Ονειρεύτηκα πως ήσουν ζωντανός, ραίνοντας τις πληγές δυο ατόμων
Τη σφραγίδα στο δέντρο που καρατομεί τη μητέρα.
Το δόγμα μου έχει διαλυθεί στη γλώσσα του νεαρού Πούφεντορφ.
Τον είδα να πεθαίνει σε αρκετές περιστάσεις, τον φίλησα
Με τα χέρια δεμένα στην όιλ διάλεκτο του ταράνδου, δράττοντας πανικούς Νατουραλισμοί, ταβέρνες που πυροδοτούν το άσμα των πρωτοπόρων:
Η αθλιότητα δεν είναι ένα
ιερό μυστήριο.
Ονειρεύτηκα πως έφτιαξες ξανά ψωμί μες στο γκρεμό & πως το μοίραζες
Ανάμεσα σ’ εκείνους που ξεγύμνωσαν την μάρτυρα Καταλίνα ενώ
Πυροβολούσαμε μία βραδεία ανάβαση στους ουρανούς της ακαθαρσίας.
Πόσες έρημοι ταλάντευσαν την ανέγγιχτη ευτυχία μας.
ΙI
Νοσταλγώ τη λιωμένη ουσία απ’ το κερί των παιδιών
Που ονειρεύονταν κεφάλια στην αποτύπωση.
Το πάτημα θα είναι για όλους ίδιο, ξηρό, απελπισμένο.
Κοίμησέ τη προτού μας λείψει να οργώσουμε καρδιές
Στην ιχνογραφία των φανατικών που συγκαλύπτουν την ενάρετη αγάπη.
III
Πλύθηκα σε ύδατα που άπλωναν χέρια σε αγίους
Βάφτισα άλλα κορμιά, στόματα αδελφικά
Φοράδες που στράφηκαν στις επαρχίες, κόρες που ορκίστηκαν να μετατραπούν
Σε σπίτια βαμμένα πράσινα αλλά που ποτέ δεν επέστρεψαν.
Οι πνιγμένοι του Νερέτβα έκαναν έφοδο στο ποίημα:
Δεν έχει τρικυμία στην αγροικία. Δεν υπάρχει αφθονία από καρδιές
Μάκτρα κατευνασμένα. Μένει μόνο ένας γερασμένος αρχειοφύλακας που σκαλίζει
Μες στη γη, που γδέρνεται στις όχθες ενός καθρέφτη.
Σβήνω από την όψη & από τις αναγγελίες
Το ραμμένο αίμα των Λαγίδων.
IV
Σταμάτησα να διδάσκω λογοτεχνία στις κόρες του Πόπλερ γιατί
θέλω να γυρίσω να εγκατασταθώ στη φτωχολογιά. Αγγελολογίες, μήτρες απ’ αυτόν που λιθοβόλησε την αγάπη ηχώντας ξερόκλαδα σε αλσύλλια & διαδρόμους, εκθηλύνοντας ένα γάβγισμα, συννεφιάζοντας λίτρα χρηματιστηριακού ιδρώτα.
Όλες οι τηλεοράσεις της μεγάλης οροσειράς διαλύουν το σύννεφο.
Μαύρες καρδιές από πηλό γκρεμίζονται πάνω στο εθνικό συμπόσιο, μπαλώνουν χαμόγελα επώασης. Αναμεταδίδουν την καθημερινή τελετουργία. Πυροβολισμοί. Η χαίτη του χρηματιστή ξεκολλάει γιατί μένει μόνο μια ζωή στους εχθρούς των σταγόνων της Αμερικής & οι πυρομάντεις μου φωνάζουν δυνατά από το προεδρικό γκαράζ. Μου πετάνε τις σύριγγές τους, τρώνε από το πρόσωπο του πατρός, απ’ το διαβητικό του σώμα αποτελούμενο από Νέον.
Εγώ θα κοιμηθώ στο Λεπροκομείο της Ανατολής γιατί ξέρω πως εκεί, κεκαλυμμένος από τις προσμείξεις των αγγέλων, δεν θα υποφέρουν κατά μόνας τα φαντάσματά μου.
V
Βρέφος με ιερό λείψανο, ακτινοβόλησε στα ξύλα
Τις σημειώσεις σου για την επιγεγραμμένη
Ιερουσαλήμ.
Οι ορφικοί θα σου υπαγορεύσουν τα αινίγματα
Πώς να συλλαμβάνεις τους ενόχους
Ενώ ακονίζεις τη μάχαιρα της εσχάτης Επιφάνειας στη Γη.
Η εικόνα της αναζήτησης είναι υπερβολική:
Σήμερα αποκεφάλισαν το νεαρό μιγά.
Η βραδύτητά του είναι η κατάπτωσή μου.
Ακόμα θυμάμαι με τι ενθουσιασμό έμαθε να ξυρίζεται.
Δάκρυα, ουγγιές που έχουν κοπεί
Στις μυστηριώδεις επαρχίες του δουλεμπορίου.
VI
Γυρίζω στο νησί για να κόψω τα δέντρα
Που προηγούνται αυτού του ποιήματος.
*Ο Μιγκέλ Άνχελ Γκαλίντο (1973) έχει σπουδάσει Φιλοσοφία και κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη Νομική. Έχει εκδώσει σχεδόν 20 βιβλία και έχει βραβευτεί σε διαφορετικά μέρη στην Ισπανία και στη Γαλλία. Ήταν ομιλητής στις 9 εβδομάδες της Ποίησης των Κανάριων Νήσων (Ateneo de La Laguna, 1995, Τενερίφη). Έχει λάβει μέρος σε ανθολογίες που αφορούν στη λογοτεχνία των Κανάριων Νήσων και της Ισπανίας γενικότερα. Μερικά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά για το τμήμα αγγλικών και αμερικάνικων σπουδών του Πανεπιστημίου του Σάλτσμπουργκ και στα ελληνικά για το ηλεκτρονικό περιοδικό «Βακχικόν».
**”Εμφανίσεις”, 2011.
***Μετάφραση: Άτη Σολέρτη.
