Μ’ αδιάφορο χέρι έκοψαν το νήμα της μουσικής
Ήρθαν κ’ εγκαταστάθηκαν γύρω μας
Με βρώμικα δάκτυλα
Φύτρωσαν κι αυξήθηκαν
Βρήκαν το έδαφος για καλλιέργειες πρόσφορο
Είχαν τα πιο σκληρά μάτια
Και μας πυροβολούσαν
Μάς σκότωναν ολοένα μάς σκότωναν
Δεν έχουμε καταφύγιο
Μια κρυμμένη πόρτα
Ένα κλεισμένο σπίτι
Ν’ αναθρέψουμε τα παιδιά που γεννήσαμε
Θυμήσου πόσες φορές σε σκότωσαν
Και συ τραγουδάς ακόμη
Μιλούνε οι νεκροί
Ουρλιάζουν φίλε μου
Λίγοι ακούνε
*Από αφιέρωμα στον Αλέξη Τραϊανό στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου – Μαρτίου 2014.
Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου
διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική
υστερικές, γυμνές και χρεωμένες
να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση,
ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη τους μεταφέροντας πίτσες,
φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη
υγιεινής,
που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας μπροστά από υπερφυσικές οθόνες
μ’ έναν τρόμο παράλυτο για τα βιογραφικά τους,
που βρήκαν την κόμισσα Seroxat να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου
συντροφιά με τον βαρόνο Tavor και τη μακρινή εξαδέλφη του ―
αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού παροράματος ―Xanax,
που σκάλισαν μ’ έναν ξεκούρδιστο τζουρά
χιτζάζ, ουσάκ, σαμπάχ και πειραιώτικους δρόμους,
αυλακωμένα απομεσήμερα με καύσωνα
μέσα σε τυφλά δυάρια και γρίλιες ασφυκτικές,
που πάρκαραν τα Cherokee τους στα λιθόστρωτα του Ψυρρή
κι έχασαν το σκαλπ τους για μια φυσική ξανθιά
–που δεν ήταν φυσική ξανθιά– που τρέκλισαν και σκόνταψαν στο ανυπόληπτο φιλιατρό
επιστρέφοντας με σκάρτη καρδιακότητα στη Κατανάγκα,
που άκουσαν τον Σωκράτη να ουρλιάζει «Τα Πάγια» με σπασμένες χορδές
απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής ίσαμε τη Στουτγάρδη,
που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή
με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ και το Πρόβλημα της Αναπηρίας
στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν στην Αθήνα
θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ το μακρύτερο
μανίκι της μεταμοντερνίλας, Continue reading →
Παρακαλείται όποιος έχασε τη φωνή του
στα περίχωρα της καλής θέλησης και του αλησμόνητου
να επικοινωνήσει άμεσα με το διασυνοριακό κέντρο της περιφρόνησης.
Ο θυμός που αφήνει πίσω του
κινδυνεύει να φέρει στα μέτρα του την αγανάκτηση
και να τα κάνει όλα άνω κάτω στις γειτονιές της υγειούς έκφρασης
και ανθρώπινης αδυναμίας.
Ζητείται επειγόντως να επαναπροσδιορίσει τους λόγους του
για να μη μετατραπεί το ευάλωτο που κρύβει
σε πλάσμα αγνώριστο και αταίριαχτο
με το χώρο από τον οποίο προέκυψε.
Σε διαφορετική περίπτωση, το κέντρο μας
είναι αρμόδιο να αναλάβει δράση
προς αποκατάσταση της ισορροπίας.
Επαναλαμβάνω…
Σε έρημη παραλία τα όστρακα αποφεύγουν τα λεμόνια.
Νηστικό φιλί ψάχνει ρούμι για να γίνει ανθολογία.
Στο πουθενά , νομίσματα κάνουν τραμπάλα
το κυματάκι τους γλείφει τα δάχτυλα.
Εσπερινοί λωτοί βρίσκονται δύσκολα, και πώς να τους ξεπατικώσεις;
Ούτε ένα πιάνο με ουρά δεν έχει ξεβραστεί
Να γαργαλήσει τα πλήκτρα να ξεχαρμανιάσει η ερημιά.
Η φύτρα του Ποσειδώνα, χωράει στα γραφτά του ναυαγού.
Τον δένει χειροπόδαρα, δαγκώνει την καρδιά του,
τον αλείφει με ιώδιο βαθύ κι αψύ κι αφήνει μόνο ένα μικρό μπάλωμα
καθαρό δέρμα στη φτέρνα, να θυμάται πως είναι άνθρωπος κι όχι ψάρι.
Γι αυτό προσέχει πολύ να μην πατήσει αχινό τις νύχτες
που χορεύει χούλα -χουπ με τ’ ωκεάνιο φεγγάρι
Τα αλατισμένα χρώματα τον έχουν από καιρό τυφλώσει .
Πότε -πότε νομίζει πως βλέπει φάλαινες
που τον ψάχνουν για να τον καταπιούν.
και κρύβεται.
Χιλιάδες μετανάστες
Τα ναυάγια
Της λησμονιάς νερό
Σκεπάζει
Χωρίς ονόματα·
Ντόπιοι δουλέμποροι
Διαβεβαιώνουν
Ουδετερότητα.
***
Όσοι κοιμούνται βαριά
Κάθε βράδυ κάνουν πρόβα το θάνατο.
Δεν τους διακόπτουν όνειρα
Ούτε το αιώνιο άγχος του ξυπνήματος
Γιατί έχουν κάτι τάχα να προλάβουν.
Στη θάλασσα πριν αιώνες πνίγηκα
στους καιρούς σας το σώμα μου ξεβράστηκε
αποδιοπομπαίο, μισό, κενοτάφιο χρόνου
γέρικος μορφασμός σε πρόσωπο παιδικό
μισοτελειωμένη φράση πάνω στα χείλη τους
όπως οι ρυτίδες σε χαμογελαστά μέτωπα
και τη γλώσσα τους
που ζητάει φτήνια
μόνο να ακούγεται θέλει
να γλείφει
να τσακίζει κόκκαλα.
Τα χέρια μου στα σκοτάδια των εποχών κόπηκαν
το μυαλό μου φορτώθηκε ενοχές παιδιών
φωτιά και νερό
πόλεμο.
Ατσάλινα λόγια ακούγονται από ιερά μεγάφωνα
και οι καμπάνες χιλιάδες χρόνια
μανιασμένα να χτυπούν
να καλούν πιστούς.
Άπιστος εγώ
με ευαγγέλια λειψά, χάρτινα
που οι λέξεις τους μυρίζουν αίμα
μίσος
κακία
απελπισία
και εναντίον μου στρέφονται
όπως οι ριπές του ανέμου
και εναντίον τους τις στρέφω
οργή προκαλώντας.
Όλα τα βράδια της αποστροφής τους
τα δικά μου όνειρα γεννούσα
τις αναιμίες μου έτρεφα
τις ασθένειες του κόσμου θεράπευα
το σώμα μου γύρευα να λυτρώσω.
Εκείνοι
το κεφάλι γυρίζανε σαν σβούρα
ακατάληπτα
έξω το μέσα τους έβγαινε
κι ο κόσμος μύρισε υποταγή
η άνοιξη ακρωτηριάστηκε
χιόνι έγινε το κενό
και ψυχρός άνεμος.
Το υγρό σώμα μου
μονομιάς πάγωσε στα χέρια τους
κι οι θάλασσες των αιώνων
μικρά ταφικά λιμάνια και καθρέφτες
είδωλα των καιρών σας έγιναν
κι εγώ
ένας αντικατοπτρισμός των φόβων σας.
*Ο Ελευθεριακός διαχειρίζεται τα ιστολόγια Ελευθερία Ή Τίποτα στο http://eleftheriahtipota.blogspot.com/ και Σκοτάδι και Φως στο http://skotadikaifws.blogspot.com/
Η μοναδική γυναίκα στην θερινή κατασκήνωσή μας στο Αγιοφάραγγο, στη νότια Κρήτη, δεν υπήρχε πρόσβαση με δρόμο, μόνο από το κακοτράχαλο μονοπάτι, μέσα από το φαράγγι, πέντε παλιοί πρόσκοποι, τέσσερις και η Πετρούλα, βρήκαμε την ησυχία μας αυτό το καλοκαίρι στο εξωτικό αυτό μέρος, σα ροβινσόνες, ξεχαστήκαμε, κάναμε μπάνιο γυμνοί, δύο ολόκληρες βδομάδες, ώσπου ήρθε ο Ρένος, στο μεγάλο αλμυρίκι «των συγκεντρώσεων», μ’ ένα σάκο, άφησε το σάκο, έβγαλε μια κονσέρβα, δεν είχαμε λεφτά να νοικιάσουμε δωμάτια, η κρίση βλέπεις, φανερώθηκε άξαφνα ένα πρωί, μας κοίταζε εξεταστικά κι όλο έτρωγε, ούτε μας καλημέρισε, έτρωγε του καλού καιρού, σαν να μην μας είδε, λοιπόν, καθάρισε το σουγιά του και έστησε τη σκηνή χωρίς ν’ αντιληφθεί ότι ενοχλεί, χωρίς να μας ρωτήσει, δικαίωμά του βέβαια, δεν κάνουν όμως έτσι, κι αυτός όλο να σφυρίζει, έτρωγε του καλού καιρού, θα φεύγαμε, το ’χαμε πάρει απόφαση, μας είδε που ετοιμαστήκαμε λίγο αργότερα, που ξεστήσαμε τις σκηνές μας, βρέθηκε σε αμηχανία, κατάλαβε φαίνεται, και με ένα χαμόγελο, μισό πικρό, μισό αδιάφορο, ξεκρέμασε το σάκο, εγώ ήμουν έτοιμος από ώρα, και άρχισε να βγάζει τις μπανέλες απ’ τη σκηνή του, η Πετρούλα καθυστερούσε, τη βοήθαγε ο «πούλακας», «φεύγει, τα μαζεύει», είπε ο «καρβουνιάρης», «περιμέντε, για μας φεύγει», ο «μικρός», τρέξαμε ξοπίσω του και του ’παμε να μείνει, έτσι βρέθηκε ανάμεσά μας ο Ρένος, από την επόμενη κιόλας μέρα κέρδισε ολονών την καρδιά, εμείς οι άλλοι, κάναμε «πηγαδάκια», μέναμε δυο δυο, τρεις τρεις στ’ αντίσκηνα, φίλοι από παλιά, μανιακοί στα ταξίδια, ποτέ όμως δεν είχαμε βρεθεί από τότε, από πιτσιρίκια, είχαμε φάει τις κατασκηνώσεις με το κουτάλι, ευκαιρία φέτος να ξαναβρεθούμε, λοιπόν, αλλά βρέθηκε ανάμεσά μας και ο Ρένος, σα να ήταν χρόνια ο πιο στενός μας φίλος, κέρδισε ολονών την καρδιά, σου λέω.
Πέρασαν κάμποσες μέρες, ξύλα μαζεύαμε για τη βραδινή πυρά το απόγευμα, λίγο πριν πέσει ο ήλιος, μου άρεσε το χιούμορ του, το φεγγάρι άδειαζε, είχαμε έρθει με πανσέληνο, στη βδομάδα πάνω δε βλέπαμε τη μύτη μας χωρίς φακό, γι’ αυτό ανάβαμε την πυρά, τριγύρω κάθε βράδυ λέγαμε ανέκδοτα, ιστορίες από παλιά, ο Ρένος παρακολουθούσε, συμμετείχε, μου άρεσε το χιούμορ του, όλοι βοηθούσαμε για το μάζεμα των ξύλων, ακόμη κι η Πετρούλα, όχι, αυτή τα τοποθετούσε σε σειρά, πρώτα τα λεπτά για προσάναμμα, απέναντι οι κορμοί, αργότερα αυτοί, μετά τα «μεσαία», μερικά ξερά φύλλα ανάμεσα, την πυρά του «κυνηγού», αυτή ανάβαμε κάθε βράδυ γιατί συνήθως φύσαγε, κανείς δεν έλειπε, αν έλειπε ένας θα διαλυόμασταν (το ξέραμε όλοι) την άλλη κιόλας μέρα, ούτε μία βραδιά, δεν είχε: «είμαι αδιάθετος», «είμαι κουρασμένος», «λέω να αράξω στη σκηνή», απαγορευότανε, την ανάβαμε κι όλοι γύρω τριγύρω, η Πετρούλα, ο «μικρός», ο «καρβουνιάρης», ο «πούλακας», ο Ρένος και εγώ, τι κάναμε λοιπόν; τίποτα, η Πετρούλα την άναβε με τα κόκκινα σπίρτα του «πούλακα», εκεί τρώγαμε όλοι μαζί το βράδυ, σηκωνόταν ορθή μπροστά μας και την φώτιζε το φως, εκεί φλυαρούσαμε ως αργά, πολλές φορές και μετά τα μεσάνυχτα, σκίαζε το σώμα της, τις πλάτες της, το πίσω μέρος της αδιάφορα προς εμάς, ενώ τα κούτσουρα σουσούριζαν με το βουητό τους, κρατς, τσικ, τσικ, τσακ, σκρατς, το ήξερε πως την κοιτούσαμε όλοι κείνη την ώρα, κοίταζε την φωτιά να φουντώνει, έσκυβε, διόρθωνε τα ξύλα, τα σήκωνε, τα παραμέριζε, ήταν η ευχαρίστησή της, η ευχαρίστησή μας να την παρατηρούμε, την άναβε κι όλοι γύρω τριγύρω κάθε βράδυ, μας έλεγε ανέκδοτα, ιστορίες από παλιά, φανταστικές ή πραγματικές, όπως αυτή με ένα συμφοιτητή της, το Δημοσθένη…
*
Καμιά φορά ο Δημοσθένης αναπολούσε τα παιδικά χρόνια στο χωριό με την μητέρα του και την αδερφή του. Πατέρα δε γνώρισε. Είχε σκοτωθεί σε τροχαίο στις στροφές του Δομοκού δύο μήνες πριν έρθει στον κόσμο. Η μάνα του όλη μέρα στο καφενείο μόνη να τα φέρει βόλτα. Ήθελε να τον κάνει δικηγόρο ή γιατρό. Έγινε δημοσιογράφος. Τη θυμάται να γυρίζει αργά το βράδυ κουρασμένη, να τρώει μια σαλάτα και να κοιμάται.
Με την αδερφή του αταίριαστοι. Παιδικούς φίλους δεν είχε. Όλα τα παιδιά του χωριού τον περιέπαιζαν. Αυτός δεν τους έδινε σημασία. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ’ το χωριό. Και γι’ αυτό διάβαζε. Όχι για να σπουδάσει, «να μορφωθεί», όπως του έλεγε η μάνα του, αλλά για να φύγει και να μην τους ξαναδεί. Continue reading →
A Book of Sea Shantey by Duncan Hose
Bulky News Press, 2014
The Hour of Silvered Mullet by Jean Kent
Pitt Street Poetry, 2015
Dream Animals by Alyson Miller
Dancing Girl Press, 2014
In the library of Australian poetry animals occupy many pages. There are poems on kangaroo, frog, platypus and bandicoot; pig, dog, possum and cow; sheep, fox, dugong and crocodile; and an aviary of birds from budgies and pelicans to magpies and herons. There is lyrebird upon lyrebird upon lyrebird to name just one select, totemic mascot. Michael Farrell’s celebrated 2014 work ‘A lyrebird’ is simply the latest in a long line of the same subject. With its repetition and meta-commentary, Farrell’s poem seems apposite to our moment, engaged in a dialogue with history, ecology and poetry in an altogether affecting and complicated portrait. I tip my beak to his eye.
We could, then, be forgiven for thinking that enough had been said on our relationship to friends and foes in our shared scientific kingdom, lyrebirds among them. But animals are like love in that they make an inexhaustible subject for poets. In addition, if we respond to Philip Mead’s assessment that there is a comparative dearth of critical Australian poetics scholarship, an animal poetics seems to warrant further exploration. Animal poems show no sign of becoming extinct in the pages of journals, chapbooks and books, despite decimated populations of insects, fish, mammals and more all around the globe. In thinking about poetry and our relationship to animals though, we might want to think through the ethical, moral and political demands as they are expressed aesthetically. What does it mean to write a formally constrained sonnet against live baiting in the greyhound industry? Is that sonnet as much of an ideological intervention as a free verse or spoken word rendering of the same content? Can we project onto animal poetry a whole host of concerns that are relevant for other poetries, despite the fact that it demands its own thinking and has its own logic and points of reference? Continue reading →