Βουβό
Κι ύστερα δε μιλάμε πια για όσα μας πονάνε
χέρια αδειανά, τα μουδιασμένα χέρια,
κι οι ζωές μας που μακραίνουν ολοένα
σα μια κουβέντα μισακή πια να ‘ναι
Κι ύστερα δε γρικά το λυπημένο φέγγος
μιας πανσελήνου που δε μπόρεσε να γένει
όσο η καρδιά της πόθησε στο φως λουσμένη
μήτε σε άγριους καιρούς μήτε σε θέρος
Ένα φεγγάρι λυπημένο
η στασιά μας
Ένα μαχαίρι σκουριασμένο
τα δεσμά μας
Δυο τριαντάφυλλα βρήκα νεκρά
στη λιόστρωτη αυλή μας
κι είχαν νερό
είχαν καιρό
Δυο τριαντάφυλλα πεθάναν στην αυλή μας
***
Άπτερος Μοίρα
Το μοναχό το νυχτοπούλι
Θ’ αφήσει τον καημό του να μουλιάσει
Κουρνιάζοντας μέσα στο πένθιμο φως της σελήνης
Μέσα στ’ αχρονολόγητο θρόισμα των σημύδων
Μέχρι που όλοι οι αγύρτες να εκπέσουν
Μέχρι που οι αθώοι όλοι να δούνε
Ότι η ζωή υπολείπεται ακατάβλητη
Μια κυματοειδής γραμμή των τάφρων
Που βρίσκεται σε πνιγηρά υγρή αναμονή
Των τελευταίων, αυτών που είναι καθάριοι
Μ’ αυτά που ξέρω
Εάν τολμώ
Κι αν ξαστοχήσω
Δε με πειράζει – που φτάνω στο μηδέν
Γιατί η βροχερή φωνή ίσως να τραγουδήσει
Κι αυτός ο νυχτοφύλακας να δικαιώσει έτσι
Το μόχθο μου εδώ στο φυλλοβόλο δάσος
Το πέρασμά μου από αυτό τον ξέθωρο καιρό
*Από τη συλλογή “ΑΝ[ΩΝ]ΥΜΑ”, εκδ. Δωδώνη, 2010.
