Federico Garcia Lorca, Το χτύπημα και ο θάνατος

Το απόγευμα στις πέντε.

Ήταν απόγευμα. Ακριβώς πέντε.

Ένα παιδί έφερε το λευκό σεντόνι

το απόγευμα στις πέντε.

Ένας κουβάς ασβέστη έτοιμος κιόλας

το απόγευμα στις πέντε.

Όλα τα άλλα θάνατος και μόνο θάνατος

το απόγευμα στις πέντε.

Ο άνεμος έφερε τα βαμβάκια

το απόγευμα στις πέντε

Το οξείδιο έσπειρε κρύσταλλο και νίκελ

το απόγευμα στις πέντε.

Παλεύουν ήδη η περιστέρα με το λιόπαρδο

το απόγευμα στις πέντε.

Κι ένας μηρός με απελπισμένο κέρας

το απόγευμα στις πέντε.

Αρχίσανε οι ήχοι του τυμπάνου

το απόγευμα στις πέντε.

Οι καμπάνες από αρσενικό κι η κάπνα

το απόγευμα στις πέντε.

Κάθε γωνία ομάδες της σιωπής

το απόγευμα στις πέντε.

κι ο ταύρος μόνο με καρδιά στα ύψη!

το απόγευμα στις πέντε.

Όταν ο ιδρώτας χιόνι έφτασε να γίνει

το απόγευμα στις πέντε,

όταν καλύφθηκε η πλατεία με ιώδιο

το απόγευμα στις πέντε,

ο θάνατος άφησε αυγά μες στην πληγή

το απόγευμα στις πέντε.

Το απόγευμα στις πέντε.

Πέντε το απόγευμα. Ακριβώς πέντε.

Φέρετρο είναι με ρόδες το κρεβάτι

το απόγευμα στις πέντε.

Οστά και φλάουτα αντηχούν στην ακοή του

το απόγευμα στις πέντε.

Ο ταύρος ήδη μούγκριζε απ’ το μέτωπό του

το απόγευμα στις πέντε.

Και το δωμάτιο που ιρίδιζε από αγωνία

το απόγευμα στις πέντε.

Από μακριά έρχεται πια κι γάγγραινα

το απόγευμα στις πέντε.

Σάλπιγγα κρίνου στους πράσινους βουβώνες

το απόγευμα στις πέντε.

Οι πληγές του τον έκαιγαν σαν ήλιοι

το απόγευμα στις πέντε.

Και το πλήθος έσπαε τα παράθυρα

το απόγευμα στις πέντε.

Το απόγευμα στις πέντε

Αχ! τι τρομερό απόγευμα στις πέντε!

Ήτανε πέντε σε όλα τα ρολόγια!

Ήτανε απόγευμα σκιάς στις πέντε!

*Από το “Ύμνος και θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσες Μεχίας”. Απόδοση: Γιώργος Μίχος

llanto1

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Εξέχον έκθεμα

old_hospital

Ουρές φυτρώνουν
Απ’ τα κρεβάτια
Σπίτια παλάτια
Κλειστά στοιχειώνουν.

Νοικοκυραίοι…
Πια δεν υπάρχουν
Απόλυτ’ άρχουν
Οι αρουραίοι.

Πουλιά και κρήνες
Κήπων σβησμένων
Των κεντημένων
Χαλιών οι ίνες.

Σκόνη στα κάδρα·
Κι εσύ σκονίζεις
Που εικονίζεις
Μία χαράδρα.

Australian Poetry: Last Call for Submissions

QTTUUDQKcR4aB4WZYtS-cDFBbanuT8nPfxMilfY8Jl75cxdbHzYmYybethxifJwly4ICp2nQa0SZtVOE5hL0DIHFUkZ5eaJSmMVBjJ9WLlqK48CKJYYlqTB5wM5nNCebeIgcOIdRI2ucFAq1mdsZG_vfxac3xJcuMUJcORE=s0-d-e1-ft

Australian Poetry: Last Call for Submissions
Last Day to Submit to the Australian Poetry Journal and Annual Anthology

Australian Poetry Journal Vol 5 No 2 and the 2015 Australian Poetry Anthology are both open for submissions but closing midnight tonight, Saturday 15 August.

Australian Poetry Journal Vol 5 No 2 will be Michael Sharkey’s fourth issue as Editor,

4nh42xRwzDI7oM6MSaJe-8khHeqiW7BZSFZ9k0YFRHQgVMOccZl2ZmMmG9_v4ptMq6s3odUXFj3Q4W1uKmFM4SaPFMV0HABruj7BbauHcXyXdEA-3dfJp3XsfDOcRfNWzL1BvuqdhQBAFfp59K6GsFV9OdbuhU07znArurlO=s0-d-e1-ft

and the 2015 Australian Poetry Anthology will be co-edited by esteemed poets Sarah Holland-Batt (QLD) and Brook Emery (NSW).

NYHiNp3xCxgpjMlgaVm6bhwyXB_teNZ0t3B1hIxBOVL3IKenTLymXpqklWmVwMQ6LIXoOKJXoqdWvKzVt9j4EAOIpMnJ0tUn3ctb76wx__EuhDPBVeqMtWNJFDC9ndnO12y5-_pgCZ7_p_3g_a_yIp5fepwePxXfE2YYksM=s0-d-e1-ft

tSXZA1VwPy6uvRIfkT0VpdooiO8-ziC-CCJz-zdJraxNF9dcfvGLFfLeptqQVtONO9M1jLPhi-EyF6E0mOIn4ler7S8v4sZL0NFPJcPDI5INVIl5BHfq3paTvdJziNPg6MYpGTZqhrbU_6fCdB4IN5zRJs8swlwBOmFSw3vE=s0-d-e1-ft
Don’t miss this wonderful opportunity to have your work featured in two quality Australian Poetry publications.

Submit now through our online submissions manager: australianpoetry.submittable.com/submit 

Ειρηναίος Μαράκης, Κουζινομάχαιρο

2fc2cebc6406ce40dce511bd3c1fc343

στην Hannah Höch (1889-1978)*

μαγειρεύω κρέας με χοντρό μακαρόνι
στην τηλεόραση παίζει μια αμερικάνικη κωμωδία
οι γείτονες δίπλα έχουν επισκέψεις
Κυριακή σήμερα, όλοι νοιώθουν διαφορετικά
μια όμορφη βόλτα θα ακολουθήσει
στην πόλη που στενάζει κάτω από τις ορδές των τουριστών
το απόγευμα ένα θαλασσινό μπάνιο
μια βόλτα σε παραλία ελεύθερη από ομπρέλες
ίσως να βελτιώσει κάπως τη διάθεση μου
οι γείτονες δεν νοιώθουν διαφορετικά
μουσική δεν παίζει πια το παλιό ραδιόφωνο
ήσυχες, κρυφές κι εκνευρισμένες ομιλίες
συνοδεύουν αυτό το απόγευμα
τέλη Μαΐου και τα βράδια ακόμα κοιμόμαστε
στην παιδική κουβέρτα μας
άρρωστος ο καιρός όπως κι η εποχή που διανύουμε
πόσο εύκολα μπορεί να βυθιστεί κανείς στη μελαγχολία
αναρωτιέμαι, και το βράδυ έρχεται κουρασμένο
αυτή η Κυριακή δεν είναι όπως όλες οι άλλες
πως αλλιώς, όταν τέσσερις εργάτες είναι νεκροί
από εργοδοτικό έγκλημα σε μια ιδιωτικοποιημένη εταιρεία
αντίθετα όμως από την επικρατούσα λογική
φωνή υψώνω ενάντια στον θεσμοθετημένο θάνατο
ανατροπή ζητώντας
και καμιά θυσία στο βρώμικο βωμό του κέρδους
με το κουζινομάχαιρο να κόψω τη μπυροκοιλιά της δημοκρατίας σας

*Η Hannah Höch (1889-1978), ήταν Βερολινέζα καλλιτέχνης, από τις πρωτοπόρους του Dada στη Γερμανία. Εργάστηκε ιδιαίτερα με την τεχνική του φωτομοντάζ ενώ πολλά έργα της τα δημιούργησε στην περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ένα από τα πιο γνωστά της έργα είναι το Cut with the Kitchen Knife through the Beer-Belly of the Weimar Republic (1919), όπου δανείστηκα τον τίτλο για το τελευταίο στίχο του ποιήματος.

Res Communis Omnium (ένα ποίημα για τον Thomas Müntzer)

thomas-muntzer

(1)
Με την οργή και τη στοργή στα χείλη
ξεχειλίζει απ τα σπλάχνα
η ανάγκη της ζωής
απ’ το φυλάκιο της αλύτρωτης προσμονής
να εξέλθει
πανώλεθρη ξεσηκώνεται
εμπρός των Νόμων και των Δικαίων
που με το νεκρό γράμμα τους
την ακρωτηριάζουν
για να την καταστήσουν λειψή
και κατόπιν εξευτελισμένη να τη σούρουν
πάνω στα μέτρα και τα σταθμά τους
μέσα στο διάβα των αιώνων της κυριαρχίας του ανθρώπου
πάνω στον άνθρωπο και στη φύση
η ζωή εμφυσά αντίρροπη πνοή εντός και εναντίων
όλων των δεσποτικών πολιτισμών επί της γης
όσο ακατανόητη και άλογη
για τους πνευματικά εξημερωμένους
τόσο πλέκει σε μια πραξιακή ενότητα της διαφοράς
το ζωντανό λόγο που αισθάνεται
και τις ζωντανές αισθήσεις που λογίζονται
δίχως λατρευτές και λατρεμένους
παραμένει βουβή και αγέλαστη
σε όλες τις τελετουργίες όρκου στο υπάρχον
όσο χαμογελά και ενσαρκώνεται
στους απρόσμενους θριάμβους
που φορούν στο απροσπέλαστο της κάθε εξουσίας
νεκρώσιμα στεφάνια διαδοχής

(2)
Ως τα χείλη γεμίζει και ξαναγεμίζει με κρασί
το άγιο δισκοποτήρι
κι ευθύς καρφώνονται και ξανακαρώνονται
στο σταυρό
τα εναπομείναντα μέλη του μεσσία
μέχρις που τέλεψαν πια κι αυτά
για ν’ απαλλάσσουν εκ νέου κάθε φορά
τους δεσποτάδες αυτού του κόσμου
απ’ όλα τα κρίματά τους
τόσο λεύτεροι όμως είναι οι κάθε λογής δεσπότες!
σαν την ελεύθερη ερμήνευση ενός πνιγηρού ορισμού
που δίνεται απ’ το Κράτος
και τόσο άφθαρτοι και αθάνατοι είναι!
σαν το χρυσάφι της Ελεύθερης Οικονομίας
μέσα στην κοιλιά ενός ανθρωπόμορφου
κατακτητικού ερπετού
ολόκληρη η πλάση ασφυκτιά
κάτω από την μπότα αυτής της Ελευθερίας
Continue reading

DROWN WOMAN

vequinox's avatarManolis

182446-nekriprosfygaslampedusa

DROWN WOMAN

With the sorrowful events that recently take place in Kos, Greece, the Facebook team “We say no to the Golden Dawn” posted the above photograph of a dead migrant woman raised from a boat that sank on October 2013 in the open sea outside the Italian island of Lambedousa.
The Facebook post writes the following:
“She was found floating on the waves as she is in this picture with her mobile phone, her wallet with a few small bills and pictures of her loved ones back home clenched onto her chest. She wouldn’t let the waves take away her only possessions, her beloved persons back home she didn’t want to feel alone the moment she felt the cold and death approaching.
There are many dead people on the shore. Many have no name. The news people talk of numbers, hundreds and hundreds of dead. No one knows their…

View original post 213 more words

Κατερίνα Κούσουλα, Σαλοί της Σελήνης

Blue-Moon-tree

και η σελήνη μου ‘στειλε για συντροφιά σαλούς

στην απαλή κατεβασιά που οδοιπορούσα
ποταμιαστό το φως της απλωνόταν
πάντοτε μετρημένα αθόρυβα
τα βήματα της σκέψης μου

τριγύρω μάτια φέγγανε
ψυχρά στους φεγγαριού τα μαγεμένα
στα πρόσωπα τ’ αλήτικα τ΄ αλλιώτικα
κι έγραφε το φεγγάρι κι άλλα πρόσωπα
εκείνα που καθένας είχε χάσει

πάλι με την πανσέληνο ανάβλεψα
σύμβολα κρυπτικά στα μάγουλα της ώρας
όλο το κίτρινο μεγάλο πρόσωπό της
πλατιά να κατακλύζει λιώνοντας
τα στέρεα όσα υποσχέθηκε στον ύπνο

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ο Φαρφουλάς”, τεύχος 17, Μάιος (Άνοιξη-καλοκαίρι) 2014 (σελ. 65).

Δημήτρης Ψαλλίδας, Το απροσδόκητο

Artwork: Tadeusz Kantor

Artwork: Tadeusz Kantor

II

Σαν είσαι πέτρα,
βράχος μικρός,
από καιρό ακούνητος
αιώνια τοποθετημένος,
στης γης τη χούφτα,
μισοκρυμμένος,
σκέφτεσαι αργά,
πράττεις αργά.

Μπροστά στον κίνδυνο
την ύπαρξή σου που απειλεί,
δεν βλέπεις καθαρά.
Πες το, αντιδράσεις χημικές,
άγχος και πανικό,
δεν έχει σημασία.
Όλα τα παραπάνω σβήνουν,
τον χρόνο κυνηγάς,
να ξαναμάθεις τη ζωή αλλιώς.
Έτσι κι έγινε.

Δυο μέρες πέρασαν,
μονότονα, βαριά,
ώσπου μας κάλεσαν οι γηραιοί
σε σύσκεψη.

Τόνισαν,
της απλότητας την χάρη,
της ζέστης τα προτερήματα,
κι ύστερα,
ευλόγησαν το νέο μας δυνάστη,
τον Ήλιο.

Όσοι πρόλαβαν,
έφυγαν,
για το κέντρο της γης,
πιστεύοντας τις φήμες,
πως πριν τη λάβα,
έχει δροσιά.

Κάποιοι παραδόθηκαν
κι άλλοι,
βρήκαν μισοτιμής
σύμβολα ρουνικά
κι άγριες μάσκες
-από χώματα φτιαγμένες κι ακαθαρσίες-
και ντύθηκαν σπουδαίοι.

Περνοδιαβαίνοντας τα στενά,
υμνούσαν τον Ήλιο
και την καμένη γη.
Κατάρες έριχναν σε
Πλατάνια, Γιασεμιά,
Χρυσάνθεμα και Στάχια,
Εβραίους, Απεργούς, Κομμουνιστές.

III

Σαν είσαι πέτρα
δεμένη και μικρή,
σφηνωμένη στο έδαφος
-για τιμωρία-
κοιτάζεις τον τύραννο κατάματα,
λογαριάζεις δυνάμεις κι αποστάσεις.

Και ξέρεις τι λείπει,
μέχρι να έρθουν τα σύννεφα
και να ξεπλύνουν με βροχή
το παρόν, τη θλίψη και τον πόνο.

Δύο παιδιά ανθρώπων,
αγκαλιασμένα και χαρούμενα
να σε πετάξουν ως τον Ήλιο
και σαν γυαλί να σπάσεις
το άγριο πρόσωπό του.

Αντώνης Στασινόπουλος, ένα ποίημα

vintage-asylum-photos-2

Γυάλινο μάτι
Μεταλλικός αέρας
Τα παραθυρόφυλλα ψιθυρίζουν
Η βροχή δυνατή, σαπισμένες σκεπές
Το πάτωμα τρίζει
Φορτίο καθημερινό.
Το ρολόι τίκ, τάκ, τίκ, τάκ, αναμονή.
Πτήση μελλοθανάτων.
Προεκτάσεις νεκρών αντικατοπτρίζονται σε ραγισμένες βιτρίνες.
Ραδιενέργεια διέφυγε κι εγκλωβίστηκε
στο νωτιαίο μυελό.
Απαγορεύεται η είσοδος στους ζωντανούς
Ο μπάτσος φύλακας
Το πιστόλι αγκαλιάζει το θάνατο
Εργαστήρια σκέψης
Κομπιούτερ χορεύουν ηλεκτρονική μουσική
σε σεληνιακό τοπίο
Ναπάλμ στην Παλαιστίνη. Δώρα των μάγων
1984! Κρίσεις, επικρίσεις.
Υποχρεωτική στείρωση. Ινδιάνοι παγιδευμένοι
Νεκροταφείο Αμερικής
Απόπειρα έκδοσης τραγουδιών
Κλεμμένα όνειρα
Ένα ταξίδι στην αίθουσα της εξουσίας
Σιδηροδρομικά χαμόγελα
Μεγάφωνα ξεπηδούν απ’ την κοιλιά της γης
Εθνική επέτειος!
Η πείνα. Βογγάει η Αφρική
AFTER SHAVE μετά το ξύρισμα
Καλημέρα σας
Γραφείο κηδειών, ειδικές τιμές.
Πώς είπατε; Αυτοκινητιστικό δυστύχημα
Γιατροί στο χειρουργείο
Αιωρούμενα νυστέρια πάνω από χρηματοκιβώτια
Εγχείρηση επιτυχής
‘Ασπρες ρόμπες ποζάρουν
Τελευταία στάση. Το φιλμ τελείωσε
Ναι κορίτσι μου σ’ αγαπώ.

*Από την πρώτη συλλογή του ποιητή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο” σελ. 28-29.

Σπύρος Μαρούλης, Μόνο ένας ενοχλητικός ψίθυρος παραμένει

Φωτογραφία από Art Against

Φωτογραφία από Art Against

Στέκεται μόνο του,

Σε έναν κόσμο,
Άγονο και άδειο,

Ακούει βρυχηθμούς

Καλώντας το όνομά σου για βοήθεια

Κλαίει βαθιά

Σαν τις βροντές και τ’ αστροπελέκια

Και ο κόσμος,
Όταν ξυπνάει,

Η φωνή του είναι άγνωστη,

Και η κλήση έχει ξεχαστεί,

Μόνο ένας ενοχλητικός ψίθυρος 
παραμένει.