Και τέλος και αρχή μας
αν η σκιά μας είχε πληγωθεί
πώς θα τη βοηθούσαμε;
αν η σκέψη μας ήταν μουγκή
πώς θα ακούγαμε τα θραύσματα
του όμορφου ναρκωτικού
που το λένε έρωτα;
στις πλάτες του πόνου μας
χαράζονται οι στιγμές
η κάθε αναθυμίαση της ζωής
και τέλος
και αρχή μας
όλα σκοτεινιάζουν στον κόσμο έξω
όλα φωτίζονται μέσα μας
πλημμύρες κενοδοξίας
οι φλόγες μας κυλάνε
στις φλέβες μας
και ας μην είμαστε
αυτοί που ήμασταν
η τράπουλα της μνήμης μας
πάντα τις μυρωδιές των ανέμων θα κυνηγά
ρυάκι η αύρα μας
που κατεβαίνει τον βράχο της ζωής
μιλήσαμε τη γλώσσα τού τίποτα
και όμως σπίθες σκορπίσαμε
απαγορευμένες ανάσες
που στην ιδέα της ύπαρξης
θα καταφέρουν να αναπνεύσουν;
***
∆εν τον χωράει τίποτα
όσο πιο μεγάλη ορθώνεται η πόλη
άλλο τόσο πιο μεγάλος νιώθει
και ο άνθρωπος
δεν τον χωράει τίποτα
μικρό το σπίτι του
μικρή η κοινωνία
μικρή και η Γη─
σαν να στενεύει γι’ αυτόν
μαρμάρινες πόρτες
σε ηλιοβασιλέματα
από όμορφα φιλιά
χτίζει όλο το χρόνο
ο εαυτός του δεν τον χωράει
χωράει όμως όλους τους Άλλους
για κάθε πόλη που χτίζεται
ένα αγκάθι φυτεύεται στο έδαφος
και τα βράδια αργά
όταν κοιμόμαστε
τα αστέρια και οι θάλασσες
επιδεικτικά μας κοιτάνε
και γελάνε
*Από τη συλλογή “Κυνήγα τη νύχτα μέχρι να γίνεις φλογερή ύπαρξη”, Εκδόσεις Εκάτη, 2014.
