Κόρινθος / Ασπρόπυργος 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας



Τις νύχτες, μ ένα θρόϊσμα,

περνάς από τον ύπνο μου βαστώντας/

τους τοίχους με τα χέρια στην έκταση/

τη μια αμίλητος/

με σβησμένα μάτια/

γνέφεις να κατεβούμε στο υπόγειο

να γυρίσουμε το λάδι/

την άλλη ακατάπαυστα/

-τη μία λέξη μες στην αλλη-

διηγείσαι το περιστατικό της Κορίνθου/ με το σαλεπιτζή και τα

μουχλιασμένα καρύδια/

ή τη βάρδια με τους λαθρέμπορους/

(χειμώνας που ταν/

και κρύωνες στην προβλήτα)

για αυτό όλο βήχεις/

οι μέδουσες του Ασπροπύργου γυρίζουν πλέοντας σε άσηπτους πλόες στο

μελαχρινό πετρέλαιο/

κι η μάνα σταθερά μας διακόπτει με επιμονή/

κοιταζόμαστε και γελάμε μαζί/

αλλά παύω πρώτος.


Το ξέρω/

πάνε χρόνια που χες κόψει το τσιγάρο/

κι όταν σε χάνω σε αυτούς τους καπνούς/

είναι πάντα ή κουρνιαχτός ή αντάρα/

αλλά με υπόσταση/

βαραίνει στα λουλούδια μας και τα γέρνει/

σαν τη ζωή που από το χώμα έλκεται/

Και παλι βήχεις.

Δεν έχεις ορμήνειες μέσα απ’ τις σκιές/

μόνο…

View original post 63 more words

Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα

xionis%2520cover-1_high


Ο Τζουτζές

              

«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς

«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.

«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,

χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.

«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,

χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.

«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές

«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.

«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,

δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.

«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,

Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.

*Από την ενότητα «Προσωπεία»

*

Αν ο Πενθέας

λεγόταν Νηπενθέας,

ίσως να ‘χε γλιτώσει

τη σφαγή.

*

τω αγνώστω ποιητή

Πέρασε τη ζωή του,

Γράφοντας ποιήματα

Με τη γομολάστιχα.

*Από την ενότητα «Ιδεογράμματα Β΄»

*Από το βιβλίο «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει» – ποίηση δωματίου», εκδ. Γαβριηλίδης 2010.

Γιώργος Λίλλης, Μικρή διαθήκη, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα, 2013

59223

giorgos-lillis


Του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου­

Με τα ποιήματα της Μικρής Διαθήκης του ο Γιώργος Λίλλης μοιάζει να διεκδικεί με φιλοσοφίζουσα νηφαλιότητα μιαν έξοδο από τον χώρο της τρέχουσας καθημερινότητας, οι συνθήκες και οι μηχανισμοί της οποίας αποσκοπούν στην υπονόμευση του αυθορμητισμού, στην κατάργηση της πολυφωνίας και στον αποκλεισμό κάθε ενδεχόμενου μιας αιφνίδιας ανατροπής. Πολίτης του κόσμου αλλά όχι κοσμοπολίτης, ευαίσθητος δέκτης του ήχου και του απόηχου των συμβάντων και των καταστάσεων της εποχής του, ακατάπαυστα ταξιδεύοντας -σωματικά και ψυχικά- ανάμεσα σε δύο πατρίδες (Ελλάδα – Γερμανία), με πάντα ζωντανές μνήμες της φύσης να τον περιβάλλουν προστατευτικά και ταυτόχρονα να διεμβολίζουν την ιστορική του αίσθηση, προτιμά την παραδοχή και την ταύτιση με τις αβεβαιότητές του από την υποταγή στους ισχύοντες κανόνες της όποιας ισχύος.

Με ζωηρή την αίσθηση ότι βιώνει την ιστορία του τέλους της ιστορίας και του στηριγμένου στα σαθρά θεμέλια ενός τερατωδώς αναπτυγμένου πολιτισμού, επικαλείται τη δύναμη της αγάπης, τη μόνη ζωοποιό δύναμη, το αόρατο αλλά πανταχού παρόν νήμα της οποίας μπορεί να τον οδηγήσει στις πιο σκοτεινές και απόκρημνες χαράδρες της ύπαρξης, εκεί που ο χρόνος μοιάζει υπέρογκα διεσταλμένος, με διασαλευμένα τα όρια των τριών διαστάσεων του, ώστε να επιτρέπονται στους κόλπους του παράδοξες ταυτίσεις και ονειρικές μεταποιήσεις πτυχών της πραγματικότητας. Ο ποιητής εν προκειμένω παραμένει εκστατικός στο ακίνητο σημείο του χρόνου που ακατάπαυστα γυρίζει, παρατηρώντας και καταγράφοντας συμβάντα και καταστάσεις που διαισθάνεται ότι συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας ατμόσφαιρας πρόσφορης για εκτιμήσεις-απολογισμούς ζωής και, κυρίως, για επώδυνες πλην παράφορα επιθυμητές κατακτήσεις ανώτερων στρωμάτων αυτογνωσίας.

Κάπως έτσι συνειδητοποιεί ότι η ποίηση δεν μπορεί να τον απαλλάξει από το βάρος του θνητού σαρκίου του, ούτε να τον απελευθερώσει από την υποχρέωση να συμμετέχει στις τελετουργικά επαναλαμβανόμενες πράξεις της εγκόσμιας καθημερινότητας, του προσφέρει ωστόσο την πολυτέλεια να τρέφει την ψευδαίσθηση των χάρτινων φτερών και να ίπταται έτσι στο πεδίο της γραφής. Του επιτρέπει επίσης να ερωτοτροπεί, κάποτε ασύστολα και ποιητικά παραγωγικά, με την ιδέα του κενού που αισθάνεται να ανοίγεται στις υπώρειες των τοπίων της σκέψης, την ίδια στιγμή που, αναπτύσσοντας μιαν ιδιαίτερη και ανταποκρινόμενη στην ιδιοσυγκρασιακή του ιδιαιτερότητα μνημοτεχνική, προσπαθεί και ανακτά εδάφη της παιδικής του ηλικίας, κόντρα στη φυγόκεντρη δύναμη του χρόνου, με απώτερο στόχο τη δημιουργία εικόνων ρέμβης· διαλειμμάτων να πω καλύτερα ανάμεσα σε επώδυνες, κάποτε δυσβάσταχτες καταστάσεις αυτογνωσίας και επαναπροσδιορισμού των σχέσεών του με τον εαυτό του και με τους άλλους.
Η διασάλευση των ορίων των αντικειμενικών διαστάσεων του χρόνου, εξάλλου, δημιουργεί τις προϋποθέσεις εξοικείωσής του με ό,τι πέρασε («ό,τι πέρασε πέρασε σωστά»), με τα ερείπια του παρελθόντος· του δημιουργεί την εκμαυλιστική αίσθηση ότι μπορεί να εισχωρεί στους δαιδαλώδεις διαδρόμους των περασμένων, αναζητώντας υλικό για την αναστήλωση του απολεσθέντος παραδείσου του, μήπως και αμβλύνει την αγωνία του μπροστά στο πρόβλημα του ορισμού ή της σύζευξης της αρχής και του τέλους που συνέχουν τα πάντα. Στην προσπάθειά εντέλει να προσδιορίσει τη θέση του στον χρόνο και στον χώρο -αν και ο χρόνος υπερέχει συντριπτικά του χώρου, επικαλύπτοντάς τον ακόμα και στα ποιήματα που είναι γραμμένα με τη μορφή ημερολογιακών ταξιδιωτικών εσωτερικών ανταποκρίσεων- και προς επίρρωση της άποψης ότι ο Λίλλης είναι πρωτίστως ένας ποιητής της υπαρξιακής αγωνίας, σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζει ο καθρέφτης· η ψυχρή και αμέτοχη -σε ό,τι απεικονίζει- επιφάνεια του οποίου στέκεται αδιαπέραστο εμπόδιο ένωσης ανάμεσα στον εικονιζόμενο και στο είδωλό του· ανάμεσα στις σκέψεις και στα συναισθήματα και στα αίτια που προκάλεσαν τις μεν και τα δε. Κυρίως όμως επιτρέπει στον ποιητή να κρατήσει τις απαιτούμενες αποστάσεις ασφαλείας και από τους δύο (εικονιζόμενο και είδωλο), διογκώνοντας έτσι την αίσθηση του αδιεξόδου και της μοναξιάς κι αυτά, με τη σειρά τους, διατηρούν τον ποιητικό του λόγο στην κατάλληλη και ποιητικά δραστική συναισθηματική θερμοκρασία· κατάλληλη για την ανάπτυξη και καλλιέργεια του προσήκοντος λυρισμού.

*Αναδημοσίευση από “Τα Ποιητικά” στο http://tapoiitika.wordpress.com/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%AF%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7-%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B5%CE%B9/

Emília Cerqueira, Στο ανάστροφο του κόσμου!

11781667_10204437280035041_4173285722501702039_n

En el reverso del mundo!
Mi baile es el reverso de tu tango,
Abrazo sin posesivo abarcar …
Camino por la margen de esa vía solo
de vueltas y vueltas

Στο ανάστροφο του κόσμου!
Χορός μου είναι το αντίστροφο του τανγκό σας,
Αγκαλιές χωρίς ιδιοκτησία
Περπατώντας στο περιθώριό του
με ανατροπές και στροφές

Antonio Machado, Cantares

Γαλλία 1900 (Ανώνυμος φωτογράφος)

Γαλλία 1900 (Ανώνυμος φωτογράφος)

Caminante no hay camino

Caminante, son tus huellas

el camino y nada mαs.

Antonio Machado
(26 Ιουλίου 1875-22 Φεβρουαρίου 1939)


_________________________________
Όλα περνούν κι όλα μένουν,

αλλά δικό μας είναι το να περνάμε

να περνάμε κάνοντας δρόμους,

δρόμους πάνω στη θάλασσα.

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,

ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη

των ανθρώπων το τραγούδι μου.

Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,

τους αβαρείς και αβρούς,

σαν σαπουνόφουσκες.

…Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι

μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,

ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…

Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος

και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω

φαίνεται το μονοπάτι

που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος

μόνο απόνερα στη θάλασσα.

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος

γίνεται δρόμος βαδίζοντας.”

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.
https://el.wikipedia.org/wiki/
Από τη σελίδα της Αλεξάνδρας Νικητοπούλου στο facebook.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Διάλειμμα

fd47d3384fa7265018a17bbf632a8dc9

Το λεωφορείο σταματούσε σε κάθε στάση ∙ οι αισθητήρες του σώματός μου αντιλαμβάνονταν το πλήθος των ανθρώπων που ανέβαιναν συνοδευόμενοι με τις ανάσες τους, βαριές όπως πάντα ∙ τα μάτια τους εξερευνούσαν τον ήδη γνωστό χώρο που κάθε φορά τον έντυναν ξεχωριστές παρουσίες. Είχα βαρεθεί αυτή τη συνήθεια, για να είμαι ειλικρινής, δεν επέτρεπα τόσο εύκολα στις κόρες των ματιών μου να κάνουν μακροβούτια. Καθόμουν κάπου πίσω, στη γωνία, προσπαθώντας να ξεφύγω, να γίνω αόρατη ∙ είχα τα ακουστικά ταξιδεύοντας με τη μουσική ενώ το κεφάλι μου είχε μια μικρή κλίση προς το πλάι, ακουμπώντας το παράθυρο. Συγχρόνως, είχα κλειστά τα μάτια μου, διατηρώντας, ακόμη, την παιδική ψευδαίσθηση πως, με αυτό τον τρόπο, δε θα γίνω αντιληπτή.

Προσπαθούσα να διαγράψω την ταυτότητά μου από το αδιάφορο κοινωνικό φαίνεσθαι που συναντούσα σε καθημερινή βάση, να ζω μονάχα για λίγους, μα κάτι τέτοιο θα ήταν απλώς η ικανοποίηση μιας αναπόφευκτα ανεπιθύμητης επιθυμίας που θα με οδηγούσε ακόμη περισσότερο στην τρέλα. Ο μεγαλύτερος φόβος μου παραμένει ∙ αντικρίζοντας κάποια στιγμή τις ακτίνες του ήλιου θα είμαι ολομόναχη, δε θα έχω κανέναν διότι απλούστατα θα με έχουν βαρεθεί κι εγκαταλείψει. Προτιμώ αυτή η σκέψη να με βασανίζει τα βράδια ενσαρκώνοντας τον εφιάλτη, παρά να αντικρίσω οπλισμένο τον φόβο μου.

Δε θυμάμαι τι σκεφτόμουν καθώς κατέβαινα το λεωφορείο, κατά τη γνώμη του κοινωνικού μου περίγυρου το βλέμμα μου εκπέμπει μια ίνα μελαγχολίας. Δεν το επιδιώκω. Διασχίζω την Ιπποκράτους, κοιτώ στο πλάι τα τρία νεοκλασικά κτήρια και βλέπω πως, όλα όσα χτίστηκαν όλα αυτά τα χρόνια κάτω από τα σεντόνια μου, τα όνειρά μου, γκρεμίζονται μέρα με τη μέρα… Το μαύρο πανί δεν καλύπτει μόνο τη λάμψη της παιδείας, μα προμηνύει τα ανέκφραστα χαμόγελα μιας -πλέον- ανέπαφης ελπίδας… Το βλέμμα μου κάνει ένα βερτικάλ προς τα πάνω κι εκεί, στην κορυφή, συναντά τα σύννεφα που τρέχουν. Ο εγκέφαλός μου εκκινεί τη λειτουργία διερεύνησης του ερωτήματος περί της βιασύνης τους, αλλά προτού τοποθετήσω το σημείο στίξης, μου απαντά το γκρίζο χρώμα τους. Διατηρώντας, ακόμη, ψήγματα ονειροπόλησης, σκέφτομαι πως η φύση είναι θυμωμένη και, αν εκνευριστεί περισσότερο με τους ανθρώπους, θα κλάψει. Όμως, τα δάκρυα που πιθανόν μας αγγίξουν, δε θα είναι απόρροια θυμού, μονάχα πόνου, συχνά αναπόφευκτου. Η σκέψη αυτή φεύγει γρήγορα, μου το επιβάλλει η ενηλικίωση που με βυθίζει ακόμη περισσότερο στη μονοτονία.

Το βλέμμα μου καρφωμένο απέναντι αδιαφορεί για τη «σιδηροδρομική» αμαξοστοιχία που ανταγωνίζεται μπροστά μου, στιγμιαία τα αντανακλαστικά των ματιών μου βυθίζονται στο σκοτάδι. Δεν αντέχω αυτόν τον θόρυβο. Σκοτεινιάζει. Τα φωτάκια στους δρόμους μου θυμίζουν τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Υπάρχει μια διαφορά, τουλάχιστον τα τελευταία είχαν ένα επέκημα στοργής και γλυκών αναμνήσεων, αυτά εδώ δεν έχουν τίποτε, με τυφλώνουν περισσότερο. Θα ήθελα να ανακαλύψω τι βρίσκεται πίσω από το μεταλλικό τους χρώμα, να αποκρυπτογραφήσω τα μονότονά τους απόκρυφα, μα κάτι τέτοιο απαιτεί χρόνο και δύναμη για το οτιδήποτε. Δε ξέρω αν τα διαθέτω, δεν είμαι καλή κριτής, το μόνο που ξέρω να κάνω είναι να δημιουργώ σκόρπιες (ασύνδετες) αράδες που πιθανόν με εκδικούνται, γι’ αυτό και με σταυρώνουν περισσότερο.

Διασχίζω το δρόμο πασχίζοντας να εξαλείψω τις σκέψεις μου, δεν είναι εύκολο, θα επιθυμούσα να μην σκέφτομαι τίποτε, όμως αγνοώ για το αν, ακόμη κι από αυτό, θα επιβίωνα. Ανεβαίνω στον επάνω όροφο του καφέ, τα μάτια μου κοιτούν τα σκαλιά καθώς «σκαρφαλώνω» και πάλι ταξιδεύω. (Γιατί πάλι;) Τώρα είμαι ξανά παιδί ∙ παίζω στην αυλή με τη Σοφία και τη Μαριαλένα ∙ μετρούν αντίστροφα κι εγώ πηδώ το σχοινάκι… γελάω, ώσπου να πέσω… Τώρα κάθομαι κάπου στη γωνία, παίζω ξανά κρυφτό. Βγάζω κάποια λευκά φύλλα με την προοπτική να τα γεμίσω, αλλά με τι; Πάλι με λέξεις; Κουράστηκα! Αποφεύγω το παιχνίδι τους, είναι ύπουλο! Στην αρχή σε καλούν να πας πιο βαθιά κι ύστερα έρχεσαι αντιμέτωπος με τη Χάρυβδη. Εντούτοις, νιώθω πως αξίζει, παίρνεις νέα αντισώματα και, πλέον, δεν λυγίζεις τόσο εύκολα…

Η μυρωδιά του καφέ μου φέρνει υπνηλία, ίσως περίεργο μα πέρα για πέρα αληθινό. Με βοηθά να βυθιστώ ακόμη περισσότερο στη νάρκη της Τέχνης, μάλλον τώρα, καταφέρνω να μην γίνομαι αντιληπτή. Με ένα γρήγορο πανοραμίκ παρατηρώ πως καθένας ασχολείται με τον εαυτό του, έτσι κι εγώ, ξαναπλάθω τις υπάρξεις μου, ώσπου να κουραστώ. Θα συμβεί κι αυτό. Θέλω να φύγω από το εδώ, προς δική μου απογοήτευση, ο προορισμός παραμένει απροσδιόριστος. Εκτελώντας αυτή τη φορά ένα πιο αργό πανοραμίκ σκέφτομαι να μιλήσω στους υπολοίπους, αλλά η σκέψη αχνοφαίνεται καθώς μεγαλώνει το κάδρο. Θα πω τα ίδια (και βαρετά) και η ανθρωπότητα πλήττει πολύ εύκολα. Από την άλλη, δεν αρκεί η δική μου επιθυμία, ενώ η μελαγχολία του φθινοπώρου πιθανόν άγγιξε τους ώμους μου, η κατάσταση δεν έχει αλλάξει. Σκόρπιες αράδες συνεχίζουν να περπατούν στο χαρτί, όπως πάντα, τίποτε σπουδαίο. Τα σύννεφα έχουν αυξήσει ταχύτητα, η πορεία τους απρόβλεπτη, όπως και όλων των ανθρώπων.

Μου λείπει η αδερφή μου ∙ η φράση μου βγαίνει αυθόρμητα. Συνειδητοποιώ ότι το είπα μόνο όταν το ξεστόμισα και το άκουσα. Νομίζω πως δεν την έζησα όπως ήθελα, πως τα τελευταία χρόνια ήμουν μια απλή θεατής της ανάπτυξής της, όμως την αγαπάω! Αγαπώ κι άλλους ανθρώπους, όμως η ειλικρίνεια δεν είναι από όλους αποδεκτή. Πιθανόν μπαίνω ξανά δίχως να το θέλω σε ένα παιχνίδι με καθολικούς και υπεράνω κανόνες, σε μια διαδικασία κουραστικής αναζήτησης προσπαθώντας να αναμοχλεύσω ξανά τον εαυτό μου και να τον παρουσιάσω στους υπολοίπους. Κουράστηκα να το κάνω, δεν βλάπτει λίγη αναζήτηση και από την πλευρά τους. Δεν είναι θεμιτή, ίσως καλύτερα που είναι αθέμιτη. Θέλω να φύγω από αυτό το παρόν, να ανακαλύψω ξανά το «μαργαριτάρι», να πετάξω ξανά, να ξαναγίνω παιδί, να κάνω ένα διάλειμμα…

Σκέψεις, σκόρπιες σκέψεις, όπως κι εγώ. Κλείνω τις σελίδες των αναζητήσεών μου, ακουμπώ τις παλάμες στο λαιμό μου ∙ κλείνω τα βλέφαρα κι ακούω τη σιωπή, κάπου πίσω της το βάδισμα του δείκτη στο ρολόι του χωροχρόνου, ανυπομονώντας να χτυπήσει το κουδούνι για κάτι μικρό… για κάτι που καθυστερεί όλο και πιο πολύ καθώς η ανθρωπότητα χαράζει τις λέξεις της στις -μέχρι τότε- άδειες σελίδες της περατότητάς της… για κάτι που, πιθανόν, αλλάξει τη στυγνή πραγματικότητα.

Συνοψίζεται ως εξής: όνειρο, ένα ανεκπλήρωτο όνειρο..

Νέττα

Georgia Trouli, The love bandage

fences

When I used to tell you that too much education
Functions distortional in a look
You relied on
The nail cutting the ring finger
And said
Now that I’m burning skin ⎯ skin the plastic
Ineluctable recollection
Why do you want to know
About the love bandage
About my formidable ruin?
Toss about
And don’t forget
To let your nose peep out
On top of the page
Is it called sublime intellect?
Is it called outcry?
This is education
Funeral share-out
My dear girl
And only a few
Were saved
From the sarcoma
Of knowledge
Of form
And love
The hydrocephalous baby is asleep
Between
Our legs
We feign leisure
We pretend
Being committed

*Aπό τη συλλογή “Aκρογωνιαία πορεία στο και”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2012. Μετάφραση στην Αγγλική: Γιάννης Γκούμας.

tumblr_mace0ymuUd1qz4d4bo1_500_large

Στην έρημο του ανύπαρχτου
Χάσκουν μακριές οι νύχτες
Τα καραβάνια δεν περνούν
Νεκρός σκορπιός ο χρόνος.

***

Κι όλο χτυπά ο Πτα
Στ’ αμόνι
Φλόγες-πτηνόμορφα γλυπτά
Τη σκόνη…

***

Στα όρη που κροτάλιζαν
Τα οπλοπολυβόλα
Τώρα αφειδώς μοιράζεται
Γαμήλια φόλα…

***

Του κήπου μου όλα τα λουλούδια
Ατακτοποίητα…
Του κήπου μου η παρθένα γη
Μεγαλουργεί!
Θρέφοντας δίχως εξαιρέσεις.

***

Άλλη μια νύχτα, δες την, πέταξε!
Και δώστου φεύγει…
Για την ψευτιά μισοχαμογελά
Το χάραμα.

***

Στις καφετέριες…
Γκαρσόνες-ιέρειες
Κι αναμμένες οθόνες
Δήθεν ξορκίζουν μοναξιές.

***

Ίδια τοπία απελπισίας
Σε κάθε συναναστροφή:
Κινήσεις, εκφράσεις, θεατρινισμοί
Πληθυντικοί ευγενείας…

*Από τη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ποίηση 1963-2011, Εκδόσεις Καστανιώτη 2014

2014-34-638

Γράφω αυτό το κείμενο στις τρεις τα ξημερώματα. Κοιτώ μια φωτογραφία της που είναι στην Αίγινα, στην ιδιαίτερη πατρίδα μου. Απεικονίζεται να ξεπροβάλει από το παράθυρο του κόκκινου σπιτιού, σοβαρή αλλά γλυκύτατη, όπως πάντα. Και οι στίχοι της που ταιριάζουν στην περίπτωσή μου είναι ακριβώς αυτοί:’ Ποιά είναι η ώρα κοντά στα ξημερώματα/που με τ’ όνειρο φτάνω στον γκρεμό/ και πέφτω, πέφτω χωρίς το σώμα μου;’

Είναι η ώρα που η ψυχή δεν κοιμάται, βρίσκεται σε  εγρήγορση και αναζητά απεγνωσμένα ό,τι την έλκει. Mπροστά μας, στο ελληνικό ποιητικό τοπίο, απλώνεται  το συνολικό έργο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Δεν χρειάζονται συστάσεις για κανέναν λόγο. Η ποιήτρια είναι ίσως από τους λεγόμενους ‘ζωντανούς μύθους. Υπάρχει και δημιουργεί στο παρόν και απολαμβάνει το θαυμαστό, την αγάπη και την αφοσίωση των αναγνωστών της. Όλη η γλυκύτητα και η καλοσύνη της είναι αποτυπωμένες στο  πλατύ και ευγενικό της χαμόγελο. Η σπιρτάδα και η ευρηματικότητα στα μάτια της. Μάτια που μιλάνε και γελάνε. Βλέμμα που έχει τη δύναμη να σε κερδίζει. Όπως και με τα εύστοχα και λειτουργικά ποιήματά της, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στοχεύει στην καρδιά της ύπαρξης.

Το σπουδαίο έργο της αντέχει στις αντιξοότητες των καιρών, όσο αντιποιητικοί κι αν είναι αυτοί, και ανταποκρίνεται με συνέπεια και γοητεία, παράλληλα, στις επιταγές του παρελθόντος, στο παρόν που βιώνουμε ως αναγνώστες και πολίτες αυτού του τόπου, αλλά και σε αυτό που περιμένουμε να ‘ρθεί. Μίλησαν για έντονη σωματικότητα και την ιδιοφυή διαχείρισή της ως σταθερό μοτίβο που υιοθετείται από την ποιήτρια. Μίλησαν για την πετυχημένη δημιουργία πολλαπλών ποιητικών προσωπείων πριν την αποκάλυψη του ποιητικού εγώ. Βαθιά εξομολογητική και των θλίψεων ακόμα, όμως σε καμία περίπτωση μελοδραματική. Λόγος με έντονο ρυθμό, που ρέει άφθονος και γενναιόδωρος, διαθέτοντας την απαιτούμενη μουσικότητα, χωρίς να εκπίπτει σε ανούσιο  βερμπαλισμό ή άσκοπη φλυαρία. Γραφή που ελίσσεται και εξελίσσεται. Θερμή γραφή που έλκει την ψυχή να την παρακολουθήσει σε όλες της τις διαδρομές.

Αισθησιακή ποιήτρια, ερωτική, αναπλάθει ποιητικά τα βιώματα του έρωτα, καθώς και αυτά της επαφής με του φυσικό περιβάλλον. Ξαναζεί μέσα από αναμνήσεις  που κυριαρχούν μέσα στο ποιητικό της σύμπαν, αλλά τις οποίες ξέρει καλά να διαχειρίζεται, φιλτράροντάς τες με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Ο πόνος, η θλίψη και το πάθος για τα πράγματα, τoν έρωτα και τους ανθρώπους γίνεται ποίηση. Οι αισθήσεις είναι διάχυτες, ζωντανές και πανταχού παρούσες. Παρόλα αυτά δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα γλυκερό, βαρετό ή ανούσιο λυρισμό. Αντίθετα, η ποιήτρια χαλιναγωγεί με μαεστρία και σωστή οικονομία το αχανές υλικό της, αγγίζοντας τόσο την διανοητική, όσο και την συναισθηματική μας νοημοσύνη. Μας κάνει να αισθανθούμε και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα.

Η Ρουκ αφηγείται ποιητικά, παράλληλα μας προσφέρει μια θεώρηση του κόσμου μοναδικά βαθιά. Προφέρει με μουσικότητα πράγματα, καταστάσεις, αφηγήσεις, συναισθήματα, ανεβάζοντας την θερμοκρασία του αναγνώστη. Εύγλωττα καταθέτει ότι, καμιά ζωή/δεν είναι πιο δυνατή από τον πόθο/καμιά πράξη πιο τελειωτική/από την ποίηση/(Στο δάσος,1982). Δεν σταματά να ρωτά και να αναλογίζεται: Θεέ μου τί θα γίνουμε; Πώς θα πορευτούμε; / Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε; / M’ αυτήν την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων/των ψυχών από δίπλα μας; /

«To σώμα που έγινε η αρχή ενός ταξιδιού» και «η ψυχή ανεμοστρόβιλος» είναι το σώμα και η ψυχή της ποιήτριας που γίνεται «θεατής του φωτός». Κι από φως χτίζει το ποιητικό της σύμπαν, που η υφή του όλους μας αφορά, επειδή ακριβώς μας φέρνει κοντά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην «ουσία του εαυτού» μας. Η περσόνα της «ράβει τα πάθη της», «ακούει τη σιωπή» και τραγουδά την απουσία -και την παρουσία εντέλει, «λησμονώντας με πάθος κάθε μέρα» τον άντρα που νοσταλγεί. Εγώ απολαμβάνω πόσο θαυμαστά μέσα από τις λέξεις και τον αριστοτεχνικό συνδυασμό τους η Ρουκ καταφέρνει όχι απλά να υπάρξει, αλλά να ανορθώσει και το ανάστημά της. Εξοικειωμένη με τους φόβους και τις ατέλειες και ευλογώντας τις ελλείψεις της.

«Τι δίνει η ποίηση /και τί παίρνει;» To παν είναι το πάθος να γίνει πίστη. Και η μεγάλη ποίηση μπορεί να το πετύχει αυτό. Να το απτό παράδειγμα, εδώ μπροστά μας. τι καμιά ζωή / δεν είναι πιο δυνατή απ’ τον πόθο / καμιά πράξη πιο τελειωτική / από την ποίηση.» (Στο δάσος, 1982)

Ασημίνα Ξηρογιάννη

*Από το www/vakxikon.gr