Τη λέξη Μελβούρνη
Δεν την γνώριζε η γιαγιά μου
Δεν την είχε ξανακούσει ο παππούς μου
Ήταν απλά μια ξένη λέξη … άγνωστοι ήχοι
Χωρίς ιδιαίτερη σημασία
Μέχρι την στιγμή που η μάνα μου διεκδίκησε
Τη Μελβούρνη ως προορισμό της
Τελικό σταθμό
Σε ένα τριανταήμερο θαλασσινό ταξίδι
Ένα ταξίδι που την ξερίζωσε
Μακριά από τη μητρική αγκαλιά
Και το πατρικό βλέμμα
Μακριά από αδέρφια … αδερφές
Πρόσωπα και τοπία
Που την όριζαν
Μια διαδρομή χαρακτηρισμένη
Από πρόθυμα κορίτσια
Κρατώντας φωτογραφίες
Με υποσχέσεις ακόμα ακέραιες
Μια διαδρομή γεμάτη
Νεανικά όνειρα
Κοχλάζοντας
Με ελπίδες ψιθυριστές
Αυτή τη διαδρομή
Την πήρε από την αγκαλιά ενός χωριού
Στην ημισκιά του Ταϋγέτου,
Την κράτησε μαζί με χιλιάδες άλλες ψυχές
Πίσω από συρματόπλεγμα στην Bonegilla
Και την άφησε τελικά με μια βαλίτσα
Και αμέτρητα όνειρα
Στην Μελβούρνη της δεκαετίας του ’50
Μετά από ελάχιστο καιρό
Είχε μάθει τά σοκάκια
Του Collingwood
Είχε χτυπήσει σε ατέλειωτες πόρτες
Αναζητώντας δουλειά στο Richmond
Μάτια καρφωμένα στις πινακίδες
– Ζητούνται γυναίκες –
No inglis… no understan
Hav tzob? Work hud…
Εργοστάσια, γραμμές,
Παραγωγή, μηχανές
Προϊστάμενοι… διευθυντές… εργοδότες
Οι εβδομάδες μεταμορφώθηκαν σε μήνες
Wog – go home – wog – go home
Οι μήνες σε χρόνια
…δουλειά… σπίτι …δουλειά… σπίτι
Σιγά-σιγά απόκτησε καινούργιες φιλίες
Και δημιούργησε οικογένεια
Βάρδιες πρωινές, απογευματινές, βραδινές
Τράπεζα… δάνεια … σπίτια
Παιδιά και ευκαιρίες
Χωρίς να το καταλάβει
Σιγά-σιγά συνήθισε
Συναντούσε τις φίλες της κάτω απ’ τα Ωρολόγια
στο Flinders Street
Βρήκε την ομάδα της στο football
Φορούσε κάλτσες απ’ το Dimmeys
Και έπινε καφέ στην καφετέρια του Myer
Χαμογελαστοί εισπράκτορες στα τραμ
Τη βοήθησαν να γνωρίσει την πόλη της
Και με τον καιρό παρατήρησε την ανάπτυξή της
Είδε το Oakleigh να μαζεύει τον ελληνισμό,
Καφενεία και μπακάλικα
Όπου η μητρική της γλώσσα ακουγόταν
Είδε το Lygon Street να συστήνει σαλάμι,
Παγωτά και παστά
Έκανε παζάρι για πατσά στο Box Hill
Και μαγεύτηκε με τα μετάξια στο Sydney Road.
Όταν το Telecom τελικά
“μας ένωσε με την κάθε άκρη του κόσμου”
Η φωνή των γονιών της
Έφερε στο νου εικόνες
Άλλου τόπου, άλλου χρόνου
Μιας ζωής
Στην οποία δεν άνηκε πλέον
Γι’ αυτούς επιτέλους
Η λέξη Μελβούρνη
Απόκτησε κάποια σημασία
Δεν ξεχωριζόταν πια
Από το όνομα της μητέρας μου
Η γιαγιά μου… ο παππούς μου
Πάντα αναφέρονταν στα δυο
Με μία πνοή
Μελβούρνη – Κατερίνα
*Το ποίημα πρωτογράφτηκε προφανώς στην αγγλική γλώσσα. Στη μορφή αυτή δημοσιεύτηκε στο ετήσιο λογοτεχνικό περιοδικό “Αντίποδες” του Ελληνοαυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης.

