Jose Luis Calderon, Politics

poder-politico

Politics is an issue
ignorant and “wise”;
a lie with his lips
others believe in their motto.
 
Then comes that problem
unemployed members
and it gets ugly mess
when the surprise is born
that buries the promise
despite the voluptuous swaying.
 
Although employees vote
and the bottles are changed,
there are always complaints
Voter forgotten
who feel disappointed
and they switch parties;
made in their vain
to believe in these people,
others play with your mind
by the vote and then forgot.
 
There is a tunnel end
the hunger of the poor
receiving some envelopes
and covers food,
to see if anyone forgets
by its empty stomach
and the noise of the crowd
who does not think about tomorrow,
to throw out the window
dignity madness.
 
The same story is repeated
at the time of elections,
nobody learns the lessons
who left with the wind
and reborn discontent
ignorant people
using deceitful
for officials
who become millionaires
forgetting to voters.
 
*From The book Roots of Marea.

Τόλης Νικηφόρου, Μαγεμένη Ψυχή

11219332_379185335615071_7753454822771956295_n

Σ’ αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν
πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων
σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας
είναι γραμμένο τ’ όνομά σου
στις προκηρύξεις που μοιράσαμε
στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε
και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας
σ’ αγάπησα, σύντροφέ μου,
η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου
η αγωνία μου σου ανήκει
ΡΙΓΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟ ΣΤΟΝ ΗΧΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΣΟΥ

*Μανδραγόρας, 2015

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Σουρεάλ

kokkino_tholo_feggari

Ανέβηκα στη στέγη
Είδα μια γάτα
Πέθανε το λουλούδι στου κήπου μας
Κι εγώ έμεινα μόνος
Να παραπονιέμαι
Στο χλωμό φεγγάρι.

*Από τα ¨Ποιήματα”, εκδόσεις Ενδυμίων 2014

Αλέξης Τραϊανός, Περιφέρεται τώρα με μιαν ιδιωτική θλίψη…

1

Περιφέρεται τώρα με μιαν ιδιωτική θλίψη…
Ραμένη στο στόμα
Μ’ ένα πικρό συναίσθημα
Στις άκρες των χειλιών του
Μόνος και ξοδεμένος
Γυμνός απ’ τ’ αποδυτήρια της Αγάπης
Γυμνός δίχως νερό και αίμα
Σε μια θητεία καθήλωσης
Νεκρός μές στην ευαισθησία των δειλινών
Καπλαντίζοντας μ’ ένα χαρτί ερημίας την πολιτεία

Νεκρός
Με μιαν ιδιωτική θλίψη
Σ’ έναν ιδιωτικό Απρίλη

*Από το περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2014.

Αντρέι Ταρκόφσκι, Θυσία

1zbxhyp-1

σπαράγματα από ένα κείμενο που (μπορεί και να) γράφτηκε

“…γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται”

Το δεντράκι ανθοβολεί, για όσους θέλουν να το δουν να ανθοβολεί…
Γιατί, μπαμπα;
Γιατί, στη Θυσία, το γυμνό κορίτσι κυνηγά τις πάπιες,
περπατώντας μέσ’ απ’ τους διαδρόμους,
ακριβώς όπως περνά μια σκέψη απ’ το μυαλό μας.
Γιατί κανένας ποιητής του λόγου δεν συνέλαβε ποτέ το Φευγαλέο.
Γιατί ο κόσμος δεν τελειώνει ούτε μ’ ένα βρόντο, ούτε με ένα λυγμό,
αλλά με μια κανάτα γάλα που συντρίβεται στο πάτωμα.
Γιατί η Θυσία είναι μια ταινία Ζεν.
Γιατί ο βυζαντινός Ταρκόφσκι, φεύγοντας δυτικά, προς τον θάνατο,
ανακαλύπτει την Ανατολή – σαν τους παλιούς θαλασσοπόρους.
Γιατί το έργο του Λεονάρντο έμεινε ημιτελές,
ενώ ο Ταρκόφσκι, λίγο πριν πεθάνει, προχωρά στην ύστατη Βλασθημία του,
ως τα έσχατα: το Θαύμα.
Γιατί το αγοράκι επανεμφανίζεται στο τέλος της ταινίας
(ή μάλλον στην αρχή της ταινίας που έχει κάνει τον κύκλο της),
όπως ο Ναζωραίος στα τριάντα του, έλλογος και θαυματοφόρος.
Γιατί στη Θυσία, η ιστορία της ανταλλαγής είναι αβάσταχτη:
ο Αλέξανδρος ανταλλάσσει την Πίστη του με τη Λογική του.
Και τέλος (ή εν αρχή), γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται:
όπως το αγοράκι, το δέντρο, ο καπνός…
Με τρομάζει ο Αντρέι Ταρκόφσκι.

*Από το https://uncensoredstories.wordpress.com

Roberto Bolano, Βιβλιοπώλες

bolac3b1o_archivo

 
Τα βιβλία που θυμάμαι περισσότερο απ’ όλα, είναι όσα έκλεψα ανάμεσα στα δεκαέξι και τα δεκαεννιά μου χρόνια στην πόλη του Μεξικού και εκείνα που αγόρασα στη Χιλή όταν ήμουν εικοσάχρονος, τους πρώτους λίγους μήνες του στρατιωτικού πραξικοπήματος. Στο Μεξικό υπήρχε ένα απίστευτο βιβλιοπωλείο. Ονομαζόταν Το Γυάλινο  και βρισκόταν πάνω στην Αλαμέδα[1]. Οι τοίχοι του, ακόμη και η οροφή, ήταν από γυαλί. Γυαλί και μεταλλικές δοκοί. Βλέποντάς το απ’ έξω,  φαινόταν αδιανόητη και μόνη η σκέψη να κλέψεις. Ωστόσο ο πειρασμός υπερνίκησε την σύνεση και μετά από λίγο έκανα την πρώτη προσπάθεια.

Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν ένας μικρός τόμος του Πιερ Λουίς, με σελίδες λεπτές σαν το χαρτί της Βίβλου. Δεν μπορώ τώρα να θυμηθώ αν ήταν η Αφροδίτη ή τα Τραγούδια της Βιλιτώς. Ξέρω ότι ήμουν δεκαέξι ετών και ότι για ένα διάστημα ο Λουίς έγινε ο οδηγός μου. Αργότερα, έκλεψα βιβλία του Μαξ Μπίρμπομ (Ο χαρούμενος υποκριτής), του Σαμφλερί, του Σάμιουελ Πέπις, των Αδελφών Γκονκούρ, του Αλφόνς Ντωντέ, του Ρούλφο και του Αρέολα, μεξικανών συγγραφέων που εκείνη την εποχή ήταν λίγο ως πολύ διάσημοι, και τους οποίους ίσως να συνάντησα κάποιο πρωινό στην Αβενίδα Νίνιο Περντίδο, μια πολυσύχναστη λεωφόρο που σήμερα δεν υπάρχει στους χάρτες της πόλης του Μεξικού, λες και η Νίνιο Περντίδο υπήρξε μόνο στη φαντασία μου, ή λες και η λεωφόρος, με τα υπόγεια καταστήματά της και τους πλανόδιους ηθοποιούς της, έχει χαθεί πραγματικά, όπως χάθηκα κι εγώ στα δεκαέξι μου χρόνια.

Από την θολή εικόνα εκείνης της εποχής, από εκείνες τις ληστρικές επιδρομές, θυμάμαι πολλά βιβλία ποίησης. Βιβλία του Αμάντο Νέρβο, του Αλφόνσο Ρέγιες, του Ρενάτο Λεντύκ, του Ζιλμπέρτο Όουεν και συλλογές Αμερικανών ποιητών, όπως την συλλογή Ο Στρατηγός Γουίλιαμ Μπουθ εισέρχεται στον Παράδεισο, του μεγάλου Βέιτσελ Λίντσεϊ. Όμως εκείνο που με έσωσε από την κόλαση και με έκανε να ξαναγυρίσω στον κόσμο ήταν ένα μυθιστόρημα,  Η Πτώση του Καμύ. Θυμάμαι τα πάντα σχετικά μ’ αυτό το βιβλίο σαν σκηνές ασάλευτες μέσα σ’ ένα φασματικό σύθαμπο, μέσα στο στάσιμο υποκίτρινο φως της νύχτας, μολονότι το διάβασα, το καταβρόχθισα, κάτω από το φως εκείνων των ξεχωριστών μεξικάνικων πρωινών που ακτινοβολούν – ή ακτινοβολούσαν – με μια κοκκινοπράσινη λάμψη, πρωινών πνιγμένων στο θόρυβο, σ’ ένα παγκάκι στην Αλαμέδα, χωρίς μια δεκάρα στην τσέπη, αλλά με ολόκληρη τη μέρα μπροστά μου, για την ακρίβεια ολόκληρη τη ζωή μπροστά μου. Μετά τον Καμύ, όλα άλλαξαν.

Ακόμη θυμάμαι την έκδοση: ήταν ένα βιβλίο με πολύ μεγάλα γράμματα, σαν αλφαβητάρι του δημοτικού, λεπτό, δεμένο με ύφασμα, με ένα αποτρόπαιο σκίτσο στο εξώφυλλο, ένα βιβλίο που δυσκολεύτηκα να κλέψω επειδή δεν ήξερα πού να το κρύψω – κάτω από τη μασχάλη μου, ή μέσα στη ζώνη μου; – αφού φαινόταν κάτω από το σακάκι του κοπανατζή μαθητή που ήμουν τότε. Στο τέλος το βούτηξα κάτω από το βλέμμα όλων των υπαλλήλων του Γυάλινου Βιβλιοπωλείου. Ήταν ένας από τους καλύτερους τρόπους να κλέβεις, μου τον είχε διδάξει μια ιστορία του Έντγκαρ Άλαν Πόε.

Ύστερα απ’ αυτό, αφού έκλεψα το βιβλίο και το διάβασα, έγινε η μετάβαση: από συνετός αναγνώστης έγινα άπληστος αναγνώστης και από κλέφτης βιβλίων έγινα βιβλιοπειρατής. Ήθελα να διαβάσω τα πάντα, πράγμα που μέσα στην αθωότητά μου ισοδυναμούσε με το να θέλω να αποκαλύψω ή να προσπαθήσω να αποκαλύψω τις κρυφές μηχανορραφίες της τύχης που είχαν παρασύρει τον ήρωα του Καμύ στην αποδοχή της φρικτής του μοίρας. Παρά τα επιφαινόμενα, η σταδιοδρομία μου ως βιβλιοπειρατή ήταν μακρά και γόνιμη. Όμως μια μέρα με έπιασαν. Ευτυχώς, δεν ήταν στο Γυάλινο Βιβλιοπωλείο, αλλά στο Βιβλιοπωλείο το Κελάρι που βρίσκεται – ή βρισκόταν – απέναντι από την Αλαμέδα, στην Αβενίδα Χουαρές, και το οποίο, όπως δηλώνει το όνομά του, ήταν ένα μεγάλο υπόγειο, όπου οι πιο πρόσφατες εκδόσεις από το Μπουένος Άιρες και την Βαρκελώνη ήταν στοιβαγμένες σε αστραφτερούς σωρούς. Η σύλληψή μου ήταν ατιμωτική, επονείδιστη. Ένιωσα σαν να με είχαν επικηρύξει οι σαμουράι του βιβλιοπωλείου. Με απείλησαν ότι θα με πετούσαν έξω από τη χώρα, ότι θα μου έριχναν ένα γερό χέρι ξύλο στο κελάρι του Βιβλιοπωλείου “Το Κελάρι”, κάτι που στα αυτιά μου ήχησε σαν μια συζήτηση μεταξύ νεο-φιλοσόφων περί της καταστροφής της καταστροφής και στο τέλος, μετά από μακροσκελείς διαπραγματεύσεις, με άφησαν να φύγω, όχι όμως πριν κατάσχουν όλα τα βιβλία που είχα πάνω μου, ανάμεσά τους και την Πτώση. Κανένα από τα βιβλία που μου υπεξαίρεσαν δεν το είχα κλέψει από εκεί.

Λίγο αργότερα, έφυγα για την Χιλή. Αν στο Μεξικό μπορούσα να σκοντάψω πάνω στον Ρούλφο ή τον Αρέολα, στην Χιλή ίσως να συναπαντιόμουν με τον Νικανόρ Πάρα και τον Ενρίκε Λιν, ωστόσο νομίζω ότι ο μόνος συγγραφέας με τον οποίο διασταυρώθηκα ήταν ο Ροντρίγκο Λίρα, ενώ βάδιζε γοργά μέσα στη νύχτα που βρομούσε δακρυγόνα. Ύστερα ήρθε το πραξικόπημα και μετά απ’ αυτό άρχισα να περνάω τον καιρό μου στα βιβλιοπωλεία του Σαντιάγο – φτηνός τρόπος να διώξω την πλήξη και να αποτρέψω την τρέλα. Αντίθετα από τα βιβλιοπωλεία του Μεξικού, εκείνα του Σαντιάγο δεν είχαν υπαλλήλους. Τα κρατούσε ένα μόνο άτομο, που σχεδόν πάντα ήταν ο ιδιοκτήτης. Εκεί αγόρασα τα Ombra Gruesa [τα Άπαντα] και τα Artefactos του Νικάνορ Πάρα, όπως και βιβλία του Ενρίκε Λιν και του Χόρχε Τεϊγιέ που σύντομα θα τα έχανα, αλλά που αποτέλεσαν θεμελιώδη αναγνώσματα για μένα – αν και ‘θεμελιώδη’ δεν είναι η σωστή λέξη: εκείνα τα βιβλία με βοήθησαν να αναπνεύσω. Ούτε όμως το ‘αναπνεύσω’ είναι η σωστή λέξη.

Ό, τι θυμάμαι καλύτερα από εκείνες τις επισκέψεις μου σ’ εκείνα τα βιβλιοπωλεία, ήταν τα μάτια των βιβλιοπωλών, που άλλοτε έμοιαζαν με μάτια κρεμασμένου και άλλοτε ήταν σκιασμένα από κάτι σαν ληθαργικό πέπλο, που τώρα ξέρω ότι ήταν κάτι άλλο. Δεν θυμάμαι να έχω δει πιο μοναχικά βιβλιοπωλεία. Δεν έκλεψα βιβλία στο Σαντιάγο. Ήταν φτηνά και τα αγόραζα. Στο τελευταίο βιβλιοπωλείο που επισκέφθηκα, καθώς περνούσα δίπλα από μια σειρά παλιών γαλλικών μυθιστορημάτων, ο βιβλιοπώλης, ένας ψηλός, αδύνατος άνδρας γύρω στα σαράντα, με ρώτησε ξαφνικά αν μου φαινόταν σωστό ένας συγγραφέας να συστήνει τα δικά του έργα σ’ έναν άνθρωπο που είχε καταδικαστεί σε θάνατο.

Ο βιβλιοπώλης στεκόταν στη γωνία, φορώντας ένα λευκό πουκάμισο με τα μανίκια γυρισμένα ώς τους αγκώνες. Στο λαιμό του, το μήλο του Αδάμ προεξείχε και έτρεμε καθώς μιλούσε. Είπα ότι δεν φαινόταν σωστό. Για ποιο πράγμα συζητούν οι καταδικασμένοι σε θάνατο; ρώτησα. Ο βιβλιοπώλης με κοίταξε και είπε ότι ήξερε σίγουρα περισσότερους από έναν συγγραφείς ικανούς να συστήσουν τα βιβλία τους σε έναν άνθρωπο στο χείλος του θανάτου. Ύστερα είπε ότι μιλούσαμε για απελπισμένους αναγνώστες. Δεν έχω το δικαίωμα να κρίνω, είπε, όμως αν δεν το κάνω εγώ, τότε κανείς δεν θα το κάνει.

Τι βιβλίο θα έδινες σ’ έναν καταδικασμένο; με ρώτησε. Δεν ξέρω, απάντησα. Ούτε εγώ ξέρω, είπε ο βιβλιοπώλης και νομίζω πως αυτό είναι τρομερό. Τι βιβλία διαβάζουν οι απελπισμένοι άνθρωποι; Τι βιβλία αγαπούν; Πώς φαντάζεσαι τη βιβλιοθήκη ενός καταδικασμένου ανθρώπου; ρώτησε. Δεν έχω ιδέα, είπα. Είσαι νέος, δεν εκπλήσσομαι, είπε. Και ύστερα: είναι σαν την Ανταρκτική. Όχι σαν τον Βόρειο Πόλο, σαν την Ανταρκτική. Μου ήρθαν στο νου οι τελευταίες μέρες του Άρθρουρ Γκόρντον Πιμ, αλλά αποφάσισα να μην πω τίποτα. Για να δούμε, είπε ο βιβλιοπώλης, ποιος γενναίος θα έβαζε τούτο το μυθιστόρημα στα χέρια ενός ανθρώπου καταδικασμένου σε θάνατο; Πήρε ένα βιβλίο που είχε πάει αρκετά καλά και το πέταξε στο σωρό. Τον πλήρωσα και πήγα να φύγω. Καθώς γυρνούσα την πλάτη μου, ο βιβλιοπώλης έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, μπορεί γέλιο, μπορεί κλάμα. Ανοίγοντας την πόρτα, τον άκουσα να λέει: Ποιος υπερφίαλος μπάσταρδος θα τολμούσε να κάνει τέτοιο πράγμα; Κι ύστερα είπε κάτι ακόμα, αλλά δεν μπόρεσα ν’ ακούσω τι ήταν.
 
*Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά. Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Ρομπέρτο Μπολάνιο Ανάμεσα σε παρενθέσεις: Δοκίμια, άρθρα και ομιλίες (1998-2003) που κυκλοφόρησε το 2011 σε μετάφραση Natasha Wimmer από τον αμερικανικό εκδοτικό οίκο New Directions. Η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά έγινε από τα αγγλικά. Εμείς τοπήραμε από το http://www.oanagnostis.gr/vivliopoles

μια σονάτα (για το ίδιο θέμα)

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας


Σε ενα χθεσινό όνειρο

είδες έναν από τους νεκρούς σου/
να υπερασπίζεται τη ζωή

(εν τάφω)

Ευθύς,

ένας κόμπος που περιείχε τη λύση του,

άμα τη γενέσει-

άρχισε να συσπάται.

Λάθος! φωνάζεις,

εδώ όφειλαν να αγορεύουν

λευκά περιστέρια ή δυο σκουλαρίκια φράουλες

στυφές λιχουδιές/

και όχι γρίφοι/

ζωής ή θανάτου
μετά σε κοίταξε

βουβά/

κι η ιεράρχηση

-μια διαδοχή υποχρεώσεων σε αξιακό λογάριθμο-

άρχισε να οδύρεται

(που ένα αδιάκοπο καλοκαίρι στη διαθλαστική θάλασσα/

τερματίστηκε από αυτή τη ματιά)
και το πρωί

αναπτύχθηκε ξανά

στη σονάτα σου

View original post

Δημήτρης Τρωαδίτης, με αχνίζοντα ρουθούνια

tumblr_n3fchv7rhk1spzh04o1_5001

…εμμένουμε στις πληγές μας
λατρεύουμε τη μοναξιά
οι ξερολιθιές μας θωπεύουν
ξασπρίζουν τα μαλλιά μας
οι κύκλοι μας χάνουν την περίμετρό τους
αλλάζουν χρωματισμούς
αρνούνται να μας εμπεριέχουν
μας εγκαλούν
με αχνίζοντα ρουθούνια

Μαρίνας Χατζηκυριάκου, Δύο ποιήματα

Kralik, Einstein´s Diary

Kralik, Einstein´s Diary

 Ταξιδιώτες του σύμπαντος
σε μια διάφανη θέση
με το βλέμμα στραμμένο
στην άπατη άβυσσο
που ωραία απλώνεται
τρυφερά
και ζεστά
σαν παλτό
απ τους ώμους ριγμένο
ατημέλητα
ν ακουμπάει της γης το πλευρό
με δυο μάτια φώτα αλάθητα
με αρχαίες οσμές
υακίνθους
πετούνιες
και νάρκισσους
με ρυάκια
αμπέλια
κι ελιές
με την άκρη στ ουρανού το στερέωμα
να στεριώνει το αύριο το χθες
κι από κάτω στηρίγματα πλήθος πνοές
πυκνωμάτων
νεφελώματα ανάκλασης
στις κολώνες του  Milky Way
κι ο Ωρίων να  κλείνει το μάτι
σε απάτητες, νέες  τροχιές.
 
Μπίγκα Μπάνγκα
 
μια φορά κι έναν καιρό έγινε ένα μπιγκ μπαγκ
κάπως, μ εναν τρόπο, θα πρέπει ναχε ζορίσει το πράγμα
για να φτάσει ως εκεί
ποιος ξέρει πόσες χιλιετηρίδες δυσκοιλιότητας
 
και εγένετο σύμπαν
μεταξύ υποπροϊόντων και δηλητηριωδών αερίων
κάποια παράσιτα είχαν αναπτύξει την  ικανότητα να αλληλοεξουδετερώνονται
και να αυτοθεοποιούνται
άλλωστε είχαν μάθει πια από τη γονιδιακή τους μνήμη
πως δεν κάνει να είσαι εγκρατής
μην έχουμε κι άλλα ακούσια ξεσπάσματα στον άγνωστο χώρο

*Από το http://eranistis.net/wordpress/2014/11/29/%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%AC-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%BC%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84/