδα ψάχνοντας

να ρίξει στην σάλτσα όσα δεν έζησε

Θα σου κάνει χειραψία με το βλέμμα της ήττας

ο οδηγός του πρωινού απορριμματοφόρου που

έμαθε να συλλέγει τα πιο άχρηστα διαμάντια

Ίσως σε αγκαλιάσει ο σκίουρος

με ειδικότητα στο ροκάνισμα του ξυπνητηριού

Ή σε φιλήσει η δεκαοχτούρα που ενστικτωδώς

είθισται στο να κυκλώνει τον πόνο με το τραγούδι της


Αν έχεις παρόμοιες ψευδαισθήσεις

φρόντισε να μάθεις να κρύβεσαι καλά καθώς


η ποίηση μαγνητίζει όσο τίποτε άλλο τα κενά




***

Βιολοντσέλο


τα μεσημέρια της Κυριακής είναι άβατα δάση

σπαρμένα από πυκνό βαμβάκι του κλεμμένου χρόνου

μόνον τότε μπορούν να σμίξουν

μακριά από διακριτικά βλέμματα

ο Μάνος Σιμωνίδης και η Έμμα Μποβαρύ

σε κάποιο ξεχασμένο από τα δόντια της αντιπαροχής

αρχοντικό της ανεπανάληπτης οδού Ρήγα Φεραίου

που κλείνει

τις ρωγμές των Επτά Πύργων με τα δάκρυα της Καυκάσου



όλα είναι ήρεμα εκείνη την ώρα



οι απόγονοι της εσωτερικής μετανάστευσης

κοιμούνται ήσυχοι μέσα σε καλοδιατηρημένα κλουβιά

τα τροχοφόρα αφήνουν καρδιές στα σοκάκια της Άνω Πόλης

και οι ποιητές καταπίνουν στίχους

νοιώθοντας τα ρίγη της ολότητας


αφού αγαπηθούν οι δυο μοναχικοί εραστές

συζητάνε βροχή στην πόλη ήλιο στις σπηλιές

την ώρα που η Ρήγα Φεραίου τραβάει πάνω της

τα όνειρα της επόμενης βδομάδας

αυταπάτες  ύστερων καιρών που σύντομα

θα μεταμορφώσουν ατελείς πράξεις σε επιλεκτικές θύμησες


τα πρώτα φώτα του απογέματος τους

θυμίζουν τον τρόμο του κενού


***


σταυροβελονιά


κάθε καρδιά κρύβει μέσα της βελόνες

κάποιες τις έμπηξαν στα σπλάχνα της

άλλες καρδιές

κάποιες τις φυλάει για όταν έρθει η σειρά της



πέρα από τα τσιμπήματα

οι βελόνες κάνουν άλλα πολλά

φωτίζουν σκοτάδια ενώνουν μορφές

προκαλούν την έρευνα



τα χνάρια τους στα πονεμένα δάκτυλα

κοινωνούν οδύνη μοιράζουν ηδονή



δεν είναι άλλωστε τυχαίο που

οι μοδίστρες πλάσματα μυστηριακά μα μοναδικά

απλώνουν πάνω στα αφράτα κορμιά τους

ολόκληρες διαδρομές από βελόνες

καθότι νοιώθουν πως οι καρδιές

χτυπούν ομορφότερα όταν γνωρίζουν



πως πρόκειται σύντομα να τσιμπηθούν

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Πάνου Ιωαννίδη “Noir Λογοτεχνία (Το Μελάνι στο Νερό)” στο http://negraliteratura.blogspot.gr

Leave a comment