Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

304988_292605717520489_1584056976_n

Πυρακτωμένο σημάδι

Και τώρα
με το σημάδι στο πόδι
με το πυρακτωμένο σημάδι και το κορμί να λείπει
μοιάζω ανώνυμη
το ξέρω πως με έντυσαν όλοι
πως με είδαν τα φώτα του πρωινού
να ναρκώνομαι ακόμα και στη λάβα
το ξέρω αρνήθηκα το ταμπάκο της κοίμησης
…κοιμούνται μόνο όσοι αποφάσισαν

δεν άντεξε το σώμα τόση απελπισιά
κοιμήθηκα
πέραν τούτου δεν ξέρω αν μπόρεσα στον ύπνο μου
να κρατήσω την παρθενιά μου
δεν την έδωσα χωρίς καπνό που στέλνει μηνύματα πολέμου
δεν την έδωσα
και πάλι εδώ που ήρθα στο νότο
μαζί με άλλους με τους οποίους ποτέ δεν έμοιασα
-και μάλιστα τόσο που μοιάζοντάς τους θα απείχα από τα χνώτα μου-
μάλιστα εδώ στο νότο δεν μου είπαν
πως ακόμα κι ένα πόδι όταν κοπεί κομμάτια
μπορεί να περπατήσει με την ελπίδα των άλλων
και είπα δεν θέλω άλλες ελπίδες
είμαι γεμάτη από τ’ ανδραγαθήματα και τις πομπώδεις
φωνές των ευέλπιστων ανέλπιστων
θέλω να κτίσω δυο λόγια
δυο λόγια μόνο, ακόμα και με ένα πόδι
ακόμα και με ένα χνάρι χέρι
δυο λόγια δικά

***

Μεγάλο στήθος, μικρό στήθος

Τελείωσες
τον πρώτο σου πίνακα
από το σχήμα του σώματός μου
αλειμμένο με ακρυλικές ουσίες
και η πιο μικρή λεπτομέρεια
κι αμυχή
με τύλιξες σε σεντόνι
στα μαλλιά των στρειδιών και της πέτρινης σιωπής
με επιούσια χρώματα
τα ανακάτεψαν οι μέλισσες
στην αγάπη τους για το κίτρινο

είπες πως το στήθος μου ήταν πελώριο
δεν χωρούσε στο σεντόνι
θα σκόρπιζε τα χρώματα
σε σχέδια αλλόκοτα
-εγώ δεν το είχα προσέξει
πως είχα μεγάλο λιμάνι για να φύγεις-

τα δέντρα μπορούν κι απλώνονται
στη θάλασσα
απλώνονται στα χρώματα
σε σχήματα σα γύρη
σε γύρη που έχει κέντρο
σε κέντρο που έχει πλευρά
που αγγίζω και μετρώ
καρδιά που κτυπά

μα δεν το είχα προσέξει…
πως είχα μεγάλο στήθος

{…}
πήρες άλλο μοντέλο, μικρά λιμάνια
το ίδιο όμορφα
ίδια χρώματα άλειβες
έφτανε τουλάχιστον το σεντόνι
δεν περίσσευε
με λίγη συντήρηση μνήμης
όλα έφταναν

{…}
θα έβγαινες είπες
από το πρώτο επίδομα εργασίας
αν το μοντέλο σώμα μου ταίριαζε
στην αναπαράσταση των χρωμάτων σου
θα το λήστευε η τέχνη σου…
ληστεύεται το φυσικό λιμάνι;

λιγόστεψα το στήθος μου με κίνδυνο
να φτάνει στο σεντόνι με τ’ ακρυλικά σου

{…}

*Από τη συλλογή “Μουσώνες”, Εκδόσεις Αφροδίτη, Μελβούρνη 2015. Η εικόνα της ανάρτησης είναι έργο του ζωγράφου και ποιητή, Χρήστου Ζάχου.

Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης, Ὅσο μπορεῖς

Κι ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάμεις τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τουλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μὴν τὴν ἐξευτελίζεις
μὲς στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,
μὲς στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.

Μὴν τὴν ἐξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνὰ κ’ ἐκθέτοντάς την
στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν
τὴν καθημερινὴν ἀνοησία,
ὡς ποὺ νὰ γίνει σὰ μία ξένη φορτική.

Foto%2520by%2520Ben%2520Stoate%255B8%255D

*Το ποίημα, το βίντεο και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Λογοτεχνία 21 στη διεύθυνση http://logotexnia21.blogspot.gr/2015/09/blog-post_24.html

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Θρήνος

201_2015_9_4_22_58_51_b2

Φουρτούνιασε η θάλασσα.
Απελπισμένα κύματα
χτυπιούνται στα βράχια.
Η θάλασσα φωνάζει:
-Όχι, άλλον ΑΪλάν!
Και φτάνει ο αντίλαλος
στη Λαμπεντούζα,
στο Φαρμακονήσι
και σ’ όλη τη Μεσόγειο.
Κλαίνε οι γλάροι:
-Όχι, άλλον Αϊλάν!
Και μένει μέσα μου ο θρήνος,
που κάθε βράδυ με ξυπνά
και μου ζητάει να παλέψω.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Τέσσερα ποιήματα

bonet_5

ειδοποιητήριο θανάτου

Περπατούσα κι είδα καρφωμένη στην κολόνα
την αναγγελία της κηδείας μου.
Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί.

«Τον αγαπητό μας εχθρό
κι αντίπαλο και σκουλήκι
κηδεύομεν σήμερον.
Απεβίωσε ετών μηδέν,
ώρα αγνοουμένη
κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής,
εν μέσω ύπνου, δυστυχής,
κι ονείρων.
Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνοι».

Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος.
Ένα μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα
και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ’ τον τάφο
με το πρόσωπό μου στους ώμους τους.
Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί,
καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου.
Δεν επιτρέπονται ‘δω πέρα ξένοι.

***

οικογενειακή γιορτή

Ήταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι
η μάνα μου, ο πατέρας, ο Φραντς κι εγώ.
Ο πατέρας μού έτρωγε το χέρι
κι εγώ με το άλλο ανακάτευα το μυαλό μου,
ψάχνοντας να βρω το κουτάλι που είχε πέσει μέσα.
Η μάνα,
μοναδική γυναίκα πια στον κόσμο,
κρατούσε την ομπρέλα για να μην πέφτουν
οι βόμβες στα κεφάλια μας.
Κι ο Φραντς στη μέση του τραπεζιού
περίμενε τον πατέρα μας να τελειώσει μαζί μου.

Ο Φραντς
πάνω στη μεγάλη ασημένια πιατέλα
μ’ ένα μήλο στο στόμα.

***

ο κιτρινολαίμης

Ας κάνει κάποιος θεός
να προφτάσω τον κιτρινολαίμη.
Ας κάνει να μείνει ζωντανός
κάπου μες στο σύμπαν,
για να ξέρω απλώς ότι υπάρχει
κι ότι αναδεύει το τίποτα με τα φτερά του.
Να με κρατά η προσμονή
μην τύχει κάποτε και τόνε δω
να ξετρυπώνει με το ράμφος του μια νύμφη
απ’ τα σπλάχνα μιας βελανιδιάς.

Ας κάνει κάποιος άνθρωπος
Θεός να υπάρξει,
που θα μου φυλάξει
έναν μοναχά μικρό
κιτρινολαίμη.

***

ηδονίζονται

Με ρωτούν στον δρόμο οι περαστικοί:
Γιατί κρατάς τα φρύδια σου σφιχτά κατεβασμένα;
Ηδονίζονται να το ακούν:
Για να μην μου βγάλετε τα μάτια.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, εκδ. Πολύτροπον

Γιώργος Μπλάνας, Από το Στασιωτικό 60

21020_485418568283062_6847143802552665692_n

«Τελειώνετε, μπάσταρδα», η θηλαστική αποτυχία,
«μαζέψτε τ’ απομεινάρια της βούλησής σας.
Ρενέ, Ιμμανουέλ, Γκέοργκ, Φρίντριχ,
βάλτε τα χέρια και τα πόδια σας σωστά.
Πάλι παίζετε με τους διορισμούς του Όντος;
. . . . . . . . . . . . . .
Έξω η νύχτα ήταν σπαρμένη σκοτεινούς
αυτόχειρες. Έριχνε
ψιλή-ψιλή απελπισία και το δάσος
βογκούσε βαριά πληγωμένο από αιωνιότητα.
Τι κάθεστε, ασύστατοι;
Αν ο νεκρός του καθενός δεν είναι
του καθενός νεκρός, προς τι
επάνω ο ουρανός και κάτω η γη;
Όποιος δεν έχει παράδεισο, έχει φλέβες.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος: «Χειροβομβίδες τα χέρια του εργάτη»

Papadopoulos2


Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης

Δεν υπάρχουν ποιητές στις μέρες μας κι όσοι γράφουν ποίηση τίποτα δεν έχουν να πουν, να ποια είναι, μεταξύ άλλων, η σύγχρονη αντίληψη για την ποίηση. Κι όμως μέσα από τις εβδομαδιαίες παρουσιάσεις του Ατέχνως στη στήλη των «Νέων Δημιουργών» αναδεικνύεται μια διαφορετική, πολύχρωμη πραγματικότητα όπου νέοι ποιητές και συγγραφείς όχι απλά γράφουν ποίηση αλλά και που επικοινωνούν με την κοινωνική πραγματικότητα. Ο ποιητής Θεοχάρης Παπαδόπουλος που παρουσιάζουμε σήμερα, αποτελεί ακόμα μία περίπτωση που επιβεβαιώνει τη θέση μας εφόσον, παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του -γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978- αριθμεί πλέον στο ενεργητικό του έξι ποιητικές συλλογές, έχοντας διαμορφώσει από τη δεύτερη κιόλας συλλογή του, το προσωπικό ύφος μιας ολιγόστιχης, λιτής ποιητικής γραφής, άμεσα κατανοητής, κοινωνικής και βαθιά πολιτικής. Είναι ένας σημαντικός εκπρόσωπος της σύγχρονης ποιητικής γενιάς της αγανάκτησης και της κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Γιος του ποιητή Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας, και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται με την ποίηση από τα παιδικά του χρόνια ενώ έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, είτε δικές του δημιουργίες, είτε λογοτεχνική κριτική. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα βουλγαρικά και τα πακιστανικά (ουρντού) κι έχει λάβει μέρος σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993, ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τα Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση) το 1997. Οι υπόλοιπες συλλογές του είναι οι Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014). Αντιπρόεδρος του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις». Επίσης, είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών καθώς και μέλος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Επίσης, είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας.
Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης, στο άγνωστο

10958312_10203388442934769_2041968619585602234_n

αυτή η άγνωστη ψυχή
συναγωνίζεται
ενάντια στα χρώματα

αυτή η άγνωστη μυρωδιά
παραβγαίνει
ενάντια στο ρεύμα
αγωνιώντας να είναι
αποτελεσματική και ευχάριστη

αυτή η άγνωστη φωτιά
ανάμεσά μας
τείνει να γίνει ηφαίστειο

όλα είναι άγνωστα
και εμείς αυτοσχεδιαστές
στις καθημερινές μας εξεγέρσεις

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πιστο-ποιητικό

Keratea_9

Κουράστηκε ν’ αποδεικνύει
Απ’ την αρχή κάθε φορά
Ότι δεν είναι ελέφαντας.

Ένα μικρό απόκομμα
Στη μέσα τσέπη του φυλά
Κι αμίλητος το επιδεικνύει.

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

11873553_10204526231858781_1759142374439714974_n


Τη δύσκολη ώρα

Λύγισες
από τα βάρη που φορτώθηκες
που δεν σου αναλογούσαν
μα ήθελες να τα φορτωθείς
έτσι ήταν το σωστό
ήταν των δικών σου ανθρώπων
ήσουνα νιος
και πήρες τον ανήφορο
μα κάποτε λύγισες
κι ούτε ένας δεν έτρεξε
να σ’ ενισχύσει.

***

Κόκκινα γαρύφαλλα

Φουσκωμένα τομάρια
της δύναμης και της πυγμής
επιβεβαιώνονται
σ’ αδύναμους κι ανίσχυρους
manu militari
επιβάλλονται,
της σάπιας τάξης
κλείνουν κάθε ράγισμα
της σιδερένιας μηχανής της
κόκκινα γαρύφαλλα
θα σταθούν απέναντί τους
σε νεανικά χέρια
και θα νικήσουν
είναι αναπόφευκτο
είναι αναπότρεπτο
το καινούργιο
να νικάει το παλιό.