Πάει κι αυτό το φθινόπωρο. Ένα σύννεφο κι ένα πουλί μεγαλύτερος.
Άσπρισαν τα μαλλιά τους, χρειάζονται μπαστούνια πια.
Πήραν το δρόμο για το νεκροταφείο, οικογενειακώς.
Ανήμερα του Βούδα, οι προσευχές τρίζουν στα γέρικα χέρια.
Σήμερα – μέρα των ψυχών – βρήκες να σκεφτείς πως
δεν αξίζει τίποτε η ζωή σου;
Τι καθαρό φεγγάρι! Και να το σέρνει έτσι στη σκόνη
αυτός ο μοναχός!
Λυσσομανούσε παγωνιά το φθινόπωρο όλη νύχτα
πίσω από τα βουνά.
Μπλε το πέλαγος, βαθύ, φουρτουνιασμένο. Το φεγγάρι
κουτσοπίνει το κρασί του με το κύμα.
Νυχτώνει. Οι μοναχοί στηρίζουν τα χέρια τους στα
γόνατα κι ανατέλλουν ξυρισμένα κεφάλια.
Αργά ή γρήγορα, πίσω απ’ αυτή την πόρτα που
σκέπασαν τα χόρτα, μια νέα γενιά θα μεγαλώνει κούκλες.
Τώρα που κοιτάζω το φεγγάρι… κανείς δεν ήταν
τόσο ωραίος στη χθεσινή γιορτή.
Το φθινόπωρο τσιρίζει ψύχρα κάθε φορά που ανοίγει πόρτα.
Χόρτασαν θύελλα τα κόκαλά μου. Τώρα φτάνει
να σκεφτούν αέρα και περονιάζουν.
Αν είναι θλίψη ένας πίθηκος που κλαίει, τι είναι
ένα παιδί χαμένο μεσ’ στη θύελλα.
Ξεπάγιασαν φθινόπωρο στα χείλια μου οι λέξεις.
Φεύγω κι αφήνω πίσω μου δυο φθινόπωρα αγάπη.
Τι πάει να πει ήρθε ο καιρός του θερισμού;
Το καπέλο μου μόλις που χορτάριασε.
Μεσάνυχτα: η δροσιά δανείζεται ύπνο από το σκιάχτρο.
Το απόγευμα τραβάει ολομόναχο το δρόμο.
*Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπλάνας
