Ουρανία Βασιλάτου, Ανάνηψη

10380269_10206433125660358_351582741657379702_n


Γρήγορα

Να συνδέσω με φιάλη οξυγόνου

το στόμα, να γεμίσουν

τα πνευμόνια.

Χτύπο να δώσω της καρδιάς,

μ’ απινιδωτή.

Να επαναταξινομήσω 

τις κάρτες μνήμης,

στο νου.

Το αίμα 

να ρεύσει στις φλέβες,

με μετάγγιση.

Με ρεύμα να διαπεράσω

το καλωδιωμένο σώμα,

να ζωντανέψει κινήσεις.

Τώρα μπορώ να σε αφήσω να φύγεις…

6/9/2015

Tim Wright reviews Caitlin Maling

vpUA8O7JDgkRJzEqT3gl6qEhGVfWpsxgYha9EUgTPLu2I1WnMWRaQUb7gQY5wt1FbVGONhmlrE8l0WwkGqvN0KeF7CIJvl6QAbpLA3nKclmRRpiKtY71=s0-d-e1-ft

Conversations I’ve Never Had
by Caitlin Maling
Fremantle Press, 2015

Few writers seem to get the viciousness of Perth. John Mateer’s early poems do, and some of Deborah Robertson’s short stories. There’s also Laurie Duggan’s one-liner, ‘you can see why all the really savage punk bands came from here’ (‘Things to Do in Perth’), and for the encyclopaedic and lyrical, John Kinsella’s wonderful, aptly sprawling ‘Perth Poem’.

Caitlin Maling’s debut collection, Conversations I’ve Never Had appears at first to be almost overwhelmingly concerned with place and places, most often in and around Perth. Yet these are poems of place in a secondary sense: as backdrops to the poet’s central themes of family and suburban rite. Many of the poems appear to have been written while living overseas (North America and the U. K.), and fall into a less-critical tradition – that of the homesick, coastal-dwelling Western Australian’s lament, best rendered in The Triffid’s 1986 album, Born Sandy Devotional. Like the cover image of that album (an aerial photograph of Mandurah in 1961) there is a preference for the topographical perspective in a number of Maling’s poems, which could be partly a result of the distance from which they’re written (that is, from which the places are remembered and evoked), and because the views most residents have of that city, when leaving it or returning after a long time, are from the air. There is, however, more than one rear-view mirror here too – including in the final poem’s somewhat febrile litany of place names, a poem which also contains my favourite line of the book: ‘defenestrating apple cores at 140 kmph’ (‘Directions’).
Continue reading

Στέφανος Ροζάνης, Δύο ποιήματα

1196071023

Άνάγραμμα

Τό άνάγραμμά μου μπορεί νά είναι τό ψευδώνυμο τής αγάπης σου.
Αύτό δεν θά είχε σημασία παρά μόνο αν οί λέξεις έπαιρναν
τό σχήμα σου κάθε φορά πού μ’ άκουγες νά σέ φωνάζω άπό
μακριά κι έσύ άνταποκρινόσουν μ’ ένα «δέν ξέρω» πού μέσα
του έκρυβε τόν θάνατο αύτών πού γνωρίσαμε.

’Αγέλαστοι καί μέ κομμένη τήν άνάσα νοσταλγούμε τό
γέλιο, άπλώνουμε τά χέρια μας σ’ ό,τι δέν υπάρχει, στις
σκοτεινές αναταράζεις πού μάς άφησαν άφωνους καί άπορούμε
αν όσα άκούσαμε ήταν φωνή ή των ήχων μιά άπρόσμενη σύγχυση.

Ξεραμένα δέντρα πού κάποτε τά άπειλοΰσε ό άνεμος,
άηχες κραυγές αύτοδάπανες, άνερμάτιστα βλέμματα έρμαια
των ονείρων.

Ό άνεμος δέν θά περάσει, δέν θά μάς βρει, κι άν μείναμε
μόνοι είναι γιατί ζητήσαμε τό άλλο μας όνομα.

Αν μέ καλέσεις δέν θά ξέρω πιά ποιός είμαι.

***

Ώρες

Ώρες πού περίμενα ν’ αδειάσει τό σπίτι
Μ’ ένα ραβδί παραπλανημένου μάγου
Νά γίνει ένδιαίτημα ονείρων
Καί χώρος άκατοίκητος
’Απ’ τίς σκιές πού ρίχνουν τά πράγματα στους τοίχους
’Απ’ τίς φωνές πού άνασύρουν τά πεπραγμένα τής ημέρας
’Από τίς προσδοκίες έγκλεισμαύ όσων έδιάβηκαν τό κατώφλι

Ώρες πού διέσυραν τή μνήμη
Πού άπειλητικά τήν έσυραν έκεί πού έξαντλεΐται όπως κάτι χιλιοειπωμένο
Όπως ή οικειότητα άνάμεσα σέ παλιούς εραστές

Ώρες πού έβλεπα τό πρόσωπό σου σ’ έναν καθρέφτη

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτο”, Εκδόσεις Έρασμος, 2004, σελ 18 και 26.

Γιάννης Χαιρέτης, Απειλή

anailihand6-thumb-large

Αφομοιώθηκα,
αναλώθηκα
σ’ ανεξιχνίαστα ερωτηματικά
και ψυχοφθόρα διλήμματα…

Καιρός της περισυλλογής
ή καιρός της μεταμέλειας;

Στους λίθινους τροχούς
των αναμνήσεων μου,
στους αρχαίους άξονες
της Φαντασίας μου
ξαναγυρίζω.
Αιωρούμενες απειλές,
θανάσιμες παγίδες
καταδυναστέβουν
τις Ημέρες μου.

Εγκαταλείπω τον αγώνα
ή με εγκαταλείπουν
οι δυνάμεις μου;
Έτσι λοιπόν
στους άκαμπτους νόμους
της Λογικής
θα υποκύπτουν
οι Πράξεις μου;…

Νοσταλγία
των χαμένων Χρωμάτων
μη με εγκαταλείπεις.

*Από τη συλλογή “Ο κήπος των απολάψεων”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 1992, σελ. 75.

Czeslaw Milosz, Time of Year / Εποχή του χρόνου

In the deep stillness of my favorite month,
October (maples reddening, oaks in bronze,
Here and there a pale yellow birch left)
I celebrated a hiatus in time.

The borders of the realm of death lay all around me,
Round a bend in the avenue, beyond the parkland lawns,
But I did not have to enter, not having been called.

Motorboats pulled onto the bank, pine-needles on the paths,
The river flowing in darkness, no lights on the far side.

I was going to a ball of spirits and sorcerers
Where a delegation would appear bewigged and masked
To dance unrecognized in the pageant of the living.

Εποχή του χρόνου

Στη βαθιά ηρεμία του αγαπημένου μου μήνα,
Οκτώβριος (σφεντάμια γίνονται ερυθρά, βελανιδιές μπρούτζινες
Εδώ κι εκεί μια ανοιχτοκίτρινη σημύδα αφημένη)
Γιόρτασα ένα κενό στον χρόνο.

Τα σύνορα του βασιλείου του θανάτου ερημώνουν όλα γύρω μου,
Γύρω από μια στροφή στη λεωφόρο, πέρα από το γρασίδι στο πάρκο,
Όμως, δεν έπρεπε να εισέλθω, αφού δεν είχα κληθεί.

Μηχανόβαρκες σταθμεύουν στις όχθες, πευκοβελόνες στα μονοπάτια,
Το ποτάμι ρέει μέσα στο σκοτάδι, δεν υπάρχουν φώτα στη μακρινή πλευρά.

Πήγαινα σε έναν χορό αλκοολούχων και μάγων
Όπου μια αντιπροσωπεία με περούκες και μάσκες θα εμφανιστεί
Να χορεύει παραγνωρισμένη στα καλλιστεία της ζωής.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

img_4474

Lucifugo, Το Ναυάγιο

Refugees-off-Rhodes-2015-Source-action-press

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…

σιγοψιθυρίζουν
μέσα κι όξω απ’ τα μηνίγγια μας
οι σειρήνες που προσκαλούν
το βλέμμα και την προσοχή
να στρέφουμε
στ’ άστρα τ’ ουρανού
μακριά απ’ την κοκκινισμένη θάλασσα!

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…

το λυσσομάνι
και η φουσκοθαλασσιά της ζωής,
της ζωής που-φτιάχνουμε-μαζί,
εδώ και καιρό
έχει πάψει να ξεβράζει
στις ακτές της ναυαγούς
και μισολιγόθυμους ζωντανούς

ξερνάει πνιγμένους
κι ολότελα νεκρούς
-γυναίκες-άνδρες-παιδιά-
σώματα ανθρώπινα
στα σύνορα απαγορευμένα
που πυρπολούνται
σαν μάγισσες στην πυρά
για να καούν
και να ταφούν ζωντανά
κάτω απ’ το βυθό της θάλασσας

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…

το πρωί ξυπνούμε
βήχοντας απ’ τα πνεμόνια μας
το νερό
του χτεσινού πνιγμού τους

το βράδυ στον ύπνο
μάς επισκέπτονται
τα φαντάσματά τους
ζητώντας λίγο χώμα στεγνό
για να θάψουν τους μελλοντικούς νεκρούς τους

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…

στις πόλεις και τα χωρία όπου κατοικούμε
μάθαμε τα χέρια να νίπτουμε
μέσα στο αίμα των άλλων,
αμίλητοι να στεκόμαστε
μπροστά στο ξεψύχισμά τους
και τους ώμους αδιάφορα
να κουνούμε
μπροστά στο θάνατό τους

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…

εμείς, μόνο εμείς είμαστε η ρημαγμένη θάλασσα
που κλείνει στα σωθικά της
τα μουλιασμένα σώματα όλων των πνιγμένων
ετούτου-εδώ-του-κόσμου

όσο κι αν σφυρίζουμε αδιάφορα
στρέφοντας το βλέμμα μας
στ’ ουρανού τ’ άστρα

τ’ αστέρια άλλο δεν τ’ αντέχουνε
τη νύχτα να φωτίζουνε
τον ολοήμερο πνιγμό
που αίμα στάζει
σε στεριά και θάλασσα
και για άλλες θάλασσες, για άλλες στεριές
για άλλους ουρανούς πέφτουν και πεθαίνουν

Lucifugo, a diavolo in corpo

4 Σεπτεμβρίου ’15

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Βαρκελώνη – Αφιέρωμα και αποχαιρετισμός

lthkiardopothlos

… σαν έτοιμος από καιρό…

I

Χαμογελάς καί χάνεσαι καπνός καί μουσική
ύπόσχεσαι κήπους καί χάρτινα πουλιά
χρώματα πλαστικά νά ξαναβάψουμε τό μέλλον
χρώματα καί πουλιά γιά νά γεμίσει πάλι τό μυαλό.

Χαμογελάς μά δέν μέ βλέπεις
χαμογελάς καί μένω πάλι μόνος μές στή θάλασσα
τά κύματα παίρνουν τά λόγια μου σάν ξύλα
– στέκω μπροστά σου κουρελής μ’ αύτά τά 10 δολλάρια.

Πού νά σέ πάω πού δέν έχω τίποτα;
στά πιο παλιά παλιά τραγούδια άνάψανε τά ήλεκτρικά
τά μάτια τής άγάπης μου βουλιάξανε στή δόξα τής νοικοκυράς
καί μένα ή ζωή μου πάει στό βρόντο
χωρίς σκοπό καί χωρίς λύπη.

Πού νά σέ πάω πού δέν έχω τίποτα;
Σού δείχνω χάντρες καί κοχύλια πεθαμένες μέρες
πουλάω καί ξαναπουλάω τή στάχτη των πουλιών
κοίτα
τό ψέμα τώρα τρέχει από τά μάτια μου
κι εγώ δέν τό σκουπίζω
– στέκω μπροστά σου κουρελής μ1 αύτά τά 10 δολλάρια

άγνωστος μεταξύ αγνώστων
μέ μιά σημαία νά σαπίζει στήν ψυχή μου
όμως ακόμα ένοπλος καί λαβωμένος
πιάνω κι έγώ σειρά στό καπηλειό σου ειρήνη.

ΙΙ

Τώρα πού τέλειωσε ή κηδεία
καί δέν ξέρουμε πώς νά συνεχίσουμε
τώρα πού δέν ξέρουμε πιά τί νά ποΰμε
γιατί ό ύποβολέας μας τρελάθηκε
– τώρα πού τέλειωσε ή κηδεία
θά πάρουμε τόν κόσμο σβάρνα από βορρά σέ νότο
θά πάρουμε στά ψέματα τόν κόσμο μέ ποδοβολητά

…από καιρό κομμένες όλες οί γραμμές
μά τό χαμόγελο πάντα μπροστά μπροστά
μ’ ένα ταμπούρλο μ’ ένα ταμπούρλο καί μέ πείσμα στό χιονόνερο
χωρίς ειδήσεις καί χωρίς βοήθεια
προσέχοντας μονάχα νά πέφτουμε συμμετρικά
νά μή χαλάμε τή γραμμή
μπερδεύοντας τά θούρια μέ ραγισμένα ταγκό…

Τώρα τελείωσαν όλ’ αύτά
φάλτσα τραγούδια μασημένα λόγια φάλτσοι θάνατοι
τώρα όποιος θέλει εΐν’ έλεύθερος νά φύγει
έξω σταμάτησε ή βροχή
κανένας δέν φρουρεί τίς πύλες κανένας δέν φρουρούσε ποτέ
μόνο τ’ αγάλματα ακουμπισμένα στήν άρετή τους
– μέ τό γελοίο καπέλο μου στό χέρι
νά βγω νά χαιρετήσω τό κοινό ή νά γυρίσω άφωνος τήν πλάτη;

Τώρα όποιος θέλει εΐν’ έλεύθερος νά φύγει
πάρε λοιπόν κι έσύ τά δάκρυά σου καί τό κουτσό ποδάρι σου
σκύλε τής νύχτας σκύλε τής βροχής
μαύρο κατάλοιπο στήν άσπιλή μας μέρα
μαύρο καντήλι μαύρο φως κακό τραγούδι
σημαία καρφωμένη στήν ψυχή μου.

*Από τη συλλογή “Βαρκελώνη” (1975) που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό ξένην σημαία – Ποιήματα 1967-1987”, Εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία, 1991, σελ. 31-33.
**Η εικόνα της ανάρτησης είναι από άρθρο για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο στο http://left.gr/news/sta-ypogeia-katafygia-toy-stihoy-gia-ton-gerasimo-lykiardopoylo

Τάσος Θεοφίλου, Κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά

11900029_937384209670140_969993586022958116_n

Κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά.
Και θα λέμε ότι τουλάχιστον προσπαθήσαμε.
Ότι δεν ήρθαμε άδικα στη ζωή.
Ότι δε γίναμε άδικα βάρος στη γη.
Ότι κάτι αφήσαμε πίσω μας.

Και θα’ χουμε ρυτίδες στα πρόσωπα.
Κάθε ρυτίδα και μια χαρακιά.
Για κάθε στιγμή αγωνίας.
Για κάθε αιωνιότητα μοναξιάς.

Όσοι φοβούνται τις ρυτίδες,
φοβούνται το παρελθόν τους,
το ανούσιο παρόν τους,
το προδιαγεγραμμένο μέλλον τους.
Μισούν τον εαυτό τους. Αυτό που γίνονται.

Ο χρόνος αφήνει τα σημάδια του.
Κι εμείς θα τα φέρουμε περήφανα.”

Jacques Prevert, Πρωινό γεύμα

« Les Garçons de la rue, » a collage by Jacques Prévert over a photo by Robert Doisneau. © Fatras, Succession Jacques Prévert / Private collection of Jacques Prévert

« Les Garçons de la rue, » a collage by Jacques Prévert over a photo by Robert Doisneau. © Fatras, Succession Jacques Prévert / Private collection of Jacques Prévert

Έβαλε τον καφέ
Στο φλιτζάνι
Έβαλε το γάλα
Στο φλιτζάνι με τον καφέ
Έβαλε τη ζάχαρη
Στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
Γύρισε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Και ξανάφησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έβαλε τις στάχτες
Στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε Έβαλε
Το καπέλο του στο κεφάλι του
Έβαλε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Μέσα στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Και ’γω πήρα
Το κεφάλι μου μέσα στα χέρια
Κι έκλαψα.

Δήμος Χλωπτσιούδης, Κατάστιχα, Εκδ. “Το Βιβλίο”

katastixa

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

=Έχουμε αναφερθεί ξανά στην τάση της έκδοσης βιβλίων αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή (e-book), μια τάση, που τείνει να εξελιχθεί σε αναγκαιότητα λόγω του υψηλού κόστους της έντυπης έκδοσης. Τούτη η αναφορά είχε γίνει σε μια παλιότερη κριτική για τον Δήμο Χλωπτσιούδη και το βιβλίο του «Η οργή της πεταλούδας». Πιστός στην συγκεκριμένη μορφή έκδοσης ο ποιητής εξέδωσε και δεύτερο βιβλίο αποκλειστικά σε ηλεκτρονική έκδοση. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή με τίτλο: «Κατάστιχα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: «Τοβιβλίο» και περιλαμβάνει ποιήματα ολιγόστιχα με οικονομία λέξεων και συμπυκνωμένα νοήματα.

Τα «Κατάστιχα» του Δήμου Χλωπτσιούδη χωρίζονται σε έξι μέρη-θεματικές ενότητες.

Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Πολιτική, ανθρώπων φύσις» και περιλαμβάνει ποιήματα πολιτικού προβληματισμού. Να τονίσουμε, ότι όταν μιλάμε για πολιτική ξεχωρίζουμε χοντρικά δύο κατηγορίες ανθρώπων. Είτε είναι άνθρωποι πάμπλουτοι, που δεν τους έλειψε ποτέ τίποτα και βλέπουν την πολιτική ως ένα παιχνίδι εξουσίας, είτε είναι άνθρωποι, που βίωσαν τη φτώχεια, την ανεργία και την κρίση και αγωνίζονται μέσα από την πολιτική για έναν καλύτερο κόσμο. Ο Δήμος Χλωπτσιούδης ανήκει στους δεύτερους. Με την οικονομία του λόγου, που τονίσαμε και πιο πάνω και με μια λεπτή ειρωνεία θα γράψει: «το χαμόγελο προβάρει σε καθρέφτη μαγικό / «καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, / ποιος είναι ο πιο αγαπητός;» / «Εσύ, κύριέ μου, όλες οι δημοσκοπήσεις / εσένα δείχνουν νικητή».
Continue reading