I
Είναι η γη της Σόρια, κρύα και άγονη.
Πάνω στα φαλακρά βουνά, πάνω στους λόφους,
πράσινα λιβαδάκια, σκονισμένα υψώματα,
περνάει η άνοιξη και αφήνει
ανάμεσα στα αρωματισμένα χόρτα
τις μικροσκοπικές της άσπρες μαργαρίτες.
Η γη δε ζωντανεύει, ο κάμπος ονειρεύεται.
Αρχές Απρίλη κι είναι χιονισμένη
η ράχη του Μονκάγιο-
ο επισκέπτης χώνει στο μπουφάν του
στόμα, λαιμό και οι τσοπαναραίοι
περνάνε τυλιγμένοι στις μακριές τους κάπες.
ΙΙ
Οι κάμποι της δουλειάς,
όπως ρετάλια καφετιού υφάσματος,
ο κήπος, το μελίσσι, τα κομμάτια
του βαθιού πράσινου που βόσκει η προβατίνα,
ανάμεσα σε μολυβένιες ριζιμιές, σπέρνουν
το χαρούμενο όνειρο μιας αρκαδικής νηπιότητας.
Στις μακρινές, τις μαύρες λεύκες του μονοπατιού,
τα στητά κλαδιά τους μοιάζουνε με καπνό
σαν γλαυκό μούχρωμα -τα νέα τους φύλλα-
και στις ρωγμές μέσα σε αυλάκια και πεδιάδες
ασπρίζουνε οι ανθισμένοι βάτοι, κι οι βιολέτες
φυτρώνουν και σκορπίζουν το άρωμ.α τους.
ΙΙΙ
Είναι ο κυματιστός κάμπος, οι δρόμοι
κρύβουν τους ταξιδιώτες που καπλάζουν
επάνω στα σταχτιά τους γαιδουράκια,
στο βάθος της δυσμικής μέρας που φλέγεται
υψώνουνε τις ταπεινές μορφές,
που στιγματίζουν τον χρυσό καμβά της δύσης.
Αλλά αν δεις τον κάμπο από ένα ύψωμα,
από τις κορυφές που κατοικεί ο αετός,
είναι ιριδισμοί πορφύρας και ατσαλιού,
μολυβί ισιώματα, ασημένιοι λόφοι,
τριγυρισμένα από βιολετί βουνά,
με χιονισμένες ρόδινες κορυφές.
IV
Οι εικόνες του κάμπου στον ουράνιο θόλο!
Δυο αργά βόδια οργώνουν
σ’ ένα λόφο, σαν μπαίνει το φθινόπωρο,
κι ανάμεσα στα μαύρα τους κεφάλια,
τα λυγισμένα κάτω απ’ το ζυγό,
κρέμεται ένα καλάθι από σπάρτα και βούρλα,
που είναι η κούνια ενός μωρού-
και πίσω από τη ζεύγλα
πάει ένας άνθρωπος σκυφτός κατά τη γη,
και στα ανοιγμένα αυλάκια μια γυναίκα
ρίχνει τους σπόρους.
Κάτω από ένα κρεμεζί, πορφυρό σύννεφο,
μες στο ρευστό, πρασινωπό χρυσάφι
της δύσης, οι ίσκιοι γιγαντώνονται.
V
Το χιόνι. Στον ανοιχτό βουνόκαμπο
φαίνεται η καλύβα που το τζάκι βγάζει
καπνό κι η κατσαρόλα βράζει μπουρμπουλίζοντας.
Τρέχει ο βοριάς στον παγωμένο κάμπο,
στροβιλίζοντας άσπρα σύννεφα
σιωπηλού χιονιού.
Το χιόνι πέφτει στον κάμπο και στους δρόμους
και μοιάζει σα να πέφτει πάνω σ’ έναν τάφο.
Πλάι στη φωτιά ένας γέρος σταυροπόδι
βήχει και τρέμει κι η γριά του γνέθει,
και μια κοπέλα ράβει κόκκινο στολίδι
στο κρεμεζί της φόρεμα.
Οι γέροι είναι οι γονείς ενός ημιονηγού
που οδοιπορούσε στου χιονιού τις στράτες,
αλλά μια νύχτα χάθηκε
και θάφτηκε κάτω από του βουνού τα χιόνια.
Πλάι στη φωτιά είναι μια θέση άδεια
και στο σκυθρωπό μέτωπο του γέρου
μια ζοφερή σβησιά
-σαν ένα αυλάκι τσεκουριάς πάνω σε ξύλο-.
Η γριά κοιτάζει προς τον κάμπο, σα ν’ ακούει
πάνω στο χιόνι βήματα. Όμως κανένας
δεν περνάει. Έρημος είναι ο δρόμος,
κι όλα ερημιά στον κάμπο γύρω.
Η κοπέλα σκέφτεται πως στα πράσινα λιβάδια
θα ροβολάει μαζί με συνομήλικές της
τις γαλανές και τις χρυσές ημέρες,
όταν ανθίσουν οι άσπρες μαργαρίτες.
VI
Κρύα Σόρια, αγνή Σόρια
αρχή της Εξτρεμαδούρα,
με τον πολεμικό πύργο
ερειπωμένο, πάνω στο Δούρο·
με τα φαγωμένα τείχη
και τα μαυρισμένα σπίτια!
Νεκρή πόλη των προυχόντων
κυνηγών ή στρατιωτών
πύλες με τους θυρεούς τους·
ιδαλγοί εκατό γενεών
και των λιμασμένων σκύλων,
που φαίνονται τα πλευρά τους
και μαζεύονται κοπάδια
μες στα βρώμικα δρομάκια,
και το μεσονύχτι ουρλιάζουν
όταν κρώζουν τα κοράκια!
Κρύα Σόρια! Η καμπάνα
της λειτουργίας στη μία.
Σόρια, πόλη της Καστίλλης,
τόσο ωραία στο σεληνόφως!
VII
Ασημένια βουναλάκια,
γκρίζοι λόφοι, κόκκινοι βραχότοποι
απ’ όπου περνάει ο Δούρο
τη στροφή του της βαλλίστρας
γύρω από τη Σόρια, σκοτεινά λιοπρίναρα,
άγρια βραχοτόπια, φαλακρά βουνά,
ποταμίσιες λεύκες κι άσπροι δρόμοι,
αποσπερνά της Σόρια, μυστικής, πολεμικής,
σήμερα αισθάνομαι για σας
από τα βάθη της ψυχής μου, λύπη,
λύπη που είναι αγάπη! Πεδιάδες της Σόρια
όπου οι βράχοι μοιάζουν να ονειρεύονται,
είστε μαζί μου! Ασημένια βουναλάκια,
γκρίζοι λόφοι, κόκκινοι βραχότοποι!
VIII
Ήρθα να δω ξανά τις χρυσές λεύκες
του δρόμου που είναι πλάι
στην ακροποταμιά του Δούρο,
ανάμεσα Άγιο Πόλο κι Άϊ Σατούριο,
πίσω από τα παλιά τείχη
της περιζωσμένης Σόρια
-κατά το Αραγκόν, στη γη της Καστίλλης-
Αυτές οι μαύρες λεύκες, που συνοδεύουν
με τον ήχο των ξερών φύλλων τους
τον ήχο του νερού, όταν φυσάει ο αγέρας,
έχουν στη φλούδα χαραγμένα
αρχικά ερωτευμένων και ημερομηνίες.
Λεύκες της αγάπης που χτες είχατε
τα κλώνια σας γεμάτα αηδόνια·
λεύκες που αύριο θα γίνετε λύρες
του αρωματισμένου αγέρα στην άνοιξη·
λεύκες αγάπης πλάι στο νερό
που τρέχει και περνάει τραγουδώντας,
λεύκες της ακροποταμιάς του Δούρο,
είσαστε μαζί μου, σας κουβαλάει η ψυχή μου!
IX
Ω, ναι! Μαζί μου πάτε, πεδιάδες της Σόρια,
μενεξεδί βουνά, γαλήνια βράδια,
περίπατοι του ποταμού, πράσινο όνειρο
της γκρίζας γης, της σκοτεινής πεδιάδας,
πικρή μελαγχολία της ρημαγμένης πόλης.
Φτάσατε στην ψυχή μου,
ή μήπως κιόλα έχετε μέσα της φωλιάσει;
Άνθρωποι του οροπεδίου της Νουμάνθια
που φυλάτε το Θεό σαν χριστιανές γερόντισσες,
ο ήλιος της Ισπανίας να σας χαρίζει
γέλιο, φως και αγαθά!
* * *
Έχε γεια, γη της Σόρια· έχετε γεια βουνόκαμποι,
φράχτες από λοφίσκους, στρατιωτικά υψώματα,
ριζιμιές και βραχότοποι της άγονης Καστίλλης,
πουρναρόμαζες-φαντάσματα και ίσκιοι από λιοπρίναρα!
Μες στην απελπισία και τη μελαγχολία
της θύμησής σου, Σόρια, ποτίζεται η καρδιά μου.
Γη ζωντανή, ολόκληρη, προς τη δική μου γη,
απ’ τους ολόανθους κάμπους, σε πηγαίνει η ψυχή μου.
Ταξιδεύοντας με το τρένο, Απρίλης 1912
*Από το βιβλίο “Antonio Machado, Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση σε Ισπανικά και Ελληνικά. Μετάραση και γενική επιμέλεια: Ρήγας Καππάτος. Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2009.

Reblogged this on vequinox.
Reblogged this on worldtraveller70.