Τρεις μολυβιές δυο χαρακιές και κύκλο
κλείσανε σήμερα
τα σύρματα του ηλεκτρισμού
πουλιά γινήκαν δάκτυλα
και στα μαλλιά οι τυφώνες σαν σκιάχτρο
αφορισμού
δεν είδαν τίποτε
σιμά δεν στάθηκε κανένας στα ρόδα
βρεθήκανε στη ζάλη
στο μεθύσι
θαμώνες βιαστικοί
και τρίκλιζαν στα πέταλα του φου*
η ανάσα της αυγής
τον άδειο τόπο γύριζε να δει
καν δεν ξεχώρισαν το αγιάζι
ούτε το φως που χάραζε
πρόφτασαν μόνο γκάζι
σ’ ένα βουνό σιδερικά
κι ήτανε ακόμα τόσο όμορφο
κι αυτό ακόμα της ζωής το νάζι
που δεν το πρόσεξαν ούτε αυτό
*του φωτός, Κυπρ.
**Από τη συλλογή “Ποιος θώωσε την αυγή;”.
