Γιώργος Ανδριώτης, Μιθριδατισμοί μικροί

Kveta Pacovska, Space of red

Kveta Pacovska, Space of red

Μιθριδατισμοί μικροί και σύντομοι
οι τίτλοι των ειδήσεων 

σε σάβανα αναλγησίας κυλιέται η αντίληψη
και με κάθε περαστικό τέρμινο
βάρος προστίθεται στο ζύγι της αδικίας

Είμαστε όλοι κοινωνοί

μια οικογένεια στον καναπέ καθισμένη
ζεσταίνεται στην θαλπωρή
χαζεύει το φως των γλόμπων των κρεματορίων

Σε μια πόλη μεθοριακή, με ηδονοβλεψία τρομακτική
τις Κυριακές κατοπτεύσεις viral σφαγών 
βομβαρδισμών και αποκεφαλισμών διάλογος

Φρικαλεότητες με μόνο πρόσχημα την καταγραφή
ειρωνική αντανάκλαση του αιματοβαμμένου λόγου μας
ηχώ της δικής μας δίψας για άρτο και βία

αίμα-σπέρμα-φόβος
αίμα-σπέρμα-φόβος

ο φόβος όμως έκανε το σπέρμα να κόψει 
και το αίμα να παγώσει
όλα τα χρώματα της Ίριδας καταπίνει
ο κανιβαλιστικός ορίζοντας

*Το ποίημα αναδημοσιεύετι από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://epikrateiatoumidenos.blogspot.com/2014/10/blog-post_16.html

Άσπρο Πανί

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

Κατάδικο μου, κενό, άμορφο
το παρελθόν της προηγούμενης ζωής μου.
Το μέλλον της επόμενης μου ύπαρξης.

Πόσο όμορφο να ξεκινάς απ’ την αρχή;
Και να μην αφήνεις άλλους να πατάν
στα βήματα που έχουν σβήσει

απ’ το χρόνο.

Σαν να ναι ένα πανί όλη μας η ζωή
που χρωματίζεται αδέξια απ’ τις διαθέσεις μας.
Έτσι κι εγώ το βάφω τώρα άσπρο, κατάλευκο.
Ο φωτεινός σηματοδότης της ζωής
καλεί τώρα στο έδρανο
την επόμενη στιγμή.

Γιατί εκτιθέμεθα, κύριοι,
κι όσοι εκτίθενται πρέπει να ξέρουν πρωτίστως πως να ξεκινούν

απ’ την αρχή.

View original post

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Δύο ποιήματα

bird-birds-black-and-white-clouds-flying-favim-com-254276

ΑΣΠΡΟΣ ΣΑΝ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Πού μένεις; Τον ρωτάω
– Στα κυπαρίσσια μου λέει,
στην Αλησμόνα…

– Δεν έχει ήλιο εκεί,
γι’ αυτό είσαι άσπρος σαν το χιόνι;

Σκύβει το κεφάλι. Δεν γελάει.

***

ΕΡΧΕΤΑΙ ΝΥΧΤΑ

Σ’ αρέσει η νύχτα κι όλο νύχτα έρχεσαι;
Του λέω και γελάει.
Κάτι μου δείχνει και λέει:
έλα απόψε είναι γιομάτος άστρα ο ουρανός.

Βγαίνουμε στο λιακωτό
κι απ’ το δοκάρι
με μιας βρισκόμαστε στα κεραμίδια.

Κοίτα, μου λέει, η στράτα του Θεού.
Κοιτάω κι εγώ μανούλα μου
και χάνω τη φωνή μου.

*Από τη συλλογή “Κλίνη Σπόρου, Καλή”, εκδ. Οροπέδιο, 2010, σελ. 24 και 28.

Θάνος Γώγος, Αυτολεξεί και αμνημόνευτα

Ο+ΕΡΩΜΕΝΟΣ+(ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ)

Θεός είναι
το μαρκάρισμα του αιδοίου

Η βελούδινη
γαλάζια
λέξη

Καθώς παραχαράσσει
ατσάλι
από τις νύκτες

Θεός είναι
ο μασκοφόρος τιμωρός

Απαλλαγμένος από τον έρωτα και τη λογική σου
“απαλλαγμένος από τον δρυοκολάπτη”

Είναι
Αίρεση

Τα αλουμινένια διηνεκή μου δόντια

Χωρίς
φύλα

Όταν κόβουν τις ώρες απάνω σου γυμνές
στην ύστατη προσπάθεια να καταλάβεις

Ο Θεός βρίσκεται
αυτοφυής

Έτοιμος για ολική επανεξέταση του προϊόντος.

*Από τη συλλογή “Μεταιχμιακή χαρά”, εκδ. Φαρφουλάς, 2013, σελ 35-36.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες IV

blax

Έπιασε κρύο.
Φλογίζουν δέσμες στίχων.
Το τζάκι σβηστό.

Θά ‘θελα να πιω.
Σκύβω στο ποτήρι μου.
Πιοτό με δάκρυ.

Στον ήχο πενιάς
με της καρδιάς τον πόνο
φίλος γίνομαι.

Ζεϊμπέκικο
παίξε μου. Στις στροφές του
παίρνω κουράγιο.

Γλυκειές πενιές μου,
σας ακούω κι αψηφώ
το πεπρωμένο.

Alejandra Pizarnik (1936-1972), Τέσσερα ποιήματα

Pizarnik_byn

Εξορία
Στον Raúl Gustavo Aguirre

Αυτή η μανία να με νομίζω άγγελο
δίχως ηλικία,
δίχως ένα θάνατο που να μπορώ να ζήσω,
δίχως συμπόνια για τ’ όνομά μου
μήτε γι’ αυτά τα κόκκαλα που περιφέρονται και κλαίνε.
Και ποιος δεν έχει μια αγάπη;
Και ποιος δεν χαίρεται ανάμεσα σε παπαρούνες;
Και ποιος δεν κατέχει μια φωτιά, ένα θάνατο,
ένα φόβο, κάτι φρικτό,
κι ας είναι με πούπουλα
κι ας είναι με χαμόγελα;
Μοχθηρό παραλήρημα ν’ αγαπάς μια σκιά.
Η σκιά δεν πεθαίνει.
Κι η αγάπη μου
αγκαλιάζει μονάχα αυτό που ρέει
σαν λάβα κόλασης:
μια σιωπηρή στοά,
φαντάσματα σε γλυκιά διέγερση,
ιερείς από αφρό,
και πάν’ απ’ όλα αγγέλους,
αγγέλους ωραίους σαν μαχαίρια
που ανυψώνονται τη νύχτα
κι αφανίζουν την ελπίδα.

*Από την ποιητική συλλογή “Οι χαμένες περιπέτειες (1958)΄

***

3

μόνο η δίψα
η σιωπή
καμιά συνάντηση
να προσέχεις από μένα αγάπη μου
να προσέχεις απ’ τη σιωπηλή στην έρημο
απ’ την ταξιδιώτισσα με το αδειανό ποτήρι
κι απ’ την σκιά της σκιάς της

***

14

Το ποίημα που δεν λέω
αυτό που δεν αξίζω.
Φόβος του να είσαι δυο
δρόμος του καθρέφτη:
κάποιος κοιμάται μέσα μου
με τρώει και με πίνει.

***

16

έχεις φτιάξει το σπίτι σου
έχεις καλύψει με φτερά τα πουλιά σου
έχεις κτυπήσει στον άνεμο
με τα δικά σου κόκκαλα
έχεις τελειώσει μόνη
εκείνο δεν άρχισε κανείς

*Από την ποιητική συλλογή “Δέντρο της Άρτεμης” (1962).

**Μετάφραση: Ελένη Κεφάλα.

Αντώνης Στασινόπουλος, Ποιήματα

10298762_10200433504796374_4921863061317683921_n

Ακρωτηριασμένες πόλεις.
Η λαλιά του πετεινού χάθηκε.
Ποντίκια μας εμποδίζουν την κυκλοφορία,
παίζοντας στην συμφωνική της πόλης.
Εξατμίσεις στον εγκέφαλο, μας πηγαίνουν
σε ταξίδια εθνικών και πολυεθνικών
κτιρίων για ψυχανάλυση
Η συμφωνία έκλεισε με παγκόσμια συμμετοχή
Συσσωρευμένα πτώματα, γύρω απ’ τον κρουνό,
τις ελπίδες αδειάζουν ακατάπαυστα
κουτιών περιεχόμενο
Σακούλες απορριμμάτων επάνω στο τραπέζι
αρπαχτικών
Ρεψίματα αγάπης σε ταβέρνες και PUB
Κρεβατοκάμαρες από οστά
Νεκροκεφαλές στις πόρτες των σπιτιών
Πυροβολόμορφοι μπάτσοι από ταράτσες
Εποπτεύουν την τάξη, ρίχνοντας
μ’ αλεξίπτωτα ναρκωτικά
Στο σινεμά η παράσταση τελείωσε,
Θεατές στη γραμμή
Γδούποι χαλάν το πάρτυ
Δώστε ένταση
Το ουρλιαχτό του σκύλου σκέπασε
το αγκομαχητό του πηδήματος.
Ο έρωτας το ‘σκασε απ’ τα μάτια
ευαίσθητης τσιμεντοκολόνας
και βρέθηκε στον υπόνομο της ευτυχίας
Εκεί μέσα στα λύμματα
ακούγονται τα περπατήματα κοριτσιών
Γυμνά πόδια χάνονται
Ένα ξυράφι πέταξαν στις φλέβες
Το πάνω “αποπροσανατολισμένος τρελός”
Οι σειρήνες φώναζαν διαολεμενα
Συγκεντρώσεις πνευματικών πατέρων
Με αρχηγούς τρώνε τα περιττώματα
της εκπόρνευσής τους.

***

Καλοκαίρι
Ένα ραδιόφωνο, παράσιτα, άνεμος
Άνθρωποι, ήλιος, θάλασσα
Άλλο ένα καλοκαίρι πέρασε στη μέρα αυτή
Ήλιος, θάλασσα, θάνατος μύγες γύρω από το
πτώμα στην άκρη
Το καλοκαίρι φεύγει
Αντί να σε θυμόμαστε
Σε περιμένουμε να ξανάρθεις
Ω! Ήλιε
Ω! Θάλασσα
Ω! Θάνατε
Σε περιμένουμε να ξανάρθεις.

***

Άθροισμα
Ένας κυβερνήτης
και ένας δικαστής
και ένας στρατηγός
και ένας μπάτσος
και ένας ψυχίατρος
και ένας δάσκαλος
και ένας ρασοφόρος
και όσοι τεχνοκράτες
ίσον ένας ξεχειλισμένος βόθρος.

***

Κελλί 415
Πτέρυγα δικαιοσύνης
στο παράθυρο οι μέρες σέρνονται
γερασμένες, χαμογελώντας φαφούτικα
Καθώς τρέχει η ζωή συμπιεσμένη
στους φακέλους του παράλογου
ο νόμος εξημερωμένο θηρίο στα χέρια
του δικαστή
μου στέλνει στο κελλί τη φαφούτα ημέρα
Κελλί 415
Κουράστηκα να μυνηγώ το χρόνο
Η άρκτος στη θέση της
Μόνος στ’ αλήθεια με το θάνατο
βαδίζω πάνω σε κομματιασμένες ελπίδες
Τα μάτια μου τρυπούν τους τοίχους
Κελλί 415.

*Από την πρώτη του συλλογή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”, ανεξάρτητη έκδοση χωρίς αναφορά χρόνου έκδοσης.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Δύο ποιήματα

SEVCIK, Vratislav Up and Down

SEVCIK, Vratislav Up and Down


Ασυνέχεια

Την πρώτη φορά ήρθες σ’ ένα όνειρο
Τώρα ο χρόνος έπαψε να υπάρχει.
Πεζές περιπολίες, ντυμένες ομοιόμορφα
Φωτιές, φωνές, ολονυχτίες
Μια απειροελάχιστη ρωγμή
Κι ένα ακίνδυνο σημείο στο χάρτη.
Τώρα, όμως, δεν υπάρχει χρόνος
Τώρα, όμως, τ’ όνειρο ντράπηκε
Και ντυθηκε για να μην ξεχωρίζει.

***

Μανιφέστο

Χωρίς ερωτήσεις και κομπιάσματα
Σαν σπάνια, ευλογημένα πλάσματα
Με κιθάρες και με τύμπανα
Ήχους ντύνουμε και σχήματα.
Ανέμελοι κι αφηρημένοι
Αχταρμάδες εντυπωσιασμένοι
Παθιαζόμαστε…
Μα ύστερα, κουραζόμαστε
Και λέμε να το ρίξουμε έξω
Χωρίς φράγκα και κεράσματα
Σαν σπάνια, ιδανικά αποβράσματα.

*Από τη συλλογή “Ιχθύων Λόγος”, εκδ. Univeristy Studio Press, Θεσσαλονίκη 2011.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ

Πεθαίνουμε αφού
που πεθαίνουμε
(κάθε μέρα)
ας
πεθαίνουμε σα τα ουλιά – απ’ αγάπη

Τα μαύρα μάτια
βλέπουν τα πιο όμορφα όνειρα

Ό τ σ ι τ σ ό ρ ν ι α

Μαύρα μάτια, μαύρα πουλιά
(πουλιά της μιζέριας)

***

ΣΥΝΝΕΦΑ

1ο. η Συννεφούλα
2ο. ένα Σύννεφο με παντελόνια

3ο. (άλλο), το
ροζ γκαζοζέν του Κρίστιτσ

– με το οποίο ταξιδεύω –

Δοϊράνη 19.8.2005

*Από τη συλλογή “Μαύρα μάτια”, εκδόσεις Πλανόδιον, Ιούνιος 2006, σελ. 9 και 29.

Γιώργος Γκανέλης, Δε σε ήξερα

Ο Αλέκης Τραϊανός

Ο Αλέκης Τραϊανός

Στις 7 Μαίου 1980, σε ηλικία 36 ετών, αυτοκτονεί ο ποιητής Αλέξης Τραϊανός. Το ποίημα που ακολουθεί είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.

ΔΕ ΣΕ ΗΞΕΡΑ

Στον Αλέξη Τραϊανό

Λυπάμαι όσους άφησαν το θάνατο
Να περάσει σαν άδειο τρένο
Μια ζωή δέσμιοι των κανόνων
Και των αναμμένων κεριών.
Το ασανσέρ πάντα στο ισόγειο
Κανείς δε θέλει ν’ αυτοκτονήσει από ψηλά
Άγνωστος μεταξύ γνωστών
Διεκδικείς μια θέση στο κενό
Είναι ανοιχτές οι πόρτες
Και πέφτει απ’ τον ουρανό
Μια οποιαδήποτε βροχή
Έτσι που να πιστοποιεί
Την αθωότητά σου
Βέβαια δε σε ήξερα μέχρι τότε
Γιατί δε σε ήξεραν ούτε οι άλλοι
Κασέτες κλασικής μουσικής
Και αναθυμιάσεις καυσαερίων
Μέσα στις λιγοστές αποσκευές σου
Νύχτες με τρανζίστορ και κονιάκ
Διάδρομοι προσγείωσης αυτόχειρων.
Σου είπα πως δε σε ήξερα
Μην επιμένεις πως είσαι νεκρός
Θάνατοι υπάρχουν
Μόνο για τους ζωντανούς.

*Από ανέκδοτη ποιητική συλλογή.