Poetic inspirations @ Emerald – A new Poetry Reading Project

emerald2

Calling all poets and lovers of poetry

Especially all those who write in another language than English and/or have their work in a bilingual or a translated form.

Every second Saturday of the month

First Reading is on

Saturday, April 11, 11.45am-1.45pm

(Library closes at 2pm on Saturdays)

Featuring
Michael Crane
Esther Oliver

plus open mic

at Emerald Hill Library & Heritage Centre

195 Bank St., South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)

Info: Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
– Emerald Library and Heritage Centre Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416

Μίλτος Σαχτούρης, Η πηγή

Δέκα χρόνια χωρίς τον Μίλτο Σαχτούρη

Φεγγάρι πεθαμένο μου
για ξαναβγές και πάλι
θέλω να δω το αίμα σου
δεν έκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
το φοβισμένο πρόσωπο
θέλω να δω
το φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι και πάλι
τότε
όλο το σώμα μου ήταν
μιά πληγή
φεγγάρι
μια πηγή
και φώτιζε
της νύχτας το σκοτάδι
Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω να δω το αίμα σου
τώρα
πάλι και πάλι

*Από τη συλλογή “Όταν σας μιλώ”.

Γεωργία Τρούλη, Ω θέλλω

14423_1062070693810198_8870431163816941292_n

Εκείνη
Πριγκηπικά πηγαίνει για ύπνο
Φορώντας πασούμια χωρίς νούμερο αφετηρίας
Το δωμάτιο
Χωρίς τέλη κυκλοφορίας το χαλί
Ταρακουνά το δωμάτιο τις μέρες
Χίλιες και μία τις νύχτες
Δεν θέλησε ποτέ να δει πίσω από
Την κουρτίνα
Εκείνη
Εγώ το δάχτυλο σου να τριγυρίζει
Το σχήμα ενός χάρτη μετρό
Χωρίς αριθμούς ταξινόμησης
Πού πηγαίνουμε άραγε;
Σε ποια παρένθεση ύπνου;
Εκείνη
Είναι ακριβή η πεποίθηση
Εκείνη
Έχει τίμημα
Εκείνη
Ακούς την δυστροπία της αμέλειας
Εκείνη
Το χαλί κάνει ένα μικρό ανασήκωμα στην γωνία
Από κάτω εκεί κρύβεται η απάντηση μιας μορφής
Χωρίς περίγραμμα
Εκείνη
Πριγκηπικά πηγαίνει για ύπνο
Φορώντας κόκκινο χρώμα στα νύχια
Εκείνη
Θα πέσει από το παράθυρο
Μια στιγμή οργασμού
Εκείνη
Την μόνη στιγμή που
Σταματάς να σκέφτεσαι
Εκείνη
Μόνο βιώνει

Εκείνη
Θα αφήσει την αμαξοστοιχία των δοντιών
Να μετεωρίσει την λέξη
Ανάμεσα σε δυο χείλη
Καμιά άρθρωση του “συναίσθημα”

Μαγκωμένο το σώμα στο προηγούμενο
Ω Θέλω
Ο μορφή
Ο ποτε
Α να
Και
Σιαμαία
Για τι
Συστρέφεται ο κατακόρυφος τονισμός
Και έξω όλη η πόλη
Ασυγκράτητη
Στο διαστημικό λεωφορείο
Φωτογραφίζει καταραμένα το κενό
Οθέλλο

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Έκπληξη

imagehandler

Στον Βαγγέλη Γιακουμάκη

Νεκρός έπεσε στο δρόμο
μ’ένα στιλέτο στο στήθος
Δεν τον γνώριζε κανένας.
Πώς τρεμόσβηνε το φανάρι!
Μάνα.
Πώς τρεμόσβηνε το φαναράκι του δρόμου!
Ήταν χάραμα. Κανείς
δεν μπόρεσε να προβάλει στα μάτια του
ανοιχτά στον κρύο αγέρα.
Έμεινε νεκρός στο δρόμο
μ’ ένα στιλέτο στο στήθος
και δεν τον γνώριζε κανείς.


*Το ποίημα και η φωτογραφία τη ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο “για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα” στο σύνδεσμο https://christinehag.wordpress.com/2015/03/15/οργή/

Pat Parker, Για τη Γουίλις

patparkerbook

Όταν σου κάνω έρωτα
προσπαθώ
κάθε άγγιγμα της γλώσσας μου
να είναι δήλωση
σ’ αγαπώ
πείραγμα
σ’ αγαπώ
σφυροκόπημα
σ’ αγαπώ
λιώσιμο
σ’ αγαπώ

και οι ήχοι σου ξεχύνονται
θεέ μου!
χριστέ μου!
και σκέφτομαι
ορίστε, κάποιος τύπος
παίρνει πάλι τα εύσημα
για όσα
έκανε μια γυναίκα.

*Το ποίημα προέρχεται από μικρό φυλλάδιο με ποιήματα της μαύρης φεμινίστριας, λεσβίας και αγωνίστριας για τα δικαιώματα των μαύρων των ΗΠΑ, Pat Parker (1944-1989) που κυκλοφόρησε από κοινού το ποιητικό περιοδικό ‘Τεφλόν” και η Μιγάδα – ομάδα γυναικών ενάντια στις νέες πειθαρχήσεις.

Joyce Mansour, ένα ποίημα

Photo: Alphonse Mucha

Photo: Alphonse Mucha

Δες, έχω αηδιάσει τους ανθρώπους

Οι προσευχές τους, οι προβιές τους,

Η πίστη τους, οι τρόποι τους,

Βαρέθηκα των αρετών τους την χλιδή

Με τα κοντά βρακιά

Βαρέθηκα τα σκέλεθρά τους

Ευλόγησέ με φως τρελό που φωτίζει τα επουράνια όρη

Προσδοκώ πάλι άδεια να γίνω σαν την αγρύπνιας

Το ήσυχο μάτι

Προσδοκώ πάλι να γίνω άστρο.

*Από το le surréalisme, même 2, Άνοιξη 1957. Απόδοση: Thalassa Mystica.

Γιάννης Αντιόχου, Αντικλήτου Εκπνοές (δ΄)

garden3

Φως πληρωμένο και ξοδεμένο
Σκοτάδι συντροφικό
Άγοντες και φέροντες
Οι περιούσιοι έρωτες των αόμματων σκιών μας
Τυφλές επενδύσεις των ονείρων
Ρακοσυλλέκτες των μεταφυσικών στιγμών μας
Όλο κάτι να μαζέψουν
Όλο κάτι να ξοδέψουν Φως φως φως
Να συντηρείται το σκοτάδι.
Σπαρμένο στ’ άρματα του φόβου διακορευτή
Προελαύνοντας
Μονήρες κύτταρο
Ακολουθώντας την ωσμωτικότητα
Εκατέρωθεν μίας και μόνης μεμβράνης
Ενδο—κι εξω—κυττάρια διάχυσις
Ανιόντων και κατιόντων
—αρνητικά και θετικά φορτισμένων—
Παθών και λαθών
Κατ’ αντιστοιχία απόλυτη.


*Από τη συλλογή “Εκπνοές”, Εκδόσεις Ίκαρος (2014).

Nanja Noterdaeme, Από τα “Ποιήματα για τον Τζίτζικα”

Artwork: Frana

Artwork: Frana

IX

Δεν έχω χρόνο για τον έρωτα
Ο έρωτας δεν έχει για μένα ούτε χέρια
Ούτε πόδια ούτε σώμα ούτε στόμα.
Η απουσία ζωγράφισε όμως μια επιθυμία
Ένας άντρας μια γυναίκα
Δυο στάσεις δυο όρθιες
Φιγούρες ο άντρας
μπροστά και η γυναίκα γερνάει
τις πλάτες στο μολύβι στον άντρα και στον
Έρωτα
Δύο βήματα μπροστά, ένα λεπτό
Η γυναίκα κοιτάει
Στέκεται στο πλάι ενός άλλου
Κοιτάνε χαμένοι και οι δυο
Το μολυβένιο περιβάλλον
Αποτρεπτική κοινωνία
Δίχως χρόνο, χέρια, πόδια
Ούτε σώμα
Ούτε στόμα.

X

Ήπιε τον καφέ, κοίταζε τον δικό μου
Είναι καλό;
Ναι, θες να δοκιμάσεις;
Το δοκίμασε
Του άρεσε
Γιατί πείρες Γαλλικό;
Επειδή δεν έχει Ελληνικό.
Από δω και τώρα θα πιεις αυτό
Το Ιταλικό.
Έχει και γάλα, είναι πιο παχυντικό.
Το χρειαζόταν.
Ήπια το δικό του,
Το Γαλλικό
Ήταν πικρό
Και έτσι ήπιαμε από τον ένα
Και τον άλλο ο καφές
Πέρασε η ώρα
Έκλαψα. Μίλησα.

Γιώργος Γκανέλης, Αναζήτηση

6-7-foteini-c

Έψαξα την ψυχή μου
μέσα στους δισταγμούς και τις παλινωδίες
στη βοή του πλήθους και την ερημία της μουσικής
στους ακροτελεύτιους έρωτες
στα μάτια των περαστικών που αναζητούν το φως τους
στις βρόμικες σημαίες στα μπαλκόνια των κτιρίων
στη μεθεόρτια μελαγχολία μετά την κραιπάλη
στα συνθήματα στους τοίχους
στο παγωμένο χαμόγελο αρχές της άνοιξης
στην απεραντοσύνη μιας τελειωμένης μέρας
στις τρύπιες πολυθρόνες των νεοκλασικών σπιτιών
σ’ ερημικές παραλίες και σε ανέραστες γιορτές
στις αποτυχημένες εξεγέρσεις κατά της μοναξιάς.

Έψαξα την ψυχή μου
στα σκονισμένα κιονόκρανα των ναών
στην ξαφνική άφιξη του καλοκαιριού
στα τροχιοδεικτικά βλήματα
στα φοβερά σημεία των καιρών
στα εκμαγεία των μουσείων
στα χαρακώματα της νύχτας και στην αποπλάνηση του μυαλού
στα υπεραστικά δρομολόγια επαρχιακών πόλεων
στους φωτεινούς σηματοδότες κάτω απ’ το ράπισμα της βροχής
στα ασύστολα ψεύδη που λέγονται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις
στο εναρκτήριο λάκτισμα μιας ακόμη κοροϊδίας.

Έψαξα την ψυχή μου και δεν τη βρήκα
παρά μόνο στη μοναξιά…

*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία ιδεών”, εκδόσεις “Στοχαστής”, 2014.

Λευκή ισοπαλία

porfuris

ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

Στο ποδόσφαιρο ο όρος «λευκή ισοπαλία» χρησιμοποιείται για αγώνες που λήγουν ισόπαλοι και δίχως τέρματα. Αυτό το μηδέν – μηδέν συνήθως αποτελεί προϊόν ενός βαρετού και φαινομενικά ατελέσφορου για τα συλλογικά ήθη και έθιμα αγώνα, καθώς η απουσία γκολ στερεί από το κοινό ένα αποτέλεσμα αριθμητικά μετρήσιμο και προσδιοριζόμενο -αναλόγως την πλευρά με την οποία έκαστος έχει ταχθεί- με θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Υπακούοντας ανάλογα και η ελληνική ποίηση σε μια «ποδοσφαιρική» λογική, μοιάζει να επιζητά, σύμφωνα με τις κάθε φορά επίκαιρες συνθήκες μια περήφανη νίκη ή μια καθολική ήττα, ώστε φορτίζοντας υπέρ του ενός ή του άλλου πόλου, να παράγεται πεδίο ικανό να ηλεκτριστεί ο έντεχνος λόγος. Αναμφίβολα, η διαχείριση ενός υλικού «επιδερμικά» ουδέτερου, όπως ενός ισόπαλου αποτελέσματος, προκαλεί σαφώς αμηχανία, ιδίως στους εθισμένους στην ευκολία της θεωρίας των άκρων. Μα πέρα από το προαιώνιο δίπολο νίκη-ήττα, υπάρχει και ο ισημερινός της ύπαρξης, όπου φως και σκοτάδι μοιράζονται το κράτος και την εξουσία της ζήσης.

Μπορούμε να θεωρήσουμε από τη μία το λευκό χαρτί ως μηδέν και από την άλλη τον βίο του ποιητή-ανθρώπου ως άλλο μηδέν. Κάθε μηδέν προκύπτει από αλλεπάλληλες προσθαφαιρέσεις και μοιάζει να φέρει μια ολόκληρη ιστορία που κρύβεται πίσω από ένα συμβολικό κενό. Κανένας άλλος αριθμός εξάλλου, δε συμπυκνώνει με τόση νοηματική πυκνότητα την ανθρώπινη περιπέτεια. Υπό το πρίσμα αυτό , η πάλη του δημιουργού με τον σκληρό καθρέφτη του λευκού χαρτιού δεν καταλήγει οριστικά, παρατείνοντας μια κατάσταση εκκρεμότητας και επισφαλούς ισορροπίας . Στην περίπτωση του Τάσου Πορφύρη, η παράταση της αγωνίας του παιχνιδιού, συνεπικουρείται από μια «ερασιτεχνική» αντίληψη του, μακριά από νοσηρούς επαγγελματισμούς που μπορούν να το εκτρέπουν προς έναν άνευ όρων πόλεμο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη συνεχή παράβαση των δοσμένων κανόνων και τη σπατάλη των αποκαλούμενων «χρυσών ευκαιριών». Γι’ αυτό και η γραφή του στο τέλος μοιάζει να αφήνει το χαρτί λευκό με μια αθωότητα σχεδόν παιδική που τροφοδοτεί έναν ανυποχώρητο ουμανισμό καθώς ομολογεί την ενοχή του «Γιατί ήμουν ένας άσπρος τοίχος/και δέχτηκα όλα τα συνθήματα/και στον ιστό μου κυμάτισαν όλες οι παντιέρες»1
Continue reading