Ειρηναίος Μαράκης, Ο πλανόδιος πωλητής

έπινε κρασί, ρωμαίικο, κατοστάρι
τζούρες τραβώντας από τσιγάρο δανεικό
έτριζαν τα κάρβουνα στο παλιό μαγκάλι
στην ασπρόμαυρη πόλη έπεφτε σκοτάδι
έβρεχε, το φθαρμένο ημερολόγιο
έδειχνε φθινόπωρο
όλοι νόμιζαν πως ήταν μεσημέρι
μέσα στο θόρυβο της νύχτας
διέκρινε τα αργά, ύπουλα βήματα
ενός πλανόδιου πωλητή
πλησίασε, τρέμοντας, το καπνισμένο τζάμι
ήταν εκεί, σκυφτός, κάθε βράδυ
την ίδια ώρα, την ίδια στιγμή στο δρόμο
σκυλιά ακολουθούσαν το βήμα του
εμπόριο έκανε όταν έκλεινε
το ωράριο καταστημάτων
υφάσματα πωλούσε, κουβέρτες
σεντόνια για κρεβάτια νυφικά
μυρωδικά, γεννήματα της μάνας γης
σταφίδες, σάμαλι, πασατέμπο
δώρα για το παιδί και το εγγόνι
υποσχέσεις για βίο ανθόσπαρτο
κι είχε ένα παιδικό πρόσωπο
ένα σάπιο χαμόγελο
μάτια κόκκινα σαν του μεθυσμένου
μέσα τους καθρεφτίζονταν
ο πόλεμος που έρχεται

7.2.2015

stragalatzis

Leave a comment