ομπρέλες φθείρουν τον ήλιο
σε μια αναπόφευκτη πορεία επιστροφής
μαύρη μάζα συμπυκνωμένη
προς μια επερχόμενη αγιάτρευτη πτώση
επίγειο άρωμα του μετέπειτα για το άυλο που πορεύεται
άνοστες σάρκες ξεβρασμένες στην οικουμένη
Νέττα, 25/8/2015
ομπρέλες φθείρουν τον ήλιο
σε μια αναπόφευκτη πορεία επιστροφής
μαύρη μάζα συμπυκνωμένη
προς μια επερχόμενη αγιάτρευτη πτώση
επίγειο άρωμα του μετέπειτα για το άυλο που πορεύεται
άνοστες σάρκες ξεβρασμένες στην οικουμένη
Νέττα, 25/8/2015
ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
μαζεύονται οι πυροβολημένοι
οι κρεουργημένοι
τα πεινασμένοι
να πατήσουν σταφήλια
πιο αφρικάνοι κι απ’ τον Χριστό
Ήπια
από την απόλυτη ιερότητα της ανθρώπινης κλίσης.
Η αιωνιότητα τελειώνει
στο τέλος μιας νύχτας
εκείνο που μετράει
είναι αν έζησες
ή αν Πέθανες.
Τα μεγάλα φορτηγά είναι πια σκουριασμένα
και σερνώμενος στην αυλή
αυτού που στάθηκε σαν παλιό σχολείο
αντικρίζεις πως τα παιδιά δεν γίνονται άντρες πια.
Στον παράδεισο δεν υπάρχουν άντρες
παρά μόνο δυστυχία
γιατί εδώ η ευτυχία βαραίνει περισσότερο
από τον άνθρωπο.
Είδα την πείνα στη θέση της ελευθερίας
το συμφέρον να διώχνει την λογική
είδα το στρατό στη θέση των ανθρώπων
Είπαν οι ρωμαίοι: «κοίτα τη δουλειά σου
το στρατό σου
τα λεφτά σου
κοίτα την ευτυχία» και είδα την ύλη που φτιάχνει τον θάνατο.
*Το ποίημα αυτό είναι συνέχεια προηγούμενου που είχε δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2015/06/17/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC%CF%82-%CF%83%CE%B5-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1-%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81/
**Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.
ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Την Ασημίνα Ξηρογιάννη την έχουμε γνωρίσει ως ποιήτρια με τρεις μέχρι σήμερα ποιητικές συλλογές. Την έχουμε γνωρίσει ως πεζογράφο με τη νουβέλα «Το σώμα του έγινε σκιά» και με την ποιητική νουβέλα «23 μέρες».
Είναι καιρός, λοιπόν, να γνωρίσουμε την Ασημίνα Ξηρογιάννη και ως θεατρική συγγραφέα με το θεατρικό σπονδυλωτό μονόπρακτο: «Οντισιόν», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις: “Vakxikon.gr”.
Οντισιόν είναι η δοκιμαστική ακρόαση ή παράσταση καλλιτέχνη με σκοπό την επαγγελματική συνεργασία. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, με το πρώτο της αυτό θεατρικό έργο περνάει από οντισιόν, όπου οι κριτές είναι το αναγνωστικό κοινό και μπορούμε να πούμε ότι θα έχει επιτυχία ως ένα πρωτότυπο θεατρικό για το θέατρο.
Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι εκτός από όσους έχουν συνδέσει τη ζωή τους με το σανίδι, ποιον θα μπορούσε να ενδιαφέρει ένα θεατρικό για το θέατρο; Όμως, το θέατρο είχε, έχει και θα έχει κοινωνικές προεκτάσεις, γιατί είναι βγαλμένο μέσα από τη ζωή και αντικατοπτρίζει το κοινωνικό περιβάλλον. Πόσο μάλλον, που το θεατρικό της Ασημίνας Ξηρογιάννη έχει κοινωνικές προεκτάσεις. Είναι η κατάντια του σύγχρονου θεάτρου, που στη βάση ενός κακώς εννοούμενου νεωτερισμού, φτάνουμε στο σημείο να βλέπουμε τον ηθοποιό να αφοδεύει πάνω στη σκηνή. Η συγγραφέας στηλιτεύει τέτοιου είδους καταστάσεις χωρίς να κάνει κήρυγμα. Σε άλλο σημείο βλέπουμε ότι ο ηθοποιός με το πλούσιο βιογραφικό δεν μπορεί να κάνει καριέρα γιατί οι σκηνοθέτες ζητούν ανθρώπους, που δεν έχουν ιδέα από θέατρο, ενώ αλλού, ένας ηθοποιός είναι ταυτόχρονα και σκηνοθέτης και σεναριογράφος και αναλαμβάνει να παρουσιάσει ένα έργο εντελώς μόνος του.
Που καταλήγουν οι ήρωες του θεατρικού; Σε δυο σκηνές η λήξη αναγγέλλεται τελετουργικά με τη δήλωση: «Θέατρο τέλος» και στην τελευταία σκηνή η ηρωίδα λέει ότι τελείωσε με το θέατρο. Τελειώνει, όμως, ποτέ η σχέση ενός ηθοποιού με το θέατρο; Αν πρόκειται για ταλαντούχο ηθοποιό η σχέση με το θέατρο δεν τελειώνει ποτέ. Εκείνος, που κόβει τη σχέση του με το θέατρο, είναι ο θεατής. Ο κουρασμένος και παθητικός θεατής. Ο θεατής, που βαρέθηκε να βλέπει προϊόντα υποκουλτούρας πασπαλισμένα με χρυσόσκονη χαρακτηρισμών, όπως έντεχνο, μοντέρνο, πρωτοποριακό και ανεξάρτητο.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι το θεατρικό μονόπρακτο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Οντισιόν» έχει διακριθεί με έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση, θα θέλαμε να συγχαρούμε τη συγγραφέα και ελπίζουμε σύντομα να δούμε την «Οντισιόν» και επί σκηνής.
Αδειάζει
τη ζωή του κατάχαμα.
Ξεχωρίζει
τα πράγματα.
Βάζει στην άκρη
τα ξεθωριασμένα συνθήματα
τις σχισμένες αφίσες.
Ψάχνει να βρει
τα χαμένα του όνειρα.
Στο στήθος του κρύβει
ένα προϊστορικό κατακλυσμό,
και τα παιδιά
π’ αφανιστήκανε
στα παιχνίδια των γέρων.
Έζησε σε δίσεκτα χρόνια.
Πότισε,
με το αίμα του
άκαρπα δέντρα.
Ανασήκωσε
κάμποσες φορές
το βάρος του
χωρίς βαρυγγώμιση
κι ύστερα
βούλιαξε στην ανυπαρξία.
Continue reading
Les prodiges de la liberté
Entre les dents d’un piège
La patte d’un renard blanc
Et du sang sur la neige
Le sang du renard blanc
Et des traces sur la neige
Les traces du renard blanc
Qui s’enfuit sur trois pattes
Dans le solei couchant
Avec entre les dents
Un lièvre encore vivant
Μέσα στα δόντια μιάς παγίδας
Το πόδι μιάς άσπρης αλεπούς
Και αίμα πάνω στο χιόνι
Το αίμα της άσπρης αλεπούς
Και ίχνη πάνω στο χιόνι
Τα ίχνη της άσπρης αλεπούς
Που φεύγει τρέχοντας στα τρία
Στον ήλιο που γέρνει
Κρατώντας ανάμεσα στα δόντια
Έναν λαγό, ακόμα ζωντανό.
Υπάρχουν φωτογραφίες και φωτογραφίες συγγραφέων, και οι περισσότερες φωτογραφίες συγγραφέων μοιάζουν μεταξύ τους μ’ έναν τρόπο τόσο βαρετό, που αισθάνεσαι πως τούτη η επανάληψη σε φέρνει πιο κοντά στον θάνατο – ασπρόμαυρες λήψεις για να κάνουν το πρόσωπο να φανεί βαθυστόχαστο, χέρια στα πηγούνια για να κρύψουν τα προγούλια, και ασφαλώς η κλασσική πόζα του ‘‘Εγώ απλώς διαβάζω αυτό εδώ το βιβλίο, δεν έχω ιδέα ότι με φωτογραφίζουν’’.
Η δική της φωτογραφία δεν ήταν ασπρόμαυρη, ο λαιμός της φαινόταν ξεκάθαρα, και το βλέμμα της έφτανε κατευθείαν στην ψυχή σου. Μέσα από τη δουλειά μου έχω δει άπειρες φωτογραφίες ανθρώπων ενώ κοιτάζουν τον φακό: Ανθρώπων ντροπιασμένων, ανθρώπων μεθυσμένων, ανθρώπων μπερδεμένων και φοβισμένων λίγο πριν οδηγηθούνε στο κελί τους˙ ακόμα κι εκείνο το κάθαρμα που χαμογελούσε στην κάμερα -χαμογελούσε σ’ εμένα- τέσσερις ώρες αφού είχε ξεριζώσει την κάτω γνάθο της κοπέλας του, ακόμα και τα δικά του μάτια δεν με είχαν κλονίσει όσο με κλόνιζαν τα δικά της.
Ολόκληρο το μαλακό εξώφυλλο ήταν πνιγμένο σε μια έντονη απόχρωση του κόκκινου. Είμαι συνηθισμένος στο ν’ ανακαλύπτω βιβλία που δεν έχουν αναφορά σε όνομα συγγραφέα, σε εκδότη ή σε χρονολογία -ειδικά στο συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο- αλλά ήταν η πρώτη φορά που δεν έβρισκα ούτε αναφορά στον τίτλο: Κατακόκκινο εξώφυλλο, πρώτη λευκή σελίδα, δεύτερη λευκή σελίδα, τρίτη λευκή σελίδα, και στην κορυφή της τέταρτης σελίδας ξεκινούσε η πρόζα, ένας ασταμάτητος χείμαρρος μικροσκοπικών χοντρών γραμμάτων ο οποίος έδινε την εντύπωση πως όλο το βιβλίο -γύρω στις 100 σελίδες υποθέτω, δεν ήταν αριθμημένες- αποτελούταν από μία τεράστια παράγραφο.
Continue reading
ξεφυλλίζει την εφημερίδα
οι υπάλληλοι προσέρχονται ράθυμοι
στα αφημένα απ’ την αχλή της νύχτας γραφεία
ο ήλιος δεν λέει να ξεμυτίσει
ένα ακόμα απ’ αυτά τα μουντά πρωινά
της Μελβούρνης, της πόλης του Νότου
με τα μεγάλα πάρκα και τα στενά καταστήματα.
κάθε πρωί
ανάμεσα στην κίνηση
κι ένα περιορισμένο καυσαέριο
κατεβαίνει στην ίδια στάση του τραμ
ο ταχυδρόμος δεν φέρνει τίποτα σημαντικό
μόνο τραπεζικά χρεόγραφα
λογαριασμούς
και άχρηστη αλληλογραφία
από αποστολείς που ποτέ δεν γνώρισε
κι από γραφεία
που ποτέ δεν μπήκε
ασήμαντη χαρτική ύλη
ανίκανη να ανατινάξει
την επαναστατική του φαντασία
καθώς προσπαθεί να εξάψει τα πνεύματα
ενάντια στα τέρατα που διεκδικούν
τον άκρατο πολιτισμό μας
Η Συντροφιά
Είσαι η συντροφιά μου.
Ξέρω το ώριμο φρούτο της βιασύνης σου,
τους ταραχώδεις καταρράκτες
και τα φουντουκιά νερά της χαράς.
Ξέρω τη δύναμη των προμαχώνων σου,
κι εκείνους τους τοίχους όπου μπορεί να γίνει μια παράβαση.
Έχεις δώδεκα Αχίλλειες πτέρνες
και ένα τρίκοπο μαχαίρι.
Η γεύση σου είναι πράσινη, όπως η φρεσκάδα του πρωινού,
ή ζεστή και καυστική,
όπως οι αλόες στον ήλιο.
Μυρίζεις σαν υγρό βρύο,
νεανική γούνα ανάμεσα στα πεύκα
ή ένα νεο-ακονισμένο δρεπάνι βουτηγμένο στο σανό.
Περπατάς όπως οι υπεροπτικοι Ινδιάνοι
και μιλάς σαν άρπες. Σκέπτεσαι κατά μήκος μιας γραμμής-βέλους
ή κάτω σε άφωνα πηγάδια.
Είσαι βαθύς με απτή τρυφερότητα,
αλλά σκληρός σαν μαλαχίτης.
Τα λόγια σου και οισκέψεις σου
λάμπουν σαν γυαλισμένες ασπίδες.
Είσαι η συντροφιά μου.
***
Η Κυνηγημένη Σκιά
Μια ψιθυριστή αντανάκλαση ενός ψιθύρου,
και πέρα από αυτή την απειλούμενη βροχή
η λυγισμένη πίσω πλευρά ενός θυμωμένου στρογγυλεμένου φεγγαριού.
Τρέχω στη γη κατά μήκος των περιθωρίων της νύχτας,
επιδιώκοντας να σώσω τη σκιά μου
από τις ωμές, βροντερές άκρες του ανέμου.
Οι γλώσσες των λαμπτήρων κλαίνε αχνά στο πεζοδρόμιο,
οι κουνουπένιες φωνές τους πηδούν από φωτεινό σε φωτεινό φωτοστέφανο,
πάνω από το πνιγηρό σκοτάδι,
πάνω από τη νερένια σιωπή του μουσκεμένου σκοταδιού
που βουβαίνει τον ήχο τους με δάκρυα.
Νιώθω τις φωνές τους σαν λυγμούς στο λαιμό μου,
λικνίζοντας το χαζοβιόλικο άγχος μου.
Τα μουρμουρητά των ακρών των ανέμων και των λαμπτήρων
και τα δάχτυλά της βροχής ροκανίζουν τη σκιά μου,
ενώ το σκοτάδι το κλέβει από το προκλητική βελούδο
και με σκοτεινιάζει με απογοήτευση.
Η ωμή ουσία της νύχτας έρχεται με δάκρυα που κυλούν
από το χείλος της ημέρας,
φθίνω σαν ένα φάντασμα που έχει αποσυρθεί
ψάχνοντας για την εκτόξευσή μου σε καμπύλες και βάραθρα.
Μια ακόμα φεγγαρόλουστη σήραγγα, το βάθος ενός κυπέλλου ακόμη
και θα λάμψω με ασφάλεια μέχρι το ξημέρωμα.
Αλλά τι ήταν αυτό;
Ωχ – τα σύννεφα! Οι τελευταίες λόγχες της βροχής που μαχαιρώνουν
με χτυπούν μεταξύ της σκιά μου και του εαυτού μου,
βάζοντας ένα διάλειμμα διαφυγής σε όλα.
*Από τη συλλογή “A Voice in Three Mirrors”, Black Swan Press, Chicago, 1984 (σελ. 11 και 27).
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
1
Η ποίηση του δρόμου δεν διεκδικεί
κανένα αλλόκοτο “πνευματικό δικαίωμα”
για τον εαυτό της
στρέφεται εναντίον
του άθλιου κόσμου που τη γέννησε
με τα βέλη των λέξεων να τρυπάνε πρώτα πρώτα
το σώμα το δικό της
έτσι μονάχα τα νοήματα πλέκονται σφιχτά
με τις ανοιχτές πληγές των ανθρώπων
μ’ αυτό το νήμα δεμένες
οι ζωντανές πληγές δεν αιχμαλωτίζονται
μόνες και ξεχασμένες
μέσα στην τυραννική οχλοβοή
του καθημερινού βίου
ξανοίγονται από κοινού σ’ εκατοντάδες δρόμους
και βαθύτερα ματώνουν
χωρίς να σκορπίζουν
σκαλίζοντας με το καλέμι των στίχων
το πένθιμο πρόσωπο της πόλης
μια τέχνη της υπενθύμισης
είναι η ποίηση του δρόμου
βρίσκεται εκεί για να υπονομεύει
τον τετελεσμένο μέλλοντα
που βίαια και σιωπηλά
εδώ και τώρα
μάς αποσπά
από την παρατήρηση αυτού που υπάρχει
Continue reading