ΧΡΩΜΑΤΑ
Αρχίζοντας με το πράσινο
σκοτεινό από τη φυλακισμένη πίκρα
κι ανεβαίνοντας δύσκολα
σε φυλλώματα πιο ευκίνητα
πιο φιλικά στο φως.
Η’ χλόη με τα διάφανα φύλλα
που δανείζονται λίγο τον ήλιο
και λάμπουν σχεδόν ξανθά,
στις δροσερές όμως ραβδώσεις της σκιάς
το μαύρο επιβάλλει πάλι τη σιωπή.
Ψηλότερα απ’ το χώμα στο λαό των θάμνων
ανατέλλει το θαμπό κίτρινο
ή άλλιώς το πεθαμένο πράσινο
και δίπλα οι μικρές φλόγες των λουλουδιών.
Ε’δώ διδάσκονται τα πουλιά.
Σωπαίνουν στους ίσκιους ή ετοιμάζονται,
μελετούν το πολύχρωμο δίχτυ του ήλιου.
Ξαφνικά πετώντας προς τα πάνω
τραγουδούν το βαθύ κίτρινο
κι έπειτα πάλι
πέφτουν στη γαιώδη σιωπή
των ακίνητων φυλλοβόλων
και πάλι ψηλά στο αδιατάρακτο κυανό
ώς τις αινιγματικές ραδιοβολίες τού ιώδους.
***
ΚΑΤΑΦΟΡΤΗ ΜΝΗΜΗ
Καταφορτη μνήμη,
πώς να σε κατοικήσω;
Μάτια που χάθηκαν, βότσαλα μαύρα,
κι απάνω στους κουφαλιασμένους βράχους
ο αγέρας με το φεγγάρι.
Μνήμη φορτωμένη χειρονομίες
κυνηγώντας από γκρεμό σε γκρεμό
τοπία φωνών και πετούμενα ήχων
το χειμώνα που χιόνισε στα μάτια των πουλιών
άκρη άκρη εκεί στα βροχερά χωράφια.
Σ’ αυτό το μαύρο αμπέλι τι να κόψεις.
Αίμα βαθύλαλο μα τό ’φαγαν οι σφήκες
κι ό,τι απομένει χάνεται στο θειάφι.
Γέροντα με το ξύλινο ποδάρι,
κουρσάρε του παλιού γιαλού,
μ’ ένα μπάρκο πού μύριζε κατράμι και μπαχαρικά,
σύριζα στη μαύρη δημοσιά τί περιμένεις;
Α’νεβαίνοντας συναντάς πάλι το βυθό
φωνές που δε σε ξέχασαν και σε γυρεύουν.
Τί να τούς πεις; Μιλούν άλλη γλώσσα.
Αυτοί έχουν πεθάνει πριν πεθάνουν.
Είκοσι χρόνια τώρα ανασαίνουν
και σαπίζουν, σαπίζουν, σαπίζουν.
Σε συνάντησα στις πηγές του ‘Αλιάκμονα
τρεις λεύκες περπατούσανε μαζί σου
μες στο θαμπό πρωί.
Δεν πυροβόλησες
άνοιξες μόνο μια σελίδα
και διάβαζες δυνατά για το Βουλγαροκτόνο
και τις φωτιές στο κάστρο της ’Αχρίδας.
Ε’’πειτα πάτησες τη νάρκη.
Λοιπόν και να ονειρεύεσαι είναι μνήμη.
Αυτά πού ζήτησες ή αυτά πού σε διαλέξαν
μνήμη κι αυτά, κρυφός υπόγειος καθρέφτης,
μπαίνεις κι έτσι άξαφνα οδοιπορείς
εκεί πού θέλησε ή καρδιά σου κάποτε.
Νύχτα, κατάφορτη μνήμη,
πώς να σε κατοικήσω;
*Από τη συλλογή «Ο Ξεναγός και η Νύχτα», εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 1981 (σελ. 22-24).
