Λέξεις στενές, πολύ στενές.
Να τονίζονται μέσα τους οι καμπύλες αυτού που ήθελες
να πεις.
Γιατί γέμισε ο ουρανός κυνηγούς κι η γη πουλιά,
μα δυσκολεύεσαι παρ’ όλα αυτά να βρεις το ταίρι σου.
Γιατί έφτασαν οι Αλιείς ψυχών
και περιμένουν ήσυχα την παλίρροια,
που ανεβάζει το δηλητήριο στην καρδιά
όταν η γλώσσα/κόμπρα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.
Σε τέτοιες ώρες προ πάντων να μην ομιλείτε εις τον οδηγόν.
Μεταφέρει το τελευταίο βλέμμα κάποιου μαστρωπού θεού
στον καθρέφτη.
Που σε κοίταξε κι εξίσωσε τον πόνο σου με αυτόν ενός σκύλου.
Μην του σπάσει.
***
Μια εύπορη σιωπή το καλοκαίρι.
Με σπήλαια και λειβάδια
που ‘χει ταλέντα κι ένστικτα
και μεταλλάσσεται σε στίχους.
Ακροβατούν ανάμεσα σε καλησπέρα και καλημέρα.
Κατεβαίνει ο ήλιος και τέμνει τους περαστικούς.
Όλα τήκονται απ’ το υστέρημα μας,
λέξεις, μνημεία, σ’ ένα τοπίο λευκό, ακηλίδωτο.
Όταν ριγούν τα λόγια και γίνονται μουσική.
Φύσηξε.
Αναστροφή των θαυμάτων. Κάποια τρύπια φόδρα
φανερώθηκε.
Πρώτα χρίζεις, μετά περπατάς τους δρόμους.
Χαιρετάς διακριτικά συνοδοιπόρους πάνω και κάτω
απ’ το χώμα.
Αυτούς που υποπτεύεσαι την παρουσία τους, αυτούς
που σου λέγαν ιστορίες εν πλω.
*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2014 (σελ. 10 και 12).
