Μέσα μου κρύβομαι κλειστός,
γύρω μου πλέκομαι κισσός,
τον εαυτό μου ανυψώνω.
Εμένα θέλω και πετώ
στον ίδιο μου τον εαυτό
και τις φτερούγες μου απλώνω.
Αητός, επάνω απ’ τα νερά
βλέπω συντρίμμια τη φωλιά
μέσα στην άβυσσο χαμένη.
Και λούζομαι τον κεραυνό
την αστραπή παρακαλώ
το σύννεφο με περιμένει.
(1911)
***
Πού να κρυφτώ ετούτο το Γενάρη
Η πόλη παραλόγιασε, γαντζώνει, στο κορμί.
Απ’ τις κλειστές τις πόρτες μέθυσα θαρρείς
κι ανάμεσα απ’ τις κλειδωνίες μού ‘ρχεται να ουρλιάξω.
Οι κρεμασμένες κάλτσες στ’ αδιέξοδα γαυγίζουν
και σκεβρώσαν τα μαγαζιά στους δρόμους
και στη γωνιά οι ζήτουλες κρυμμένοι
να μην τους δεις ξεφεύγουν βιαστικά.
Σε παγωμένο λάκκο με νερά
το σπυριασμένο χώνω το κεφάλι,
νεκρόν εισπνέω αγέρα, πνίγομαι,
μαύρα πουλιά πετούν στον πυρετό μου,
κι εγώ τα κυνηγώ και χάνομαι
σα μέσα από βαρέλι να φωνάζω:
“Τον αναγνώστη! Το φίλο! Το γιατρό”
Στη σκάλα την αγκαθερή να κουβεντιάσω.
Γενάρης – Φλεβάρης 1937.
*Από το http://sinneforain.blogspot.com/
