Πρόγνωση καιρού, ποίηση, Θεοχάρης Παπαδόπουλος, εκδόσεις Vakxikon.gr 2014

δ

Το να προσδιορίσει κανείς στις μέρες μας τι είναι καλή ποίηση είναι δύσκολο εγχείρημα. Εκτός κι αν έχει να κάνει με ποιητές σαν τον Θεοχάρη Παπαδόπουλο: τότε όλα γίνονται εύκολα.

  Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γράφει απλά, πολύ απλά. Το ποιητικό του οπλοστάσιο δεν περιέχει περίπλοκα σχήματα, πυροτεχνήματα και φραστικές ακροβασίες. Ο λόγος του είναι απαλλαγμένος από όλα τούτα τα στοιχεία και γι’ αυτό – δεδομένου του αποτελέσματος που καταφέρνει – μαγικός: είναι μεστός, απόλυτα κατανοητός, πλήρης νοήματος, διαφανής και λαμπερός όπως μια ίνα φωτός, από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι στίχοι του ξεκινούν από μια απλή ιδέα και φθάνουν στο απρόσμενο ή σε μια διαπίστωση που οδηγεί τον αναγνώστη σε μια καλύτερη κατανόηση του εαυτού του και του κόσμου.

  Είναι αρκετές οι φορές που ο ποιητής γίνεται αποφθεγματικός, χωρίς όμως αυτό να γίνεται ποτέ αυτοσκοπός του, χωρίς δηλαδή να τον διακατέχει η αφοριστική διάθεση που διέκρινε παλαιότερους ποιητές. Αντίθετα, διϋλίζει τη σοφία του βίου μέσα από την ποίησή του, εκφράζοντας σε λίγους μόνο στίχους ό,τι κάποιος άλλος θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο δοκίμιο για να αναλύσει.
Continue reading

Θωμάς Χαραλαμπίδης, Τρία ποιήματα

siou

Goody’s

Είναι καλά.
Τώρα τρώω στα goody’s.
Κάνουν οικονομία στις χαρτοπετσέτες
κι έτσι με την ίδια
σκουπίζω μαζί
δάκρυα και σως μουστάρδας

***

Εν οίκω

Γονείς υπέρβαροι
πριν να κοιμίσουν τα παιδιά
οργίζονται μπροστά στις τηλεοράσεις τους
με τις ειδήσεις των οχτώ ξεχειλωμένες
την άλλη μέρα
να ‘χαμε να λέγαμε

***

Μνήμη

Λέει:
Τι να τα κάνω όλα τούτα
που είναι μαζεμένα γύρω μου;
Κιλά χαρτούρα, αναμνήσεις, τρυφερά ενσταντανέ
και τη διαλεκτική
να πάσχει από συχνουρία;

Ο άλλος απάντησε:
Πρέπει να σέβεσαι την ιστορία σου.
Η μνήμη έγινε μια φυλακή
θυμάμαι στο σχολείο που μαθαίναμε
μνήμης και λήθης σημαντικά-ασήμαντα.

Μήπως θα έπρεπε να είχα τρέξει
από νωρίς
στα καταπράσινα λιβάδια;
Θα ήταν άραγε μικρότερο το βάρος
αν στο κουπέ του τραίνου μου
καθότανε συνταξιδιώτης;

Μήπως αλήθεια έπρεπε να είχα γίνει τροτσκιστής;
Να πουλάω την εφημερίδα
της γκρούπας μου στις πορείες
στην άλλη έκδοση να βλέπω
πόσες πούλησα;

*Από τη συλλογή “Μούργκα”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 2008.

Βασίλης Βάρκας, Δύο ποιήματα

1aasour12

Μιζεραστία

Είν’ ωραία η ζωή!
Είναι πράγματι ωραία!
Την έχω δει μια φορά στην τηλεόραση.
Ψηλή, μελαχρινή, γαλάζια μάτια!
Στην αγκαλιά της κρατούσε τα λουλούδια
που της έστειλε ο θάνατος.

Πάντα πετυχαίνει το αέναο αυτό συνοικέσιο.
Το κάνουν άξιες προξενήτρες…

Στην πόλη μας, την πόλη των μιζεραστών.
Των εραστών της μιζέριας και των μίζερων ερώτων.
Εκεί πλέκουν τα ειδύλλιά τους,
Η ζωή κι ο φαλλοκράτης θάνατος.

***

Για την ελπίδα

Λαιμός σαν περισκόπιο κατάπιε τη ζωή μου.

Χαμένα νιάτα! Κομμάτια σκορπισμένα.

Ανύπαρκτο καρότο κρεμάσανε μπροστά μου.
Κι εγώ τρέχω.

Σα να μην έχω άλλη επιλογή.

Λυπάμαι!

Ξέρω πως νύσταξε η ελπίδα και κοιμήθηκε
Αλλά δεν ξέρω αν και πότε θα ξυπνήσει.

Δεν είναι νόμοι οι παροιμίες.

Ίσως να πέθανε εκείνη πρώτη…

*Από τη συλλογή ¨Μιζεραστία΄, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2011.

Άλλο ένα υπερρεαλιστικό μανιφέστο: Διακαλλιτεχνικότητα και πρωτοπορίες

Μανιφέστο των υπερρεαλιστών με αφορμή την ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ Χρυσή Εποχή, 1930

Μανιφέστο των υπερρεαλιστών με αφορμή την ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ Χρυσή Εποχή, 1930

Μετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια­

Η Χρυσή Εποχή του Λουίς Μπουνιουέλ είναι η πρώτη από τις τρεις υπερρεαλιστικές ταινίες του (οι άλλες δύο είναι ο Ανδαλουσιανός σκύλος και το Γη χωρίς ψωμί), οι οποίες παρέμειναν επί μακρόν στην αφάνεια. Το σενάριο του βωβού Ανδαλουσιανού σκύλου (1929) το έγραψαν σε έξι μέρες ο Μπουνιουέλ μαζί με τον Νταλί, φίλοι από το Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης και την περίφημη Φοιτητική Εστία της, αποτυπώνοντας με ελεύθερο συνειρμό τα όνειρα που είδαν ένα βράδυ και διηγήθηκαν ο ένας στον άλλον. Εκείνη την εποχή, ο Μπουνιουέλ δεν γνωριζόταν ακόμη με την υπερρεαλιστική ομάδα, της οποίας παρακολουθούσε ωστόσο τις δραστηριότητες και γνώριζε τις θέσεις. Γνωρίστηκαν με αφορμή τον Ανδαλουσιανό σκύλο, τον οποίο οι υπερρεαλιστές πήγαν να παρακολουθήσουν με δυσπιστία, για να ενθουσιαστούν στη συνέχεια όσο δεν παίρνει και να ανακηρύξουν τον Μπουνιουέλ επίσημο σκηνοθέτη της ομάδας. Εξίσου επιφυλακτικός απέναντί τους, ο Μπουνιουέλ είχε γεμίσει τις τσέπες του με χαλίκια, όπως διηγείται στη συνέχεια, για να τους τα πετάξει αν τον γιούχαραν, έτσι όπως στεκόταν πίσω από τη σκηνή για να φροντίσει τον ήχο.

Μανιφέστο της απόλυτης καλλιτεχνικής ελευθερίας που προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο, ο Ανδαλουσιανός σκύλος περιγράφεται το 1934 από τον Μπουνιουέλ ως πρόσκληση στη βία και το έγκλημα, αλλά δεν περιέχει καμία κοινωνική κριτική, σε αντίθεση με τη Χρυσή Εποχή, όπου κατακρίνεται με δριμύτητα η αστική ηθική, όπως εκφράζεται από τους κοινωνικούς θεσμούς – το τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια. Η ταινία χρηματοδοτήθηκε από τον υποκόμη ντε Νοάιγ, γνωστό μαικήνα των υπερρεαλιστών. Την πρώτη την είχε χρηματοδοτήσει η μητέρα του και την τρίτη θα τη γυρίσει χάρη σε ένα λαχείο που κέρδισε ένας φίλος του. Και σ’ αυτή την ταινία, ο Μπουνιουέλ ξεκινά να γράφει το σενάριο μαζί με τον Νταλί, αλλά η συνεργασία τους είναι δύσκολη, εξ αποστάσεως και με πολλές συγκρούσεις.

Οι υπερρεαλιστές θα χαρακτηρίσουν την ταινία «ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα διεκδικήσεων που έχουν ως σήμερα προταθεί στην ανθρώπινη συνείδηση». Γυρίστηκε από τον Μάρτιο ως τον Μάιο του 1930 και η προβολή της τον Νοέμβριο του 1930 συνοδεύτηκε από μεγάλες αποδοκιμασίες και επεισόδια, μέχρι του σημείου να προβάλλεται με αστυνομική προστασία ως την οριστική απαγόρευση, τον Δεκέμβριο. Το κοινό θα δει την ταινία τελικά το 1981 (www.youtube.com /watch?v=RDbav8hcl5U), διαπιστώνοντας πόσο η συγκεκριμένη ταινία, μαζί με τον Ανδαλουσιανό σκύλο και το Γη χωρίς ψωμί που ακολούθησε, αποτελούν «το θεωρητικό, αισθητικό, πολιτικό πρόγραμμα πάνω στο οποίο θα αναπτυχθούν οι επόμενες, μοναδικές δημιουργίες του μεγάλου Ισπανού», όπως σημείωνε ο Μιχάλης Δημόπουλος στο αφιέρωμα στον Μπουνιουέλ που συνεπιμελήθηκε με τον Μπάμπη Ακτσόγλου το 2000 (Καστανιώτης), όπου και πρωτοδημοσιεύτηκε το μανιφέστο αυτό των υπερρεαλιστών, μαζί με μια σειρά άλλα σημαντικά κείμενα για την ίδια ταινία και το έργο του Μπουνιουέλ εν γένει. Το μανιφέστο σχολιάζει σε εξηρμένο τόνο την ταινία ως έκφανση του «τρελού έρωτα», ο οποίος μόνος αυτός μπορεί να καταλύσει τη συμβατική ηθική και τους καταναγκασμούς της.

Το δημοσιεύουμε σήμερα εδώ ως συνεισφορά στη συζήτηση για το κατά πόσο ο υπερρεαλισμός αποτελεί παρελθούσα ιστορική εμπειρία ή ζώσα δύναμη, αλλά και για την διακαλλιτεχνικότητα σήμερα – θεωρώντας ότι το κείμενο αυτό δεν είναι πολύ γνωστό στην Ελλάδα, παρά τη δημοσίευσή του στον εν λόγω τόμο, ενώ αντίθετα μπορεί να λειτουργήσει πολύ γόνιμα στις ποιητικές και αισθητικές αναζητήσεις της εποχής.
Τ.Δ.
Continue reading

Για τις μέρες που ζούμε…

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_4436

Κοιμήθηκα μ’ εφιάλτες,ξύπνησα με οδύνη στην ψυχή .Τίποτα δεν μπορώ να σκεφτώ για να απαλύνω τον πόνο.Φωτογραφίες με νεκρούς σε ψυγεία ,πνιγμένα παιδιά που τα ξεβράζει η θάλασσα και τα διάφορα φασιστοειδή να βρίσκουν έδαφος να σπείρουν το φαρμάκι τους.Πως θα θυμόμαστε άραγε εμείς αν ζούμε ή οι άνθρωποι του μέλλοντος αυτές τις μέρες;Σαν μια ντροπή αβάσταχτη φαντάζομαι.  Το χειρότερο είναι ότι στεκόμαστε από απόσταση και απλώς κοιτάζουμε,εκτός λίγων που αγωνίζονται για να βοηθήσουν όπως μπορούν.Μερικοί βέβαια αναγνωρίζουν πως είναι δυστυχισμένοι άνθρωποι αλλά σκέψου μου λέει κάποιος ,πως δεν θα μπορούν να ζήσουν και θα γίνουν κλέφτες και τότε τι θα γίνει;Όταν θα γίνεις εσύ πρόσφυγας ή μετανάστης τότε τι θα γίνει του απαντώ.Σκέφτηκες μήπως κι εσένα η ώρα σου είναι κοντά;Είναι απίστευτο πόση απανθρωπιά κρύβουμε ,φοβούμενοι μήπως χάσουμε τα κεκτημένα μας.Βέβαια όταν μας τα παίρνει η κάθε κυβέρνηση ,υπηρέτης του κεφαλαίου εκεί κάνουμε κοινώς την «πάπια»Είναι μια μέρα μαύρη…

View original post 53 more words

Τζούλια Φορτούνη, Δύο ποιήματα

Αυστραλιανό τοπίο. Φώτο: Rory Hudson

Αυστραλιανό τοπίο. Φώτο: Rory Hudson

de profundis

δεν είναι δύσκολο αυτό το πρόβλημα
είναι πάντα ανέφικτες οι λύσεις
να βρω μια φωτεινή στιγμή
το κάτι εκείνο που γυαλίζει
μέσα στο μάτι του κυκλώνα
ή της τρέλας την κραυγή μέσα στη νύχτα

δεν είναι αποτρόπαιο αυτό το έγκλημα
είναι που αναβάλλω συνεχώς τον φόνο
αναζητώντας ένα κοφτερό μαχαίρι
βλέμμα της τίγρης
όταν ορμάει επάνω μου
ή της αλλοτινής σου λάμψης το ατσάλι

δεν είναι αλλόκοτη αυτή η πολιτεία
είναι που πάντα χάνω το βηματισμό μου
επιχειρώντας μια πιο σταθερή ισορροπία
σαν ακροβάτης που παραπατά
στο χεροκρότημα
ή σαν μικρό παιδί που χάθηκε στο δάσος

***

υστερόγραφο

ποτέ δεν προλάβαινα
τα ληξιπρόθεσμα χρέη
τα dead lines
τις ημερομηνίες
όμως πήγαινα πάντα νωρίτερα
στα ραντεβού μου και περίμενα
σαν να σκηνοθετούσα μια άφιξη
ή έναν πρόωρο αποχαιρετισμό

πάντα υπήρξα βιαστική
και ανυπόμονη
στο επάγγελμα
στον έρωτα

δεν ήμουν έτοιμη
ποτέ δεν θα είμαι

*Από τη συλλογή “Φυσικό αντίδοτο”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013.

Κυριάκος Ραμολής, Τρία ποιήματα

3

Η αναβολή μιας συνομιλίας

Συνάντησα στο κατώφλι της οικίας μου τον παραστάτη
θάνατο. Διαβεβαιώνω τους ποιητές πως οι λαϊκές δοξα-
σίες που τον νομίζουν γέροντα δεν ισχύουν. Ο θάνατος μου
παρουσιάστηκε ως έφηβος. Είχε λυμένα τα πυρόξανθα
μαλλιά του (είχαν θρέπει ωστόσο με το χρόνο). Τρόμαξα
από την ομορφιά του και κλείδωσα την πόρτα μου.

***

Εγκόσμιο μπιχλιμπίδι

Δρω και δράττομαι
των περιοχών στο ρολογάκι μας
ορώ ό,τι ορίζεται
μα θυμάμαι μόνο την Τάξη
Γεννήθηκα από θρησκοληψία
στου ζωντανού τον πόνο
Έφηβος τώτα πια στερεώνω
όσες πνοές αντιλαμβάνω
δίχως δομές ή πέρατα

***

Της Αποκάλυψης

Πορδές γενναίες του φτωχού
στα χάσματα απλωθείτε
το μεσημέρι επίορκος
θα αρπάξω κεραυνούς
Πριγκιποπούλες φίμωτρα
στα ανθίδια θα φιλάνε
χοντροί βρικόλακες
θα πίπτουν οι θεοί

*Από τη συλλογή “Πυράγρα”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 200
5.

Βαγγέλης Ρουσσάκης, Που αγαπήθηκαν

11903945_10206720823392986_1121171788784304900_n

Ήχος παλιός, αγαπημένος
Στο γεμάτο αράχνες γραμμόφωνο.

Γνώριμος σαν από πάντοτε
Άναρχος, ατελεύτητος.

Στο μυαλό να γυρίζει
Σαν αδιόρατη παλινδρόμηση

Του νόστου που εκπλήρωσες
Για μια στιγμή.

Χωρίζουν οι ζωές
Των ανθρώπων που αγαπήθηκαν.

Το τραγούδι των ερώτων μας συνεχίζει να παίζει
Τ’ ακούς;

Voltarine De Cleyre, Γραμμένη με κόκκινο

de_cleyre

Στους ζωντανούς νεκρούς
του μεξικάνικου αγώνα

Γραμμένη με κόκκινο η μαρτυρία τους μένει
για να τη δουν οι θεοί όλου του κόσμου·
στον τοίχο του ολέθριου, χέρια δίχως σώμα
έγραψαν “Upharsin” (1) και φλογισμένα σημάδια
φωτίζουν το σύνθημα: «Αδράξτε τη γη!
Ανοίξτε τις φυλακές, κι απελευθερώστε τους ανθρώπους!»
Αναζωπυρώνονται οι λέξεις των νεκρών
γραμμένες με κόκκινο.

Οι θεοί του κόσμου! Τα στόματά τους τώρα βουβά!
Τα όπλα σας μίλησαν, κι αυτοί γίνηκαν στάχτη.
Όμως οι ξεσκισμένοι Ζωντανοί, με τις καρδιές μουδιασμένες,
ένιωσαν μέσα τους το χτύπο ενός αναστάσιμου τυμπάνου
-στη διάλεκτο των Νεκρών- να τους καλεί:
«Ξύστε την αρχαία σκουριά!»
Είδαν «Ανέστη», τη λέξη των Νεκρών
γραμμένη με κόκκινο.

Σήκω ψηλά, πανώρια φλόγα!
Ψηλά στους ουριανούς, όλοι να σε δουν.
Σκλάβοι του Κόσμου! Κοινός ο σκοπός·
μια η προαιώνια καταισχύνη – ένας ο αγώνας!
Στο όνομα Ενός -του Ανθρώπου-
αγωνιζόμαστε να ελευθερώσουμε τους ανθριώπους!
«Εξαγνίστε για μας τη Τη!» ακόμα καίνε οι λέξεις των Νεκρών
Γραμμένες με κόκκινο.

Σικάγο 1912

*Αυτό ήταν το τελευταίο ποίημα της Voltairine De Cleyre (Βολταιρίν ντε Κλερ).
(1) Η λέξη «Upharsin» είναι βιβλική με μυοτηριιώδες περιεχόμενο, και σημαίνει «the writing on the wall».
**Το ποίημα προέρχεται από το βιβλίο «Voltairine De Cleyre Γιατί είμαι αναρχική», Εκδόσεις Σοφίτα, 2014, σε έρευνα και μετάφραση Γιάννη Γ. Μπαζού και εισαγωγή Αργύρη Αργυριάδη.

Γιάννης Ζελιαναίος, σ’ ένα χαρτόκουτο στην Πατησίων

p115-960x640-680x453

Είναι εδώ και κάμποσο καιρό

που δεν αισθάνομαι τίποτα,

το σώμα μου είναι προέκταση χαρτόκουτου

κι αυτή η φυλλάδα

κρατάει το κρύο μακριά απ’ τα εντόσθιά μου.

Τα βράδια για να κοιμηθώ

χρειάζομαι το μπουκάλι με το ούζο

που όταν είμαι τυχερός έχει ρακί

κονιάκ κηδείας

και στις καλύτερες τσίπουρο

χαρισμένο από καφενείο.

Ονειρεύομαι ήλιο

μα στο τέλος της ημέρας υποφέρω

και φοβάμαι μη χάσω κάνα δάχτυλο.

Οι άνθρωποι είναι τρελοί

αλλά κοιτάζουν εμένα σαν τρελό

οι άνθρωποι κάνουν ένα σωρό παρανοϊκά πράγματα
και μυξοκλαίνε για το κάθε τι

τα ψιλά στις γιορτές γίνονται χοντρά

οι σταυροί βοηθάνε την πείνα να χορτάσει

η βροχή αμαρτάνει τα κορμιά τους

κι όταν λένε πως βρήκαν ένα δρόμο

απλά δεν έχουν προλάβει τίποτα.

Νοιάζομαι για το κρύο

τις κόρνες και τις εκρήξεις στα σκουπίδια

που η λάβρα ζυγώνει το φαΐ μου,

ένα λουκάνικο από σάντουιτς βγαλμένο

κρεμμύδι με σκυλόσκατο

τυλιγμένο με απόκομμα στοιχήματος χαμένου

και θέρμη απ’ τον Πινόκιο κρεμασμένο

με τα ξύλινα τρεμάμενα ποδάρια του

προσάναμα για μένα.

Καμιά φορά νιώθω κάτι

για τη μαύρη πουτάνα της Τρίτης Σεπτεμβρίου

μ’ αμολημένο το βυζί στα δύο

τα λευκά της δόντια

φως σε καύλες

το χορό του γέλιου της

αφού έχει σνιφάρει

και βλέπει κοιλιές, αρχίδια

και σηκωμένες υποσχόμενες ψωλές.

Την βλέπω λες κι είμαστε στην ίδια κοιλάδα

στην ίδια πόλη
στην ίδια μοίρα

να μας κοιτάζει το μάτι που δε θέλουμε να μας κοιτάζει

όταν η λύπηση κι η ικανοποίηση δεν έχουν καμία διαφορά.

Βλέπεις είμαι ένας hobo που λένε οι αμερικάνοι

ολόκληρης γενιάς κουλτούρα

που έγραψε, ήπιε και πέθανε.

Εδώ δεν είμαι τίποτα

παρά μονάχα ένας αλήτης

το επιχείρημα της πείνας

από σαπιοκοιλιάδες και μαυροφορεμένους με κουκούλες

που καίνε το φαΐ μου.

Δεν με νοιάζει

ποτέ δεν με ένοιαξε.

Δώσ’ μου ένα χαρτόκουτο

λίγο αλκοόλ να ζεσταθώ

μια χαλασμένη τυρόπιτα

μια είσοδο μαγαζιού

μια αλυσίδα ξεκλείδωτη

τρεις γόπες ατελείωτες

και μακριά από μένα το

Για όλους έχει ο θεός.

*Από το «Μισό λίτρο κονιάκ στην Πατησίων», Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος (2015).
Feature photo: http://popaganda.gr/ti-simveni-sta-prosfigika/
Ποιημα και εικόνα της ανάρτησης από το http://athensinapoem.com/2015/08/22/%CF%83-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD/