Αυτός που έριξε το θάνατο στη Χιροσίμα,
Έσυρε να κλειστεί σε μοναστήρι – χτυπά τα σήμαντρα.
Αυτός που έριξε το θάνατο στη Χιροσίμα,
Περνώντας στο κεφάλι του θηλιά πήδηξε απ΄την καρέκλα.
Κρεμάστηκε.
Αυτός που έριξε το θάνατο στη Χιροσίμα,
Κυλίστηκε στην τρέλα, τις νύχτες
Κάνει πέρα τα στοιχειά που αμέτρητα,
Αναστημένα από τον κουρνιαχτό τον κυνηγούν.
Τίποτα απ΄όλα αυτά δεν είναι αλήθεια.
Μόλις πριν λίγο τον είδα
Στον κήπο του σπιτιού του στα προάστια.
Οι φυτεμένοι φράχτες ήταν ακόμα χαμηλοί κι οι τριανταφυλλιές μια σταλιά –
Δεν μεγαλώνουν τόσο γρήγορα για να μπορέσει κάποιος να κρυφτεί
Στο δάσος της λήθης. Ξεχώριζε
Το γυμνό σπίτι καθαρά,
Η νέα γυναίκα δίπλα του
Με ρούχο λουλουδάτο,
Το μικρό κορίτσι που κρατούσε το χέρι της,
Το αγόρι καθισμένο στην πλάτη του
Πάνω από το κεφάλι του ένα μαστίγιο στριφογυρνώντας.
Κι ο ίδιος φαινόταν καθαρά
Στα τέσσερα πεσμένος στο γρασίδι
Με πρόσωπο από τα γέλια παραμορφωμένο,
Γιατί περίμενε πίσω απ΄ το φράχτη ο φωτογράφος: το μάτι του κόσμου.
*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης. Περισσότερα στη διεύθυνση http://www.poiein.gr/index.php?s=luise+kaschnitz&submit=%CF%CA
