Ήρθε ένας ξένος στο
τρελλόσπιτο να μοιραστεί το φτωχικό μου
ένα κορίτσι σαν τρελλό πουλί
σφάλισε τη νυχτιά της θύρας με φτερά τα χέρια
μανδύας το ζουρλό κρεβάτι
πλανεύει τα ουρανοστεγή, εισάγεται το σύννεφό μου
εξαπατά με βήματα το εφιαλτικό παλάτι
απλώνει νεκρικό φιλί
καβάλα πάει στις φρένες νοσοκόμων ωκεανών
δαιμονισμένη δέχεται
τ’ απατηλό το φως μέσ’ από τοίχους ουρανών
δαίμονας, άτι,
κοιμάται στο στενό παχνί, αιθεροβατεί,
λυσσάει αιθέρια
στου παλαβόσπιτου σανίδια εφθαρμένα από βήματα
δακρύων μου, φως μέσ’ τα στήθια αγκαλιάς, επί -αγάπη!-
τέλους! όχι αναβολή!
την κρίση ας πάθω π’ άναψε την πυρκαϊά στ’ αστέρια!
*Μετάφραση: Κώστας Ταχτσής. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, τεύχος 2-3.
