Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Δύο ποιήματα

12717898_10208005496111819_5532152292839618015_n

περιμένοντας τον ουρανό

Στο κέντρο της μαύρης τούτης τρύπας
βλέπεις το σκοτάδι γύρω σου να μεγαλώνει.
Το σκοτάδι, ένα σαρκοβόρο κτήνος
που πνίγει σβέρκους στο πέρασμά του.
Εσύ τρέμεις απ’ το κρύο
και περιμένεις μοναχά τον ουρανό,
νιώθεις σαν τον στρατιώτη τον ξεγυμνωμένο
που δεν πρόλαβε ν’ αφήσει το βυζί της μάνας
και τόνε ρίξανε στη μάχη σαν τσουβάλι.
Οι σφαίρες τρυπούν τα κούφια κόκαλά σου,
οι λόγχες γυρνούν μες στις πληγές
που είχες από γεννησιμιού.
Πόλεμος! κραυγάζεις
αλλά κανείς δεν σ΄ ακούει,
όχι γιατί ‘ναι όλοι πεθαμένοι
μα γιατί απ’ το σκοτάδι δεν τη γλυτώνει
ούτε κι εκείνο το θαύμα ο ήχος.

Και τώρα που γίναν όλα νύχτα,
πάει, λες, το χάσαμε το παιχνίδι.
Και φοβάσαι,
φοβάσαι τον φόβο περισσότερο,
Δεν φοβάσαι τον ουρανό,
αυτός παρηγοριά μεγάλη.
Άντε να πέσει, να τελειώνουμε.

***

ο ξεχασμένος

Οι νεκροί τριγύριζαν στους δρόμους
και μάζευαν ζωντανούς μέσα στις τσέπες τους.
Αμέτρητοι,
κρέμονταν και στα φανάρια,
τόσους αιώνες είχαν βαρεθεί τους ίδιους
και τους ίδιους.

Ένα παιδί με ανοιχτό κεφάλι
-θα πέθανε από τρίτου βαθμού ονειροβασία-
μ’ έδειξε στη μητέρα του με το δάχτυλο,
ένα μαύρο φαγωμένο νύχι όλο.
Εγώ τίποτα,
τη χολή μου έπινα ήσυχος
στο φαρμακοπωλείο της οδού Χ
και τίναζα τ΄ αποκαΐδια της ζωής απ’ τον γιακά.

Αυτή τον φόρτωσε στην πλάτη της,
Παιδί μου, λάθος κάνεις, του είπε
και μπήκαν στο πλήθος των νεκρών
που κλαίγοντας πλημμύριζαν τη Σταδίου.
Αυτός από χρόνια είναι δικός μας.

*Από τη συλλογή ‘Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, Εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα 2012. Η φωτοραφία της ανάρτησης είναι το εξώφυλλο της δεύτερης έκδοσης της συλλογής από τις Εκδόσεις “Μελάνι”.

Leave a comment