~
περιστρέφω
τη σκέψη στην αδιαφορία μου,
αιφνιδίως αυτομόλησα στο φως που ζέσταινε τη γωνιά
στο μισοξηλωμένο
παγκάκι μιας ανηφόρας μου,
εγώ κι ένας σκύλος Σαββατογεννημένος,
το σκέφθηκα
και μπήκα μέσα μου,
έκλεισα τα μάτια στο θεράποντα ουρανό,
ως σε διαρκή απειλή
η μέρα μου
και βάλθηκα να ξεσκονίζω απέραντα όνειρα,
τα κρατούσα ως άπειρο
για παν ενδεχόμενο,
και με βρήκε η νύκτα να γελώ,
η διορισμένη μου
ψυχίατρος
και να της λέω,
ξέρω εγώ τις διορίες και τις διαδικασίες τους,
και φώναζα,
ασυστόλως ψευδόμενος
