ΕΡΕΙΠΙΑ
Σιγουρεύω τα βήματα
Ο δρόμος έχει γεμίσει χορτάρια
και οι πέτρες δείχνουν στο βάθος
το ξεχασμένο χωριό.
Γέρικες ελιές προσφέρουν τη σκιά τους
στο καμένο ξωκλήσι.
Ο κόσμος, σκέφτομαι, δεν μας ανήκει.
του ανήκουμε.
***
ΜΕΘΟΡΙΟΣ
Τον περισσότερο καιρό μοιάζουμε
πάνοπλοι σκοπευτές σε παραμεθόρια φυλάκια.
Έτοιμοι να χτυπήσουμε έναν ανύπαρκτο εχθρό.
Περιμένοντας ένα νεύμα, μια φωνή
κάτι που να μας δείξει τέλος πάντων ότι εξυπηρετεί
η παρουσία μας εδώ.
Χρόνια τώρα, κι ας είναι τα καράβια που μας φέραν
καταστρεμμένα και οι σημαίες μας τρύπιες.
Δεν γίνεται τίποτα εδώ. Μονάχα η κίνηση του ήλιου
κάθε πρωί
και η κοίμησή του το δείλι, το φεγγάρι, τ’ αστέρια.
Πολλοί δεν άντεξαν. Φύγαν. Δεν γύρισαν.
Υπάρχουν κι άλλοι που τα είδαν όλα
και τώρα στη λήθη αναπαύονται
κι άλλοι που δεν είδαν τίποτα κι ακόμα προσμένουν
κι άλλοι που είδαν και κάναν πως δεν είδαν.
Εμείς οι υπόλοιποι, τι να κάναμε; πήραμε
τα σκουριασμένα μας όπλα και σημαδέψαμε.
Εξ άλλου αυτό δεν ήταν το χρέος μας;
*Από τη συλλογή “Το Δέρμα της Νύχτας”, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1999.


Reblogged this on vequinox.