Οι καλές προθέσεις αρκούν έλεγες κάποτε
μα το βλέμμα κυλάει στο πάτωμα
και σκαλώνει στη μοκέτα σαν χνούδι
απ’ το κουτί οι ήχοι σαν βγαίνουν, παράλογοι
– οδηγούν τον Παβέζε στη μέθη –
με καπνό και whisky για αίμα
συζητάς για ταξίδια εις μάτην
η ζωή σου εικόνα ασπρόμαυρη
χαραγμένη με ξυράφι στην άκρη
Οι θαμώνες κοπανάνε τα πούλια με δύναμη
και στο τέλος θα κλείσουν το τάβλι.
*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, Εκδ. Άγκυρα.
