Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Το απροσδιόριστο χρώμα
Τα χέρια σου δίχως αφή
δεν ταξιδεύουν στον αιθέρα πια,
του ορίζοντα ν’ αγγίξουνε την κόχη.
Εδώ, στο θάμπος του μεσημεριού,
σταμάτησε ο χρόνος
τα σύνδεντρα ντυμένος σάρκας μεστής
σε άμμο μετουσιωμένης,
σκορπίζοντας ολόγυρα
εκείνο το απροσδιόριστο χρώμα,
που όσο φυσά ο άνεμος
γίνεται όλο και πιο λευκό,
τόσο λευκό, όσο τα κρίνα.
Από τη συλλογή Η νύχτα γεννιέται υγρή (1997)