Ένα μυστικό μέσα απ’ τα βάθη των αιώνων ακούστηκε
καθώς η γαλήνη της κάμαρας πισώπλατα μας άγγιζε,
χρόνια νεκροί στο ημίφως της Ιστορίας
με σβησμένα τα χνάρια της επιστροφής
κινήσαμε να προσεγγίσουμε τις αντίθετες δυνάμεις
που κυβερνούν τον κόσμο·
έμπειροι θηριοδαμαστές νωχελικών ωρών
πίνοντας τ’ αποτσίγαρα της μοναξιάς
κι ούτε ένας εθελοντής να σηκώσει τα πανιά στο πέλαγος
μονάχα πεδία πολέμου διακρίνονται
βαμμένα με το αίμα των αθώων ψυχών.
Αυτά και άλλα πολλά σκεφτήκαμε σήμερα
που μείναμε κολλημένοι στις καρέκλες του δωματίου
ονειρευόμενοι μια χώρα εξωτική
ενώ έξω τα παιδιά αρρώσταιναν με την ασκήμια
του κόσμου
καθώς τα καράβι ετοιμαζόταν να δραπετεύσει απ’ τα νερά
αυτού του λιμανιού, γεμάτο σημαίες και κίτρινα φώτα
πηγαίνοντας ποιος ξέρει πού· μπορεί σ’ εκείνο το νησί
που είχαμε ακούσει μικροί, ίσως στον Πειραιά ή στο χαμό.
Οι καιροί αναδιπλώθηκαν πια
κανείς δεν προχωράει πρώτος, όλοι στην ουρά
ουραγοί και ιδρωμένοι να μη φαίνονται
κι εσύ ήξερες μόνο να ικετεύεις τους δειλούς
σαν τον αυτόμολο που παραδίνεται στον εχθρό
που έχει χάσει τη μάχη· κι οι νικητές είναι πολλοί
κι οι ψυχές χωρίς σωτηρία, ειδικά τις Κυριακές
περισσότερο τ’ απογεύματα μετά το ποδόσφαιρο
που περιπλανιέσαι μόνος στους δρόμους της πόλης
στα καφενεία με τα θολά τζάμια.
Υποψίες περικύκλωσαν τη νύχτα
εκδρομείς επισκέφτηκαν τα χωριά και τις τύψεις
δυο-τρεις φαντάροι ανεβαίνουν το μονοπάτι το χωμάτινο
φωτιές και ήχοι γαντζώνονται στις παλάμες σου
κι όλα αυτά εντελώς φυσιολογικά σαν το χτύπο του ρολογιού
σαν τον καστανά που πριν ήταν λαχειοπώλης·
σημάδια εξαγοράς και προδοσίας
στα χέρια των ληστών η οροφή του κόσμου
στις φευγαλέες μέρες το άρωμα της άνοιξης
ξανά και ξανά μια υπόσχεση που ναυάγησε
στα άδεια ποτάμια, στα πηγάδια, στα τούνελ
κι η πόλη να ερωτεύεται την ασκήμια της
κι οι ωραίοι θνητοί να μην υπάρχουν
μπαίνοντας προς το δύο χιλιάδες, με πόδια ισχνά
με μάτια θαμπά με τις αξίες παραδομένες
στην εύκολη γοητεία κι οι εραστές πνιγμένοι
στην πλεονεξία τους – είναι πια σύγχρονοι.
«Είμαι μοντέρνα» φώναξες Ελένη (μα και ωραία;)
Εγώ πάντως ζω – τίποτ’ άλλο.
*Από τη συλλογή “Ο σκοπευτής της μνήμης”, εκδ. Στοχαστής, 2013 (σελ.27-28).
