Στα όρια της φτώχειας.. ο πλούτος σου

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

Πέρασες τα όνειρα και τις αυταπάτες,
πέρασες τα νησιά τα στριμωγμένα στους χάρτες.
Έγινες φονιάς, έγινες φυγάς.
Σημάδεψες τα παιδιά σου.
Έγινες όσα δεν περίμεναν από σένα
ακόμη κι όσοι περίμεναν τα χειρότερα από σένα.
Ξόδεψες χρόνια, προβλέψεις,
αοριστίες, γενικολογίες,
άναρθρες κραυγές,
υποτυπώδεις χλιδές για βιτρίνες,
να κρύβεις όσα σου κλέψαν, να μασάς για να μην υποδείξεις τον κλέφτη σου.

Χτίζεις το βάθρο σου
πάνω σ’ ανάσες λευκές
για να ταφείς
μια εσύ
μια εμείς.
Νικητής ο κανείς.
Στα όρια της φτώχειας.. ο πλούτος σου
και πιο πέρα ακόμη.

Υποδεικνύουν απειλές, υποδεικνύεις ενοχές.
Δεν περιμένει τίποτα κανείς από σένα.
Κι αν δε σε πειράζουν όλα,
ίσως να σε πειράζει αυτό.
Δεν περιμένει τίποτα κανείς από σένα.

View original post

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το βράδυ του θανάτου

2179493_orig

Το βράδυ του θανάτου
στη χώρα των ονείρων
με κοίταζες με δάκρυα στα μάτια.

Πρώτη φορά σ’ έβλεπα με δάκρυα στα μάτια.
Πάντα ήσουν τόσο δυνατός.
Μα ποτέ πιο δυνατός από τότε
το βράδυ του θανάτου
όταν είχε έρθει η ώρα να φύγω.

Και τα λόγια σου έβγαιναν μαζί με τα δάκρυα
λόγια αγάπης για τον λίγο χρονο που είχαμε
λόγια κρυμμένης οδύνης για τον χρόνο που τελείωνε:

“Αύριο θα είναι η πρώτη μέρα της ζωής μου χωρίς εσένα”.

Με αγκάλιασες
και για λίγο πίστεψα
πως η αγκαλιά σου
δε θα μ’ άφηνε να φύγω.

Όχι, δεν το πίστεψα.
Ήξερα καλά πού βρισκόμουν.

Και ξύπνησα
και το τηλέφωνο ήδη χτυπούσε.

*Από τη νέα συλλογή ποιηματων και πεζών του Αλέξη Αντωνόπουλου “Εδώ”, εκδόσεις Πασιφάη. Για περισσότερα ποιήματα και κείμενα του ποιητή επισκεφθείτε τον δικτυακό του τόπο στη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο ποιήματα

10404859_926545184067471_5517800390523877376_n

Καμμένες φωτογραφίες
Μυαλά διογκωμένα στροβιλίζοντας,
ιπποπόταμοι σε ζωολογικό κήπο
Τεχνητή λίμνη
ο αέρας λιγοστεύει.
Ανανέωση νερού
Υποκατάστατο, έρχονται με αερόστατα
Δεκανίκια άυλα
Το αληθινό έφυγε
κρατικοί εγκέφαλοι προγραμματίζουν
Προσανατολιστείτε!
T.V. Ειδήσεις
Ψυχιατρική κλινική
Χορηγούνται χάπια
φωτογραφίες καμμένες
“Δείτε τη ζωή πιο όμορφα
με μια μπύρα”.

***

Στο εστιατόριο, ο Κύριος τρώει το βοδινό του
τελειώνει χωρίς να φάει
“Το λογαριασμό παρακαλώ”
Το γκαρσόνι: “ορίστε”
Ο Κύριος: “Το κρέας ήταν σάπιο
αλλά λόγω εχεμύθειας δε φωνάζω”
Το γκαρσόνι: “εσείς μας τα πουλήσατε”
Ο Κύριος: “Όχι και να το δίνετε σε μένα”
Η πόρτα ανοίγει
κάτι παιδιά μπαίνουν
Είναι του αντισαπιοκτηνωτικού κινήματος
“Κύριοι θα πρέπει να απολυμανθείτε”
Αυτοί κάνουν να κινηθούν, διαμαρτυρόμενοι
Διαλύονται τα σάπια τους κύτταρα
και προβάλλουν κάτι ζωάκια άσπρα,
άσπρα μικρά αλλά πρακτικά.

*Από την πρώτη συλλογή του ποιητή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”.

Christo Botev (1848-1876), Αγώνας

Hristo-Botev-24γραμματα

Σ’ αθλιότητα περνά και θλίψη η νειότη.
Πικρό το αίμα κυλά στις φλέβες μέσα.
Σκοτεινιάζει το βλέμμα, ο νούς δε βλέπει
καλό’ ναι καν κακό ότι φτάνει… Πιέζουν
βαριά αναμνήσεις την ψυχή, που η μνήμη
τις ξαναλέει αδυσώπητα. Και μήτε
στην καρδιά αγάπη, μήτε πίστη, μήτε
κ’ ελπίδα, πως μπορεί έστω κ’ ένας μόνο
συνετός να ξυπνήση από τον ύπνο
του θανάτου ! Τους συνετούς θεωρούνε
στον τόπο μας τρελούς, κι όλοι τιμούνε
τον κάθε ανόητο: «Μα είναι πλούσιος», λένε,
πλην δε ρωτά κανείς, σαν πόσους τάχα
να έκαψε ζωντανούς, μήδε σαν πόσους
δυστυχισμένους λήστεψε, ή σαν πόσες
φορές, με προσευχές, με ψευτιές κι όρκους
ξεγέλασε το Θεό. Κι αυτόν τον δήμιο
του κοσμάκη, με πίστην ο παπάς μας,
κ’ η Εκκλησία από δίπλα, υπηρετούνε,
κι ο βλάκας των βλακών, ο δάσκαλός μας,
υποκλίνεται μπρός του, αλαμπρατσέτα
καθώς με τον εφημεριδογράφο
περιπατεί, φιλοσοφώντας, ότι ο
φόβος του Θεού σοφίας αρχή’ ναι… Ειπώθη-
κε από Συμβούλιο λύκων, που κρυβόταν
κάτω από αρνιών τομάρια, για να βάλη
της ψευτιάς της ιερής την πρώτη πέτρα,
το μυαλό αλυσοδένοντας του ανθρώπου
για πάντα, με βαριά δεσμά. Κ’ εκείνος
ο βασιλιάς ο ακόλαστος, ο μέγας
Σολομώντας, – ένας κατεστημένος
κάπου, μες τον Παράδεισο, από χρόνια
τώρα, με τις παραβολές του, μ’ όλους
μαζί τους, σαν και δαύτον, άγιους, – είπε
μια βλακεία για τους βλάκες, που ως τα τώρα
τη λέει πάλι και πάλιν ο κοσμάκης:
Φοβού τον Θεό, τον Βασιλέα του σέβου !
 
Βλακεία καθαγιασμένη ! Αιώνες τώρα
Λογική και Συνείδηση αγωνίζον-
ται ενάντιά σου, του κάκου·  σε μαρτύρια
οι μαχητές φριχτά πεθάνανε, – όμως
δεν μπορέσανε τίποτα να κάμουν !
Οι άνθρωποι, στον ζυγό συνηθισμένοι,
να σέβωνται δεν πάψαν τους τυράννους.
Ταπεινά ασπάζονται το χέρι, αν είναι
σιδερένιο. Πιστεύουνε τα λόγια,
ψεύτικα αν είναι: «Σώπα, παρακάλει
σα σε χτυπούν, κι αν ζωντανό σε γδάρη
θεριό ανελέητο, λύκοι, φίδια, αν πιούνε
το αίμα σου, εσύ στο Θεό να ελπίζης μόνο:
«Ελεησόν με ο Θεός, κατά το μέγα
έλεός σου, αμαρτωλός ειμί», και παρακάλει
στα γόνατα, και πίστευε γερά, ότι
μόνον «ους αγαπά ο Θεός παιδεύει»…»
Κ’ έτσι ο κόσμος πορεύεται… Στην έρμη
γη η σκλαβιά και το ψέμα βασιλεύουν !
Και την κληρονομιά τους, μέρα – νύχτα,
η μια γενιά στην άλλη μεταδίνει.
Μα σ’ αυτό το βασίλειο των δακρύων
και του αίματος, της αμαρτίας, του πόνου,
της αναντρίας και του άδικου, κοχλάζει ο
αγώνας, και με βήματα βαδίζει
γοργά κατά το τέλος το ιερό του,
με μια κραυγή: «Ψωμί ! Ψωμί, ή μολύβι!»

*Από την “Ανθολογία Βουλγαρικής Ποιήσεως” του Αρη Δικταίου (1971), εκδόσεις Δωδώνη.
 
**Ο Χρίστο Μπότεφ ήταν Βούλγαρος αναρχικός επαναστάτης και ποιητής. Γεννήθηκε στο Καλόφερ, μια μικρή πόλη των νοτίων Βαλκανίων, στην περίφημη «κοιλάδα των τριαντάφυλλων». Ο πατέρας του είχε σπουδάσει δάσκαλος στη Ρωσία. Ο ίδιος ως μαθητής στην Οδησσό, γνωρίζει τα έργα του Χέρτσεν, του Τσερνιτσέβσκυ και αργότερα τα γραπτά του Μπακούνιν. Το 1867 εξαιτίας των σχέσεών του με επαναστάτες αποβάλλεται και γυρνά για λίγο στη γενέτειρά του. Εκεί ξεκινά την αναρχική προπαγάνδα και λίγο αργότερα εγκαθίσταται στη Ρουμανία όπου έρχεται σε επαφή με πολλούς επαναστάτες πρόσφυγες. Δημοσιεύει άρθρα και ποιήματα σε εφημερίδες. Διατηρεί σχέσεις με ρώσους επαναστάτες στην Ελβετία και το Λονδίνο και περνά παράνομα τα γραπτά τους στη Ρωσία. Είναι ο πρώτος που διακινεί παράνομα το έργο του Μπακούνιν “Κρατισμός και Αναρχία”. Μετά την Κομμούνα του Παρισιού συμμετέχει σε αναρχική ομάδα στη Ρουμανία. Με το ξέσπασμα της αντιοθωμανικής εξέγερσης του 1876 ο Μπότεφ παίρνει μέρος ως επικεφαλής σε μια ομάδα διακοσίων ανταρτών καλά προετοιμασμένων και οπλισμένων. Μετά από μια βδομάδα σκληρών αναμετρήσεων με τον πολυάριθμο οθωμανικό στρατό στα βουνά των Βαλκανίων, ο Μπότεφ σκοτώνεται στις 2 Ιούνη του 1876 και η ομάδα του διασπάται και διαλύεται. Μετά το θάνατό του η καθεστωτική ιστορία τον βαφτίζει «ήρωα της εθνικής παλιγγενεσίας» και «εθνικό ποιητή» της Βουλγαρίας, παρόλο που στα γραπτά και τα ποιήματά του εναντιώνεται σε κάθε τι εθνικό.
 
***Από το βιβλίο “Ο ταξικός πόλεμος στη Βουλγαρία”, εκδόσεις ΠΡΟλΕΤΚΟΥλΤ.

Σπύρος Μαρούλης, Γράψε μου ένα σημείωμα

Hong Yi

Γράψε μου ένα σημείωμα
Που να τραβά την προσοχή των ματιών μου
Με φρέσκια ρητορική,
Να ποτίζει τη γλώσσα μου για να ριζώσει μέσ’ στο ψέμα,
Σκούπισε την πορφυρή κουκκίδα μου,
Ζωγράφισε ντροπή στο πρόσωπό μου…
Τα αξιολύπητα σύννεφα, ζαλισμένα,
Επιπλέουν μέσα στο μπουρίνι,
Που ξεκινά απ’ την συνεχώς θολή Ορλεάνη,
Έως το πορτ Ελίζαμπεθ
Και το ναυάγιο στο Meisho Maru…
Μόλις χύθηκε ξανά ο καφές μου,
Και ξεκινά μια αντίστοιχη μέρα…

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι ευγενής πρόταση της Αλεξάνδρας Βουτσίνου.

Yves Bonnefoy (από τα Κυρτά Σανίδια)

Photo: Thalassa Mystica

Photo: Thalassa Mystica

Κι αν δεν απομείνει

Άλλο από έναν άνεμο, έναν ύφαλο, μια θάλασσα,

Πως θα’σαι ξέρω, ας είναι νύχτα,

Η άγκυρα που ρίχτηκε, τα βήματα που παν’ τρικλίζοντας στην άμμο,

Και τα ξύλα που κανείς μαζεύει, και η σπίθα

Κάτω από τα βρεγμένα κλαριά, και, μέσα στην ανήσυχη

Την προσμονή της φλόγας που διστάζει,

Ο πρώτος λόγος ύστερα από την μακριά σιωπή,

Η φωτιά η πρώτη που θ’ανάψει κάτω στον κόσμο τον νεκρό.

*Απόδοση: Thalassa Mystica

Αντώνης Ζέρβας, Τάχα θα γίνουν όντως…

1

Τάχα θὰ γίνουν ὄντως δικὰ μας πράγματα
τὸ κοινοβούλιο κι οἱ αἴθουσες δημοπρασίας
ἡ ἐπίσημη φωνὴ ποὺ ρύθμισε κεῖνο τώρα ποὺ πουλιέται
ταξινομεῖται καὶ χειροκροτεῖται στὴν αἴθουσα συναυλιῶν;
Ἀπεναντίας τὴ φωνὴ τοῦ πάστορα μονάχα – τὸ πολὺ
σὰν παστρικὴ φωνὴ μποροῦμε νὰ τὴ νιώσουμε
στὰ μέρη τὰ δικά μας ὅπου δὲν εἶν’ δικά μας
τὰ διώροφα σπιτάκια μὲ τοὺς προσεγμένους κήπους
τῶν χουρδισμένων γενεῶν ἀπὸ τὸ χτύπημα τῆς ὣρας
στὸ καλοδουλεμένο ἐκκρεμές
ἡ μέρα γέρνει σὰ σύγκριση ὡριμασμένη
βαθαίνοντας τὸ χνάρι ἀπὸ τὴν πρόσκρουση
στὴν πιστωμένη δράση ποὺ δένει κόμπο
μὲ τ᾽ ἄγριο χορτάρι
ὅπως βουτάει ἡ πάπια γιὰ νὰ θρέψει
τ᾽ ἀνυπεράσπιστο κι ἂγουρο γέννημά της
Ὅ,τι σ᾽ εμᾶς ὄντως ἀνήκει δὲν τὸ ξέρουμε
ἀπ᾽ τὸν καιρὸ ποὺ μείναμε δίχως βασιλέα
οἱ λόγοι μας εἴτε προβαίνουν σὰν κραυγὴ
εἴτε ξενόφωνοι χωροῦν στὴ σύγχρονη εὐδαιμονία.

*Από τη συλλογή “Τὸ βιβλίο τῶν ὑπακοῶν”, 1987. Εδώ από ανθολογία ποιημάτων του ποιητή από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com (Ἰούνιος 2014) σε επιμέλεια Χριστίνας Λιναρδάκη.