Διονυσία Ντάλιου, Δύο ποιήματα

little-girl

Αφαίμαξη

Προμετωπίδες αγάπης
στο στήριγμα του χρόνου.
Εκείνου που χάθηκε,
και εκείνου που βρέθηκε.
Αφαίμαξα δύο ζωές
να βρω το καλύβι μου,
αρχοντικά δεμένο με την αύρα της θάλασσας.
Tο καλοκαίρι που ιδρώνουν τα τζιτζίκια,
κοίταζα στις όχθες του αδιάβατου
πριν πιώ
στο ποτήρι μου το κρασί
το αθάνατο.

***

Οψόμεθα

Οψόμεθα εις καιρούς αλγεινούς.
Το χιόνι θα πέφτει
με δυο φορές την βαρύτητα
κλεισμένη στις χούφτες του.
Νωχελικά θα βουτάνε οι σκέψεις
στου περβαζιού την ανάσα.
Αποβραδίς θα καίνε στο τζάκι
ευθείες βολές του ανήμπορου
στου ελέους τις μνήμες κλεισμένες.

*Από τη συλλογή “Αίμα Αθώων Καιρών”, που κυκλοφορεί διαδικτυακά από τις εκδόσεις 24 Γράμματα στο http://www.24grammata.com

Ιάσωνας Σταυράκης, Άνθρωποι και πόλεις

11075719_1618604088380192_403305436227190179_n

Άνθρωποι και πόλεις
Πάφος…
Πεκίνο…
Μπουένος Άιρες…
Αθήνα…
Βερακρούς, Νάπολι, Σαο Πάολο
Αβάνα, Ναϊρόμπι…
Όλες οι πόλεις του κόσμου είναι ίδιες…
Κι άνθρωποι μονάχα στα ονόματα
διαφέρουν…
Άκουσα την σενιόρα Ροντρίγκες
να κλαίει για το δεύτερό της γιο
που ήταν κάπως τρελαμένος…
Ξημέρωσε μάνα σκέφτηκα…
Οι άνθρωποι
μονάχα στα ονόματα
διαφέρουν…

*Από τη συλλογή “Μηδέν γραμμάρια”, Εκδόσεις Ανεμιστήρας

Γιώργης Δρυμωνιάτης. Κρυφός λυγμός

Photo: Valli Poole

Photo: Valli Poole

Όλα μου τα φιλάκια μου, πουλάκι μου, για σένα,
που η μοίρα μου σε άρπαξε και σ’ έριξε στα ξένα,
σου τα ποστάρει η σκέψη μου κι απόψε, που ολομόνη
με βρίσκει η Πανσέληνος να κλαίω στο μπαλκόνι.

Να με θυμάσαι όσο μπορείς. ‘Δωδά θα περιμένω,
μες στην αυλή να ξαναρθείς, πουλάκι αγαπημένο.

Καθημερνά στη χόβολη τη φάβα σού ζεσταίνω,
λες και δεν έφυγες ποτέ, τραπέζι έχω στρωμένο.
Κι εκεί, το κρεβατάκι σου, στην πέρα τη γωνία
σου το ζεσταίνει απαλή, πουλάτη πατανία.

Να με θυμάσαι όσο μπορείς. ‘Δωδά θα περιμένω,
μες στην αυλή να ξαναρθείς, πουλάκι αγαπημένο.

Πότε θα ρθεις, πουλάκι μου, γλυκά να σε κοιμίσω
σ’ αυτό το κρεβατάκι σου; Να σε χαϊδολογήσω
σαν τότε που ήσουνα μικρό, δεν είχες βγει στις ρούγες
κι ερχόμουν και σου ‘βλόγαγα τσ’ αδύναμες φτερούγες,

Να με θυμάσαι όσο μπορείς. ‘Δωδά θα περιμένω,
μες στην αυλή να ξαναρθείς, πουλάκι αγαπημένο.

σαν τότε που σε ζέσταιναν το χνώτο κι η ματιά μου
κι ο κόσμος σου ολόκληρος , ήταν η αγκαλιά μου.
Μ’ ύστερα ορφοφτέρουγα τ’ άνοιξες τα φτερά σου,
σε μάγεψαν τ’ οράματα, πέταξες στη χαρά σου,

Να με θυμάσαι όσο μπορείς. ‘Δωδά θα περιμένω,
μες στην αυλή να ξαναρθείς, πουλάκι αγαπημένο.

Μου ‘φυγες κι όλο πνίγονται στον πόνο τ’ όνειρά μου,
σε λαχταρώ και κολυμπώ μέσα στα δάκρυά μου,
μπροστά σ’ ένα εικόνισμα τάματα όλο κάνω:
«Αχ, φέρτο , Παναγία μου, φέρτο μου πριν πεθάνω.

Να με θυμάσαι όσο μπορείς. ‘Δωδά θα περιμένω,
μες στην αυλή να ξαναρθείς, πουλάκι αγαπημένο.

Φέρτο μου το πουλάκι μου, ν’ ακούσω τη φωνή του,
να του χαϊδέψω τα μαλλιά, ν’ αγγίξω την ψυχή του,
να μου ποτίσει την ψυχή με της χαράς το δάκρυ,
να μ’ ανεβάσει μια στιγμή ως τ’ ουρανού την άκρη!»

Να με θυμάσαι όσο μπορείς. ‘Δωδά θα περιμένω,
μες στην αυλή να ξαναρθείς, πουλάκι αγαπημένο.

Α…και να ‘ρχόσουν μια στιγμή! Για μια μόνη στιγμούλα!
Να ξαναγίνω η αγαθή, η πιο ζεστή μανούλα!
Να σ’ αγκαλιάσω μια σταλιά, – πάρε όλην την ψυχή μου-
κι ύστερ’ ας έφευγα ευτυχής, μακριά κι εγώ παιδί μου.

Δημήτρης Τρωαδίτης, οι πατρίδες επιμένουν…

11148604_10206879686856998_4931354422495300680_n

οι σιωπές με παίρνουν
το κατόπι

η λήθη μ’ εμποδίζει
ν’ ανακάμψω

κάθε ανάγκη
είναι άσχημη

και με κατατρέχει

κι οι πατρίδες
επιμένουν…

ανέσπερος, ο/η

11018839_10205159099690012_8290293482661692616_n

μηρυκάζω τη ζωή μου
στέκομαι σαν όρνιο πάνω απ’ τις σκέψεις μου
αποφασίζω άγαρμπα ποια θα κατασπαράξω πρώτη
είμαι ένας ποδηλάτης χωρίς κράνος στην εθνική πατρών αθήνας
ένας ένστολος που μοίρασε το πλεόνασμά του στους πακιστανούς του
πρώτου ορόφου
τριάντα χρόνια κυλήσανε ανάμεσα στα πόδια μου
τριάντα αργύρια πέσανε από την τρύπια τσέπη μου
είμαι γραμμή όλο σκαμπανεβάσματα σε καρδιογράφημα νεκρού
κι αλήθεια πλάσματα πιο εγωκεντρικά από τους ποιητές ποτέ δεν
γνώρισα

εδώ στην επαρχία έκανα συμφωνία κυρίων με τον άνεμο
του δίνω μοναξιά
μου απαντά με βρόχινο νερό
έχω μαλλιά απαλά και δάχτυλα από κερί
αγαπάω τους ανθρώπους γιατί τρέφω μίσος αταλάντευτο για την
ανθρωπότητα
κομίζω μήνυμα αντεθνικό για απάτριδες
που μόλις αντικρίσουν το νησί πέφτουν στα γόνατα λυγμώντας

πόσο σωστά τα κάνατε όλα άνθρωποι
όλα σωστά
οι πόλεμοι τα κομμένα κεφάλια τα τουμπανιασμένα κορμιά τα
σπασμένα αγάλματα
τα νεκροταφεία οι μεγάλες και οι μικρές ιδέες οι σημαίες
πόσο λάθος έζησα
σας λυπόμουν για τη ζωή που διάγετε
ώσπου μια μέρα ένας βραχμάνος εδώ στη γειτονιά μου άνοιξε τα
μάτια
μοιράζει τσικουδιά και μεταθανάτια αηδία σε τιμές ανέσπερου φωτός
εσένα λυπούνται οι εντός και οι επί τα αυτά μου είπε
τον βλαστήμησα με ορμή μα είχε δίκιο
μη φεύγετε χριστιανοί μη με φοβάστε
πιστεύω στα παραμύθια πιότερο από σας

έγινα δέκα χρόνων πάλι
κρατώ στα χέρια έναν πίνακα με στοιχεία χημικά δεόντως
μεταχειρισμένο
και δασκαλεύω δήθεν αόρατους μαθητές που μ’ αγαπούν πολύ
θα αγαπάω για πάντα λίγο παραπάνω τις αλκαλικές γαίες
θα τρέμω πάντα την αντίδραση με τα αέρια που ονομάσατε ευγενή
πόσο άδικη η δασκάλα πόσο λάθος οι διδαχές

θα ψάχνω πάντα το αντώνυμο του αντίξοος
και θα ‘χω πάντα για οδηγό μου μία και μόνη σιγουριά
το μόνο σίγουρο είναι πως γεννηθήκαμε
ο μόνος ήχος που ακούστηκε ποτέ στη γη είναι της μάνας η κραυγή
που μας γέννησε
ο μόνος φόνος που έλαβε ποτέ του χώρα ο πνιγμός του βρέφους από
τη θλίψη της επιλοχίας
Continue reading

Λάθος ουρανός

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

Αναρωτιέμαι
αν δεις τους μικρούς ήλιους
που έχουν φυτρώσει στις άκρες των δαχτύλων μου
καθώς σβήνουν το χρόνο
θα με αναγνωρίσεις;
Ή θα μείνεις εκεί; Μια παγωμένη εκδοχή του ουρανού.

Ζήτησα να φιλιώσω τις ψυχές με την αλήθεια σου.
Άρχισαν να μου μιλούν για σχέδια μισοτελειωμένα και εκτροπές έρωτα.
Για οπλαρχηγούς που ξέρουν καλά τι θέλουν
μα τρέχουν ξυπόλητοι,
και κανείς δεν τους παίρνει και πολύ στα σοβαρά.

Γιατί αν μπερδέψεις τα όσα φαίνονται με τα όσα εννοούνται
ας κατεβάσουμε καλύτερα τον ουρανό
και ας πάμε αλλού να παίξουμε το νούμερο μας.
Κάπου με κοχύλια για στέγη και θάρρος ν’ ανατέλλει μες τα σπίτια μας.

View original post

Άννα Αχμάτοβα, Από τα «Ποιήματα του μεσονυχτίου»

ΑΧΜΑΤΟΒΑ+2014.tif

ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Τι δουλειά, όντως, έχουμε,
Όταν όλα στάχτη γίνονται,
Πάνω από τόσους γκρεμούς τραγουδούσα
Και μέσα σε τόσους καθρέφτες ζούσα. 
Ας μην είμαι όνειρο, ας μην είμαι χαρά
Και λιγότερο απ’ όλα ευλογία
Μα, ίσως, πιο συχνά απ’ ό,τι πρέπει
Να πρέπει να σε θυμάμαι ― 
Καθώς και το βουητό των αράδων που σβήνουν,
Και των ματιών που κρύβει στο βυθό
Εκείνο το σκουριασμένο αγκαθωτό στεφάνι
Στην ανησυχητική σιγαλιά. 

6 Ιουνίου 1963

***

ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

Ήταν πάνω μας, σαν άστρο πάνω από τη θάλασσα,
Αναζητώντας με αχτίνα το ένατο θανάσιμο ύψωμα,
Εσύ την αποκάλεσες πένθος και δεινά,
Μα ποτέ δεν την είπες χαρά. 

Τη μέρα μπροστά μας σα χελιδόνι πέταγε
Χαμόγελο στα χείλη της άνθιζε,
Τη νύχτα όμως με χέρι παγωμένο στραγγάλιζε
Τους δυο μας μαζί. Σε πόλεις διαφορετικές. 

Μη συμφωνώντας με τις υμνολογίες, 
Λησμονώντας όλες τις παλιές αμαρτίες,
Ξαπλωμένος στης αγρύπνιας τα προσκεφάλια,
Μουρμουρίζει ποιήματα παλιά. 

23-25 Ιουλίου 1963

*Μετάφραση Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Από το http://entefktirio.blogspot.com.au/2014/12/blog-post_43.html

Αντώνης Αντωνάκος, Αναμνήσεις ενός πνιγμένου

Bodies of migrants who drowned lie on the beach in the Sicilian village of Sampieri

Ένας ομορφονιός μας πέταξε στη θάλασσα.
Το ξέρω, πως οι μικροαστοί
δεν θέλουν να διαβάζουν δυσάρεστα πράγματα.
Η μάνα μου, πνίγηκε δίπλα μου.
Μου άφησε το χέρι και βυθίστηκε.
Δεν ξέρω αν πρέπει να σκοτωθεί ο θεός
για να μας δώσουν το χέρι οι άνθρωποι.
Γιατί ο θεός
τους φωνάζει να μας δώσουν κλοτσιά.
Να πνιγούμε.
Να μας φάνε τα ψάρια.
Και οι συνταξιούχοι της Εσπερίας.
Πόσο κόστισε το σχοινί για τον κοινό μας τάφο;
Η πίστη
για να πιστέψουν οι πιστοί το δικό μας θάνατο;
Η ύπαρξή μας απασχολεί τις αρχές.
Ένας ομορφονιός μας πέταξε στη θάλασσα.
Απ’ το λαιμό του κρεμόταν ένας σταυρός.
Ο θάνατος είναι τετελεσμένο γεγονός.
Ο πνιγμός.
Τα βραβεία για την ποίηση της ήττας.
Ήττα σημαίνει
να μη μπορούν να σε τρομάξουν πια τα ποιήματα.
Ήττα σημαίνει να μην μπορείς να τους τρομάξεις με ποιήματα.
Να μην έχεις τίποτε να πεις.
Αυστηρώς απαγορεύεται η ζωή.
Η αυθάδεια της αναπνοής.
Το γέλιο. Μεταφέρουμε αρρώστιες για τον πρόεδρο της βουλής.
Για τον γενικό εισαγγελέα του Κράτους.
Για την παναγία και τον κρίνο της.
Για τις αουτοστράτες της Γερμανίας.
Μεταφέρουμε χολέρα
για τον διευθυντή της εθνικής βιβλιοθήκης.
Σε ομαδικούς τάφους χωρίς εθνικό ύμνο.
Αξίζει σίγουρα τον κόπο να γεννηθείς.
Για λόγους σεξουαλικής φύσεως.
Για κάποιους ανεξήγητους λόγους.
Προτείνω λοιπόν να αποκαθάρουνε τα ύδατα
από μας τους πνιγμένους. Νύχτα ζεστή και νύχτα κρύα.
Νύχτα χωρίς αίσθηση.
Νύχτα παγωμένη αλλά εγώ καίγομαι.
Νύχτα ζεστή αλλά εγώ κρυώνω.
Κι ο ήλιος το πιο μαύρο σκοτάδι.
Η λύτρωση απ’ την τρέλα της πείνας.
Μαγαρισμένο νερό και ψυχούλες για τα καβούρια.
Το μουσικό όργανο που λέγετε ανθρώπινο σώμα.
Η μελωδία της ακαμψίας.
Οι ένστολοι οικογενειάρχες.
Οι ευυπόληπτοι χασικλήδες πατριώτες.
Είναι τα θεμελιώδη θέματα της στατιστικής.
Κι εγώ ένας ξεδιάντροπος.
Ένας πνιγμένος στην πανσέληνο.
Τροφή για τα σκυλόψαρα του ρομαντισμού.
Για τις προσευχές παιδεραστών παπάδων.
Για τις πονετικές εκθέσεις
που γράφουν τα παιδάκια στο γυμνάσιο.
Εγώ δίχως το εγώ.
Υπόλοιπο της Δημιουργίας.
Εγώ το περίσσευμα.
Κοιτώ αλλά κανένα δε βλέπω.
Γράφω αλλά κανείς δε με διαβάζει.
Εξ ου και συμπεραίνουν όλοι πως είμαι ένας πνιγμένος.
Ότι είχα και δεν είχα έχει σχεδόν σκορπίσει.
Ο θάνατός μου ήτανε η μόνη μου ιστορία.

*Από το ιστολόγιο του ποιητή στο https://dromos.wordpress.com/…/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE…/

Κλείτος Κύρου, Συντριβή

Της Αγγέλας

HELMUT W… γεννήθηκε στα 1922
Σκοτώθηκε στα 1944
Κείτεται τώρα ξαπλωμένος
Κι αγναντεύει τις ευθυγραμμίες
Που σχίζουν το κορμί του κάθετα
Νέος είκοσι δύο χρόνων
Και τα ξανθά του μαλλιά θα σπίθιζαν στον ήλιο
Και στα μάτια του τα γαλανά θα διάβηκεν η επιθυμία
Και θα δάκρυζε το χώμα κάτω απ’ τα στέρεά του πόδια
Και θα ’σερνε τη μνήμη της μακρινής του πατρίδας
Είκοσι δύο χρόνων
Και πλάι του
Εκατοντάδες άλλοι
Μελετούν τις ίδιες ευθυγραμμίες
Κι αναλογίζονται πως τα κουφάρια τους
Φκιαχτήκανε για σχήματα γεωμετρικά

HELMUT W… HELMUT W…
Είκοσι δύο χρόνων
Το βάζο της ζωής σου κομματιάστηκε
Μες στα νεανικά σου χέρια
Και πρόωρα μουσκέψανε
Τα χρυσαφένια σου όνειρα
Κι ούτε ποτέ φαντάστηκες πως ανελέητα θα σε πύρωναν
Οι σκληρές ηλιαχτίδες
Και το κορμί σου θα έσμιγε
Με τα θλιμμένα δειλινά
Με τα καρτερικά βελάσματα
Με τα τζιτζίκια
Με τις χλιαρές βροχές
Και με το γαλανό ουρανό
Κι ούτε ποτέ θα σκέφτηκες
Πως ένα μπαρ θα ορθώνονταν σιμά σου
Που θα μαστίγωνε τ’ αυτιά σου με τραγούδια
Και χάχανα Εγγλέζων μεθυσμένων Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949)

*Το ποίημα είναι από το http://kleitoskyrou.wordpress.com Το βίντεο από τη σελίδα του περιοδικού “Εντευκτήριο”.