Όταν καταγίνομαι με την ποίηση, έχω την αίσθηση πως αρμενίζω σε μια απέραντη και γαληνεμένη θάλασσα. Κι αυτό το συναίσθημα απόλαυσης, το νοιώθω πιο έντονο, όταν βρεθώ στην απομόνωση μιας διανοητικής μοναξιάς και, μονάχος πια, εξερευνώ, με συντροφιά το λόγο της ποίησης, τους μυστικούς κόσμους της Φαντασίας μου.
Θέλω να πιστεύω πως η ποίηση είναι ένα πνευματικό παιχνίδι που παίζεται μόνο μέσα στα όρια της απόλυτης μοναξιάς. Έξω απ’ αυτά τα όρια, οι λέξεις του ποιητικού λόγου χάνουν τις αποχρώσεις εκείνες που θα τις διαφοροποιήσουν και θα τις κάνουν σύστημα από αλληγορίες, σύμβολα και αισθητικές παραστάσεις.
Πιθανόν κάποιος να ρωτήσει: κι ο αγώνας του ανθρώπου για επιβίωση, για ισότητα, για γνώση, για όλα αυτά που με το αβάσταχτο βάρος της στυγνής πραγματικότητας συνθλίβουν την ύπαρξή του –μα και τον ίδιο τον ποιητή, μια που κι ο ποιητής υπόκειται στους ίδιους νόμους της φυσικής και κοινωνικής βαρύτητας–, όλα αυτά πρέπει να μείνουν έξω απ’ τα ενδιαφέροντα της ποίησης;
Γιατί αν ορίσουμε την ποίηση μόνο σαν φυγή απ’ την πεζότητα τούτου του υπαρκτού κόσμου και σαν ένα απλό παιχνίδι των αισθήσεων, τότε όλα αυτά που αποτελούν το κοινωνικό γίγνεσθαι πρέπει για τον ποιητή ν’ απομονωθούν και ν’ απαλειφθούν, για να μπορέσει έτσι απερίσπαστος απ’ τους καταναγκασμούς των όποιων υλικών προβλημάτων να δώσει στο έργο του πλαστική ωραιότητα, μα και μια υπερβατική μορφή της πραγματικότητας;
Και βέβαια όχι.
Ο ποιητής, θέλει δε θέλει, αποτελεί κι ο ίδιος μέρος του κοινωνικού συνόλου. Όπως κάθε άνθρωπος είναι συνάμα άτομο και ολότητα. Κι αυτό, όσο κι αν απομονωθεί, όσο κι αν το επιδιώξει δε θα μπορέσει να το αλλάξει. Υπάρχει και δρα, όταν κατασκευάζει τους στίχους του, και σαν “Εγώ” και σαν “Εμείς”. Δεν έχει σημασία αν τις στιγμές εκείνες δρα συνειδητά ή ασυνείδητα˙ αυτή η αδιαμφισβήτητη αλήθεια τον επηρεάζει -έμμεσα ή άμεσα- στο περιεχόμενο, μα ακόμα και στη μορφή που θα δώσει στο έργο του.
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ελευθεριακή Κίνηση”, Νο 14, Φεβρουάριος 2002, σελίδες 105 – 111. Ηλεκτρονικά στο http://www.ekin.gr/node/52
