«Στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα / είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς…»

αανι

«Η τέχνη και η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:

η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε

να πεθάνουμε»


Ν. Εγγονόπουλος

ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Τι είναι ποίηση και γιατί γράφουμε ποίηση; Σύμφωνα με τον Γάλλο ποιητή Πωλ Βαλερύ, «Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, τότε δεν θα τραγούδαγε». Το ίδιο μπορεί να λεχθεί ότι ισχύει με τον ποιητή και την ποίηση. Δηλαδή, αν ένας ποιητής μπορούσε να πει με ακρίβεια τι γράφει, γιατί γράφει και τι είναι αυτό που τον κάνει να γράφει, τότε απλούστατα δεν θα έγραφε.

βαλερλι

Ο αείμνηστος, λαμπρός ποιητής μας, Γιώργης Παυλόπουλος, είχε πει σχετικά μ’ αυτό το θέμα σε μια δημόσια ομιλία του:
«Κι εγώ τώρα δεν ξέρω να σας πω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω να σας πω σε τι μας βοηθάει η Ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της. Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Ποιητής ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει η Ζωή, είτε τον πάει στον Ουρανό, είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της. Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή. Όπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους. Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ερωτική; Ή μήπως πράξη απόγνωσης; Ή μήπως και τα δυο; Πράξη ερωτική και συνάμα πράξη απόγνωσης. Για την ποιητική πράξη έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα. Και από τους ίδιους τους τεχνίτες και από τους θεωρητικούς. Πολές φορές οι Ποιητές προσπάθησαν να διατυπώσουν τον ανύπαρκτο ορισμό της Ποίησης, σαν να κοίταζαν σ’ έναν καθρέφτη όπου δεν έβλεπαν το πρόσωπό τους, αλλά το απόλυτο κενό. Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος όπως ανεξάντλητες είναι οι άπειρες αισθήσεις που μας υποβάλλει η Ποίηση. Θα σταματήσω εδώ. Και θα τον κλείσω με μία φράση του Πεσόα: “Ο άνεμος φυσάει / έτσι όπως τον άκουσε ο Όμηρος / ακόμα κι αν δεν υπήρξε ποτέ”».

ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ 1

Γιατί όμως ο περισσότερος κόσμος δεν διαβάζει ποίηση; Πολλοί άνθρωποι προβάλλουν ως αιτιολογία τη δυσκολία κατανόησής της. Αυτό βέβαια αληθεύει ως ένα μεγάλο βαθμό, αλλά όχι απόλυτα. Αυτή η αιτιολογία ισχύει, κατ’ αρχήν, διότι η ποίηση είναι το δυσκολότερο απ’ τα λογοτεχνικά είδη. Μπορεί να δίνει την ψευδαίσθηση – λόγω της σύντομης φόρμας της – ότι είναι εύκολο είδος, αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για το πολυπλοκότερο και απαιτητικότερο. Η ποίηση, ωστόσο, δεν είναι κάτι το κυρίως εγκεφαλικό, ούτε και γράφεται για να γίνει κατανοητή, αλλά περισσότερο για να ερεθίσει, να ευαισθητοποιήσει και συγκινήσει. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται ο αναγνώστης να έχει προηγουμένως μυηθεί στην τέχνη και κυρίως στη γλώσσα της ποίησης, μαθαίνοντας τους κωδικούς της. Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν τη λανθασμένη εντύπωση ότι η ποιητική γλώσσα είναι αντίστοιχη της επικοινωνιακής – αυτής δηλαδή που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή για πρακτικούς λόγους. Αυτό βέβαια δεν ισχύει καθόλου. Ο ποιητικός λόγος είναι εντελώς διαφορετικός από τον επικοινωνιακό (προφορικό και γραπτό) και λειτουργεί σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο και με διαφορετικό τρόπο – ασχέτως αν χρησιμοποιείται η ίδια γλώσσα. Θέλω να πω ότι η γλώσσα της ποίησης – σε επικοινωνιακό επίπεδο – λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο όπως και η εκμάθηση μιας άγνωστης, ξένης γλώσσας. Για να μάθουμε τη γλώσσα της ποίησης και να εξοικειωθούμε μαζί της χρειάζεται – όπως και για την εκμάθηση οποιασδήποτε άλλης γλώσσας – ιδιαίτερη αγάπη, ζήλος, υπομονή και προπαιδεία. Κάτι που ισχύει για όλες τις τέχνες: τη μουσική, τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο κτλ. Απ’ αυτή την άποψη η ποίηση – η έντεχνη εννοώ, γιατί υπάρχει και η απλούστερη, η λαϊκή, π.χ. τα δημοτικά τραγούδια – πάντα ήταν για τους μυημένους, τους λίγους, που ξέρουν και μπορούν να την αισθανθούν, εκτιμήσουν και απολαύσουν. Το ευτύχημα είναι ότι στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του ’60 κι εντεύθεν, οι μεγάλοι και δύσκολοι έντεχνοι ποιητές μας κατάφεραν να γίνουν ευκολότερα προσιτοί και να έρθουν πλησιέστερα στο λαό, χάριν κάποιων σημαντικών μουσικοσυνθετών (όπως τους Μίκη Θεοδωράκη, Μάνο Χατζιδάκι, Γιάννη Μαρκόπουλο και άλλους) οι οποίοι μελοποίησαν επιτυχώς κάποια αριστουργήματα της ελληνικής ποίησης (όπως το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου και άλλα) κάνοντάς τα κτήμα των μαζών που τ’ αγκάλιασαν και τ’ αγάπησαν.

Η πατρίδα μας ανέκαθεν πρωτοπορούσε στον ποιητικό χώρο, εξαιτίας της μεγάλης παράδοσής της – από την αρχαιότητα έως σήμερα – γι’ αυτό όλο και περισσότεροι άνθρωποι γράφουν και διαβάζουν ποίηση, κι αυτό είναι παρήγορο για μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα. Δεν ήταν δε καθόλου τυχαίο που τα δύο Νόμπελ που αξιώθηκε να πάρει η χώρα μας ήταν στην κατηγορία της ποίησης και όχι στην πεζογραφία, αφού η Ελλάδα ποτέ δεν είχε παράδοση στο μυθιστόρημα. Πέραν όμως και απ’ τα Νόμπελ, έχουμε έναν ποιητή-ογκόλιθο – και μάλιστα της διασποράς – ο οποίος θεωρείται απ’ τους κορυφαίους παγκοσμίως, καθώς διαβάζεται και μελετάται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου. Αναφέρομαι φυσικά στον αλεξανδρινό Κ.Π. Καβάφη.

καωαφισ

Πρέπει να προσθέσω ότι η ποίηση ανέκαθεν αποτελούσε πηγή έμπνευσης και επιρροής για τους περισσότερους πεζογράφους, Έλληνες και ξένους, είτε ασχολήθηκαν μαζί της είτε όχι. Αυτό καταδεικνύει πόσο ουσιώδες είναι αυτό το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας γενικότερα. Γι’ αυτό και φρονώ ότι όσο υπάρχει άνθρωπος θα συνεχίσει να υπάρχει και ποίηση, για να επιβεβαιώνει την πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης – το γεγονός, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει ποτέ ρομπότ.

Τέλος, θεωρώ σκόπιμο να ολοκληρώσω όπως περίπου άρχισα: Δηλαδή, μ’ ένα εμβληματικό ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου, με τίτλο «Τα Αντικλείδια», με το οποίο – μέσω πάντα της ποιητικής τέχνης – επιχειρεί να εξιχνιάσει το αιώνιο μυστήριο της Ποίησης, μ’ ένα εντελώς προσωπικό και γοητευτικό τρόπο: «Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή. / Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν / τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί / κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι / και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν. / Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς / δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί. / Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη / και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια / γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν. / Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν. / Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ / για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος. / Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος / είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης».

pessoa

Υ.Γ 1.: Είναι κρίμα που η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης αμαυρώθηκε, δυστυχώς, από δύο πρόσφατα βάρβαρα περιστατικά: Πρώτον, τη δολοφονία του επιφανούς Σύρου ποιητή Μπασίρ Αλ Αανί, από το ισλαμικό κράτος. (Ο 55χρονος Σύρος ποιητής και ο γιος του Εγιάς είχαν συλληφθεί πριν από επτά μήνες μαζί με 100 ακόμα συμπολίτες τους, στην προσπάθειά τους να διαφύγουν από την πόλη Ντέιρ Αλ Ζουρ στην ανατολική Συρία, σύμφωνα με το συριακό πρακτορείο ειδήσεων SANA, η οποία παραμένει ακόμα υπό τον έλεγχο του συριακού καθεστώτος και πολιορκείται από τους τζιχαντιστές. Ο Αανί και ο γιος του δολοφονήθηκαν, κατηγορούμενοι για «αποστασία», όπως δήλωσαν συγγενείς τους σε διεθνή δίκτυα, είχαν μάλιστα επιστρέψει στην Ντέιρ Αλ Ζουρ προκειμένου να θάψουν τη σύζυγο του ποιητή, η οποία πέθανε σε νοσομείο της Δαμασκού μετά από ασθένεια. Ο Αανί ήταν γνωστός για την εναντίωσή του στη διακυβέρνηση των Άσαντ, τόσο πριν όσο και μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Συρία). Δεύτερον, την καταδίκη σε θάνατο, από το σαουδαραβικό καθεστώς, του Παλαιστίνιου ποιητή Άσραφ Φαγιάντ. (Ο ποιητής καταδικάστηκε για αποκήρυξη του Ισλάμ, τόσο εξαιτίας στίχων του όσο και γιατί προσπάθησε να ανακοινώσει μέσω Διαδικτύου σχετικά με τις συνθήκες που αφορούν στα ανθρώπινα δικαιώματα).

Η Εταιρεία Συγγραφέων της Ελλάδας, αναφερόμενη στα παραπάνω περιστατικά, σε επίσημη ανακοίνωσή της επισημαίνει: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, “πνευματικό τέκνο” της ελληνικής Εταιρείας Συγγραφέων, βρίσκει την ποίηση τραυματισμένη και τον κόσμο σκοτεινιασμένο από κρίσεις, πολέμους και θρησκευτικούς φανατισμούς. […] Όταν, το 1998, η Εταιρεία Συγγραφέων πρότεινε τη δημιουργία μιας παγκόσμιας ημέρας ποίησης, πρόταση την οποία αποδέχτηκε αργότερα η UNESCO καθιερώνοντας αυτόν τον ετήσιο εορτασμό, οι Έλληνες συγγραφείς οραματίζονταν ένα μέλλον πιο φωτεινό και πιο ποιητικό». Και η ανακοίνωση καταλήγει: «“Οι νέοι ναζί του ISIS σκότωσαν τον Μπασίρ Αλ Αανί, αλλά δεν μπορούν να σκοτώσουν την ποίηση”» έγραψε ο δημοσιογράφος Γουαέλ Σαγουάχ αποχαιρετώντας τον φίλο του Μπασίρ Αλ Αανί […]». Και η Εταιρεία Συγγραφέων, αφού χρησιμοποιεί ως προμετωπίδα στην ανακοίνωσή της το πεντάστιχο του Νίκου Εγγονόπουλου («μα επί τέλους! πια ο καθένας γνωρίζει πως / από καιρό τώρα / – και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα – / είθισται / να δολοφονούν τους ποιητάς»), ολοκληρώνει το μήνυμά της τονίζοντας: «Είμαστε εδώ για να υπερασπιστούμε την ποίηση: την ποίηση όσο ακόμα μπορεί να αποτελεί έναν επιπλέον ορισμό της ελευθερίας».

Υ.Γ.: Πάντως είναι παρήγορο που, εις πείσμα των πολλαπλών, μεγάλων αδιεξόδων και της ζοφερής ατμόσφαιρας στην Ελλάδα, η Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε φέτος με μεγάλη λαμπρότητα, ενθουσιασμό και πυκνή συμμετοχή λαού που απόλαυσε τη διαχρονική μαγεία της ποιητικής τέχνης, έξω από το εμβληματικό κτίριο της Λυρικής Σκηνής στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου στην Αθήνα.

(Σημ.: Το μεγαλύτερο μέρος του παραπάνω άρθρου παρουσιάστηκε υπό μορφήν συνέντευξης που παραχωρήθηκε στον Δημήτρη Καμετόπουλο του ελληνόφωνου προγράμματος της κρατικής Ραδιοφωνίας SBS, στις 21.3.2016, επ’ ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης).
*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής), θεωρητικός και κριτικός Λογοτεχνίας, και συγγραφέας. Ζει και αεργάζεται στη Μελβούρνη. Αρθρογραφεί σε αθηναϊκές εφημερίδες και είναι βιβλιοκριτικός σε λογοτεχνικά περιοδικά. Πρόσφατο βιβλίο του είναι η βιογραφία: «Βασίλης Βασιλικός: Τα Αμαρτύρητα» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Leave a comment