Ηλίας Λάγιος, Η φωνή από τα υπόγεια δωμάτια

Artwork: TK Kim

Artwork: TK Kim

Φτάνω στην κόλαση αναλφάβητος. Μαθαίνω
τα βογγητά και τον ωμό τρόμο του ξένου.
Ακούω τριγύρα αυτό μονάχα· να πεθαίνου-
νε μ’ ένα “μάνα” στην ψυχή. Διαβαίνει τραίνο
με μηχανοδηγό τυφλό που ’χει βοηθό του
πανέμορφη, φρικτή την τύψη των ανθρώπων,
στη μνήμη των καρφί καιρών, των ένδον τόπων.
Του παντοαδύναμου γαμώ το κέρατό του.
Αίφνης, εδώ θα ψάλλουν δέντρα· ελάτια, πεύκα·
κι εν τέλει εδώ θ’ ανθίσει ρόδο η δικαιοσύνη·
θα ’ρθεί ο Θεός, κανέναν πλέον να μην κρίνει·
και θα υψωθεί στο φως, μια φουντωμένη λεύκα.
Ουράνια λεύκα που εν τω βίω ποτέ δεν είδα,
να με φέρει σ’ εσέ τερπνή, αληθής πατρίδα.

*Από τη συλλογή “Πράξη υποταγής”, 2000. Από τη σελίδ της Αγγ. Φωτεινού στο facebook.

“μ_other poem” του Βασίλη Αμανατίδη

amanatidis

Για το μ_other poem του Βασίλη Αμανατίδη γράφτηκαν και θα γράφονται -του το εύχομαι και το ελπίζω- πολλά. Και δικαίως. Είναι από τα βιβλία που σε κάθε σελίδα του καταφάσκει μέσα σου η ποίηση, μία ποίηση που δεν θέλεις να τελειώσει και ας σε γκρεμίζει. Σε κάθε σελίδα.

Μ_other poem, λοιπόν. Ήδη ο τίτλος από μόνος του λέει αρκετά: αξίζει, πρώτα απ’ όλα, να προσέξουμε τη λέξη “μάνα” που πάει να γραφτεί -την παύλα ας την δούμε σαν το σημείο που αναβοσβήνει στον υπολογιστή καθώς εκκρεμεί η συνέχεια της λέξης, εκκρεμότητα που ενέχει ασφαλώς αγωνία με την επίμονη ρυθμικότητα του κέρσορα στο κενό- και ήδη στην αρχή της ακόμη ακυρώνεται. Βλέπουμε τον ποιητή να μαγκώνεται: γυρίζει το πληκτρολόγιο στα αγγλικά, σε μία γλώσσα λιγότερο φορτισμένη, εικάζω, για εκείνον συγκινησιακά, και προσθέτει το θανατερό “other”, με μία διάθεση σοβαρού παιγνίου : αυτό που θα διαβάσουμε, λέει, είναι το ποίημα μίας άγνωστης μητέρας, ένας λόγος μόνο, ομολογεί ο ποιητής, που ξέρει τα όριά του ως προς τη δυνατότητα να φθάσει την αλήθεια (έστω και τη δική του) ή να οδηγήσει στην κάθαρση, πολύ περισσότερο δε όταν είναι μονόλογος και άρα, από τη φύση του, σε μεγάλο βαθμό υποκειμενικός (ποιου είναι τελικά ο μονόλογος είναι ένα ωραίο θέμα που μπορεί να ιδωθεί με τους φακούς των πολιτισμικών σπουδών δίνοντας κάποια ωραία συμπεράσματα πάνω σε θέματα αφήγησης/ υποκειμενικότητας/ ταυτότητας).

Το μ_other poem είναι ένα συνθετικό ποίημα, σπόνδυλοι σε μια τσακισμένη σπονδυλική στήλη από ένα χέρι που την διηγείται, ψηλαφίζει το τραύμα, ζητά λόγο για ό,τι την τσάκισε. Κάθε ποίημα είναι και ένα βήμα πιο κοντά προς το οικογενειακό έγκλημα όπου κυριαρχεί η (μητρική) φιγούρα η οποία, έχοντας σκοτώσει τους υπόλοιπους, έχει απομείνει μόνη, ραγισμένη μπροστά από το μεγάλο μυστικό, σαν τη φωτογραφία του εξωφύλλου.
Continue reading

Αλέξης Τραϊανός, Κατοικίδιος σκορπιός

8

Έγινε βράδυ πάλι
Ποίημα του δωματίου
Κατοικίδιος σκορπιός κατεβαίνει απ’ το ταβάνι
Και πρέπει να μείνουν λίγες ώρες μαζί
Σ’ αυτό το τοπίο μόνο κι επιληπτικό
Απ’ τη λυπημένη σπατάλη μιας σκέψης
Μια Σαχάρα από καθρέφτες
Όπου εγώ και ο θάνατος
Συναντιόμαστε κάθε μέρα σχεδόν
Με τις ίδιες συνηθισμένες κινήσεις
Τις ίδιες νύχτες
Βλέποντας κι απόψε
Αυτό το ζαχαρί ζευγάρι
Με μια σκόρπια διάθεση
Απ’ το καπνισμένο μάτι
Λέξεων μόνον καθώς επιπλέουνε στο ποίημα
Ή με τη σίγουρη σημασία ενός σκορπιού
Να πλέει σ’ αυτό το κουβαριασμένο
Στο πάτωμα ζευγάρι κάλτσες
Για τι πράγμα Τι τέλος
Γιατί μιλώ όχι από μένα
Δε διατείνομαι τίποτα ούτε και διαθέτω
Ελάχιστα πράγματα βλέπω
Κάθε λίγο και κάτι χαλάει
Οι σωλήνες οι φλέβες ο ύπνος οι λάμπες
Γιατί έχω ένα μάτι γεμάτο καπνούς Άδειο
Αυτό να φωτογραφίσεις
Μα δεν μπόρεσες ούτε καν να στραφείς
Προς τα ‘κει που αυτό καταστρέφεται
Γιατί δεν μπόρεσα να καταλάβω
Ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο
Πεταμένος σε τούτο το γήινο τοπίο του ’77
Θυμάμαι πότε πότε διάφορα πράγματα
Απορώ με διάφορα πράγματα
Τι κάνουν τα ρούχα της πεθαμένης
Μετά που φεύγει
Τι κάνουν τις λέξεις του ποιητή
Μετά που μένει
Γιατί τελείωσα σήμερα το προηγούμενο ποίημα
Με μιαν αμνησία γύρω από τις λέξεις
Πού γράψαν τις λέξεις μου
Γιατί τέλειωσα
Αυτή ‘ναι η Σαχάρα
Με τους σκορπιούς της επάνω μου
Πάνω στην πλάτη μου
Στην πλάτη της πλάνης
Σ’ όλα τα πλάτη
Η γεωγραφία μ’ άρεζε κάποτε
Όμως τώρα τόσο χαμένες
Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου
Σε μια δίνη.

Γιάννης Γκολφινόπουλος, Μια μάλλον ανησυχητική διαπίστωση

Ο μαγνήτης έπαψε να είναι διαλεκτικός
και οι συναλλαγές που πυρ’ όλα αυτά συνεχίζω να επιθυμώ
κρύβουν παγίδες
Στο ζαχαροπλαστείο —για παράδειγμα—
οι τούρτες τελείωσαν
και ο κρεοπώλης, με δάκρυα στα μάτια
ανακαλύπτει πως ο κιμάς είναι τελικά τρούφα.
Αλλά δεν πτοούμαι, κάτι τέτοιο εξάλλου δεν έχει και μεγάλο νόημα
αφού βρίσκομαι για τέταρτη συνεχή άνοιξη παγιδευμένος
μέσα σ’ αυτό το αυτοκίνητο με το πράσινο μεταλλικό χρώμα,
που μου προκαλεί πράσινα μεταλλικά συναισθήματα

Ατενίζοντας μέσα στο σκοτάδι αυτοκτονίες αρχιτεκτόνων,
πραγματοποιούμενες με χάρη και τις απαραίτητες μακέτες
που ανεμίζουν κατά την πτώση απ’ τις ταράτσες του Πολυτεχνείου.
Ήρθε η ώρα να πάρω το τσάι μου ή μάλλον
το τσάι σου καθώς εσύ θα συσπάσαι τρυφερά,
αποπλανώντας εκείνον που είναι τόσο νέος
ακριβώς γιατί εσύ δεν είσαι πια τόσο νέα
και που ωστόσο θα έδινε τα πάντα
για να είναι μεγαλύτερος

*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 1 (Σεπτέμβριος 2006) του περιοδικού “Κλήδονας” της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, σελ. 88.

Ζαχαρίας Στουφής, Οδύσσειες

11053151_785949004824730_3058267597612787608_n

Ο κακομοίρης

ο Οδυσσέας

μ’ ένα τσουβάλι χασίσι στην πλάτη

κάτω από κίτρινα φώτα περιφέρεται

σε δύσκολους έρωτες σαλεμένων γκέι.

Ο αταξίδευτος 

ο Οδυσσέας

έχει ξεφύγει από το όνειρο

κάνοντας συνεχώς τα ίδια άθλια

στην ίδια πόλη σκλαβωμένος για πάντα.

Ο τριμαλάκας

ο Οδυσσέας
το σπίτι του στο Θιάκι

κοντεύει να πέσει.

Το πιο όμορφό μου ποίημα (Νικολέττα Σίμωνος)

greek-translation's avatarΠΟΙΗΜΑΤΑ

Το πιο όμορφό μου ποίημα
Με τη σιωπή μου το ‘γραψα
Βουλιάζοντας ηδυπαθώς
Και καθ’ ολοκληρίαν
Μέσα στ’ απύθμενα τα μάτια σου
Εκεί όπου συνάντησα
Τις πιο κραταιές λέξεις.

Νικολέττα Σίμωνος

View original post

Θωμάς Γκόρπας: Αφιέρωμα

229179_142018885871657_3116051_n

Την 1η Απριλίου 2003 πέθανε ο Θωμάς Γκόρπας στο σπίτι του της οδού Αχαρνών. “Ήρεμα”, γράφει χαρακτηριστικά η σύζυγός του, Άρτεμις Θεοδωρίδου, χωρίς να προσδιορίζει την αιτία, στο εξαίρετο “Χρονολόγιο Θωμά Γκόρπα σε τρίτο και σε πρώτο πρόσωπο”, που κατήρτισε με αποσπάσματα από δικά του γραπτά και τη βοήθεια του αρχείου του, παρεμβάλλοντας περιγραφές και εκμυστηρεύσεις από τα γράμματα που κάποτε της έστελνε. Ένα χρονολόγιο, που μοιάζει με προσκλητήριο ζώντων και νεκρών, όπου απογράφονται συντροφιές και στέκια, εκδοτικοί οίκοι και έντυπα, γειτονιές της Αθήνας και τα συμβαίνοντα στην ποίηση.

Τέλος του ’54, ο Γκόρπας κάνει τους τρεις πρώτους φίλους της Αθήνας: τον Φάνη Παπαδάκο, ποιητή, τον Γιάννη Μαντά, “μανιακό με την προκλασική μουσική αλλά και το ρεμπέτικο”, και τον Παναγή Στούπα, ποιητή. Συχνάζει στο καφενείο “Ακρόπολις”, στην πλατεία Καρύτση, όπου συναντάει τον ποιητή Καπετάν Μοντεσάντο…

Ο Τάσος Παππάς τον μπάζει στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας του Μάριου Βαγιάνου, τότε στην Ακομινάτου. Εκεί συναντιέται με τους Ορέστη Λάσκο, Πέτρο Κυριακό, Ζωή Καρέλλη, Βασίλη Λιάσκα, Γιωργή Κότσιρα, Ντίνο Χριστιανόπουλο, Γιώργο Ιωάννου, Μανόλη Γιαλουράκη, Λέοντα Κουκούλα, Ναπολέοντα Παπαγιωργίου, Γιώργο Γουναρόπουλο, Πάνο Παναγιωτούνη, Απόστολο Μαγγανάρη, Ζέφη Δαράκη, Νίκο Βόκοβιτς, Αθηνά Κασαβέτη, Βύρωνα Λεοντάρη, Λίλλη Μπίτα… Ο ποιητής Γιάννης Κουφός τον φέρνει σ’ επαφή με τους λογοτέχνες του Πειραιά Κώστα Γαρίδη, Στέλιο Γεράνη, Γιώργο Περιστέρη, Νίκο Βελιώτη, Κώστα Θεοφάνους, Γρηγόρη Θεοχάρη, Νίκο Παΐζη, Αργύρη Κωστέα…
Continue reading

Octavio Paz, Από την “Πέτρα του ήλιου”

Photo: S.M.Eisenstein Que viva Mexico 1932

Photo: S.M.Eisenstein Que viva Mexico 1932

Μεξικό, 1957 
(…)

Βαδίζω μέσα σε στοές ήχων,

Σε παρουσίες πλέω ηχηρές,

Σαν τον τυφλό περνώ απ’ τις διαφάνειες

Ένας κατοπτρισμός με σβήνει, γεννιέμαι σ’ έναν άλλον

Ω δάσος από μαγικές κολόνες,

Κάτω απ’ τα τόξα του φωτός εισβάλλω

Στους διαδρόμους του διάφανου φθινοπώρου,

Μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο

Η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία

Τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα

Τα παράλληλα μυστήριά του

Σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν

Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα…

Ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου

Γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου

Ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό…

Στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι

Όπως το σύννεφο στο λογισμό σου

Πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

Η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει

Και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο

Η φούστα σου η νερένια

Τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου…

Κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα…

Ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι

Πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος…

Περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου

Και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο

Η γκρεμισμένη μου σκιά κομματιάζεται

Μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα

Και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας (…)

*Μετάφραση: Τάσος Δενέγρης
**Παρμένο από την σελίδα της Σοφίας Περδίκη στο facebook

Noëlle Janaczewska
 reviews Dominique Hecq’s Stretchmarks of Sun

stretchmarks

Stretchmarks of Sun
by Dominique Hecq

re.press Books, 2014

At primary school we had a class called Scrapbook. We drew, coloured, traced, glittered, and glued material cut from magazines, to create new pictures uniquely our own.
           
I scrapbook.
           
You scrapbook.
           
S/he scrapbooks.
           
We may have made the noun into a verb, but it still has chalk-mark of the hobby or junior project.
   
Unlike collage, montage, even bricolage – those vaguely French-sounding words associated with literature, film and fine art.
           
‘Collage, the art of reassembling fragments of pre-existing images in such a way as to form a new image, was the most important innovation in the art of the twentieth century.’ That’s Charles Simic quoted by David Shields in Reality Hunger, a book made up largely of quotations from other texts.
  Continue reading

Αλέξης Αντωνόπουλος, 3:57 π.μ.

10371723_255162401338029_4228601233634286965_n

Μετά από κάθε στίχο
ο ποιητής σήκωνε το κεφάλι
και κοιτούσε να δει αν τώρα
ο κόσμος είχε αλλάξει.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του στο http://www.alexantonopoulos.com