έχει καιρό απόψε
κρατήσου γερά φώναξα
ρίχνω σκοινιά απόψε
άγκυρες κατεβάζω στα βαθιά
τη ζωή να δέσω
στρίβω τιμόνι στο κενό
τεχνάσματα αρνούμαι
κράτα γερά
στα ύφαλα χυμάω
τους βυθούς σαρκάζω
στο τίποτα γελάω
κράτα γερά
η νύχτα είναι στα ανοιχτά
παγωμένος ο αέρας
λογχίζει
μέχρι να ξημερώσει
μέχρι να ξημερώσει
καθρέφτες ρίχνω στο νερό
σκοτάδι έχασα να βρω
ψάχνω
κι αυτό πού όνομα δεν έχει
τρομαγμένο σπαρταρά
στην άκρη του καιρού
***
γερνάνε πιο γρήγορα
γερνάνε πιο γρήγορα
τις νύχτες οι άνθρωποι
τα χέρια τους μακραίνουν
σ’ αυτές τις ατέλειωτες χειραψίες
πόσους νεκρούς ξεπροβοδίζουν;
κάποτε
η νύχτα μού δάνεισε
βιβλία σελίδες από δέρμα
ράκη ανθρώπινα
έτσι ξεφύλλιζα απελπισία
σταγόνες αίμα στα δάχτυλα
πόδια, χέρια, μάτια στο χώμα
γύριζα στο χρόνο
με λάμπα θυέλλης
κρύφτηκα, πλύθηκα, έφτυσα
η μνήμη κυλάει
ακόμη δεν έχει σταματήσει
πέτρες ξεκολλάνε
γκρεμίζονται
μέσα στη λύπη διπλώνω
τη γλώσσα μου
τρώω σάρκα σιωπής
στη μέρα πού κουτσαίνει
κλείνω το μάτι
***
δίχως τέλος
άρχισε να βρέχει
δίχως τέλος
έσταζε ο χρόνος
πρόσωπα ληστών και αγίων
μάτια τυφλών
που φυλάκισαν την αθωότητα
για πάντα
κραυγές χαμένων από λάθος
στα σκοτάδια
έβρεχε λάσπη
κι άλλα τέτοια αντικείμενα
*Από τη συλλογή ”Ίχνη”, διαδικτυακή έκδοση Ενδυμίων, 2014.

Reblogged this on Manolis.