KATERINA GOGOU-LAST POEMS//ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ-ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

vequinox's avatarManolis

gvgou

SEASONS WILL COVER ME

Love has a diaphanous white color and
its body the shape of benediction and
this horse
searches amid the smoke
for its dead rider
to take him away.

I think that whether ancient or modern
the seasons will cover me.
That way I won’t feel hungry
nor thirsty and
I won’t write poems anymore.

Only, Lord, homeland of the stars, I beg you
dress me in the white diaphanous color and
grace me with the body of Your benediction.

Do I ask for too much?

ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΘΑ ΜΕ ΚΑΛΥΨΟΥΝ

Η αγάπη είναι χρώμα άσπρο διάφανο
και το σώμα της σχήμα ευλογίας.
Κι αυτό το άλογο
ψάχνει μέσα στους καπνούς
το νεκρό καβαλάρη του
μακριά να τον πάρει.

Σκέφτομαι αρχαία και σύγχρονη
οι εποχές θα με σκεπάσουν.
Έτσι δεν θα πεινάω πια
και ούτε θα διψάσω
και ούτε ποιήματα θα γράφω πια.

Μόνο παρακαλώ, Θεέ, των…

View original post 29 more words

Antonio Machado, Δύο ποιήματα

466593_634171167692091250-1

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ

Στη μέση της πλατείας, πάνω σε πέτρα αδούλευτη,
το νερό όλο αναβρύζει. Και στον πλαϊνό κήπο,
πίσω απ’ τον τοίχο του κισσού, υψώνει
την άκαμπτη σιλουέτα του ψηλό ένα κυπαρίσσι.
Το απόγεμα όλο πέφτει μπροστά από τα παλιόσπιτα
της πλατείας που ονειρεύεται. Στραφτοκοπούν τα τζάμια
με τους ασθενικούς ήχους του ήλιου. Στα μπαλκόνια
υπάρχουν σχήματα που μοιάζουνε με νεκροκεφαλές.
Η γαλήνη είναι άπειρη στην έρημη πλατεία,
που περιφέρει η ψυχή το πονεμένο φάσμα της.
Το νερό όλο αναβρύζει στη μαρμαρένια γούρνα.
Στον σκιερό αγέρα μόνο το νερό ακούγεται.

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Τα παιδικά μου χρόνια: θύμησες σε μια σεβιλλιάνικη αυλή,
κι ένας φωτεινός κήπος που ωριμάζαν τα λεμόνια-
η νεότητά μου: είκοσι χρόνια στη γη της Καστίλλης
κι η ιστορία μου γεγονότα που δεν θέλω να θυμάμαι.
Ούτε κατακτητής Μανιάρα ούτε και Μπραντομίν υπήρξα
-μάθατε κιόλας τον αδέξιο στολισμό μου-, κι ύστερα
δέχτηκα και το βέλος που είχε για μένα ο Έρως,
κι αγάπησα σ’ εκείνες ό,τι φιλόξενο έχουν.
Κυλάν στις φλέβες μου σταγόνες αίματος Γιακοβίνων,
κι ο στίχος μου αναπηδά από πηγή γαλήνια-
πιο πολύ από άνθρωπος που ξέρει τη δουλειά του,
είμαι, με την καλή έννοια του λόγου, καλός άνθρωπος.
Αγαπώ την ομορφιά και στη σύγχρονη αισθητική
έκοψα τα παλιά τα ρόδα στον κήπο του Ρονσάρ-
δεν μου αρέσουν τα φτιασίδια της νέας καλαισθησίας,
ούτε είμαι το πουλί της μόδας που τραγουδάει τρελά.
Αντιπαθώ τις ρομάντζες τενόρων κενολόγων
και τη χορωδία των γρύλων που τραγουδάει στ’ άστρα.
Για να διακρίνω σταματάω τα απόηχα της ηχούς,
και μέσα στις πολλές φωνές ακούω μονάχα μία.
Είμαι ρομαντικός ή κλασικός; Δεν ξέρω. Ίσως ν’ αφήσω
θά ’θελα τους στίχους μου σαν καπετάνιος το σπαθί;
διάσημο από το χέρι που το χούφτωνε,
κι όχι εκτιμημένο απ’ τον ειδικευμένο χαλκουργό.
Συζητώ με τον άνθρωπο που πάντα πάει μαζί μου
-όποιος μιλάει μονάχος, κάποτε θα μιλήσει με το Θεό-.
Ο μονόλογός μου είναι συζήτηση μ’ αυτόν τον καλό φίλο
που μου έμαθε το δρόμο προς τη φιλανθρωπία.
Και τέλος, δεν σας οφείλω τίποτα- μου οφείλετε ό,τι έγραψα.
Πηγαίνω στη δουλειά μου, πληρώνω μοναχός μου
τα ρούχα που φορώ, το σπίτι όπου μένα),
το ψωμί που τρώω και το κρεβάτι που κοιμάμαι.
Κι όταν θα φτάσει η εόρα του τελευταίου ταξιδιού,
κι είναι έτοιμο το πλοίο για το στερνό ταξίδι,
θα με βρείτε επιβάτη χωρίς πολλά μπαγκάζια,
σχεδόν γυμνό, σαν τα παιδιά της θάλασσας.

*Από το βιβλίο “Antonio Machado, Ποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη 2009. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Tζούλια Φορτούνη, Ποιήματα από το “δήγμα γραφής”

exof_Fortouni-947x1425

το λευκό των προθέσεων

η αυτοχειρία δεν είναι πράξη
δεν σου χαρίζεται
στα πόδια σου χαμογελάει
το ωμέγα
των ξεκούρδιστων ωρολογίων
είσαι το απροστάτευτο πιόνι
αφού κάποτε ο χρόνος
λιώνει
αφού κάποτε
η ζωή εδώ τελειώνει
[…]
μπορεί τα χέρια
μπορεί το προνόμιο της αφής
τα μάτια όμως αγγίζουν
τα μάτια όμως δραπετεύουν

κάποτε, σ’ ένα άλλο εδώ

θα ’ρθει η στιγμή που η αγάπη
δεν θα μας χρειάζεται
στους γκρεμούς

ενδημική
θα αποξηραίνεται
νοσταλγικό τραγούδι

θ’ αναβλασταίνει έπειτα
δεν θα ’χει ανάγκη
θα ξυλεύεται παράνομα
θα εκπορνεύεται
κοκκινομάγουλη
με λόγια πρόστυχα

κάποτε όλα χάνονται
η αγάπη δεν μας χρειάζεται πια

όμως εγώ σε θέλω εδώ
να σκουπίζεις τα αίματα
να με παρηγορείς
να μ’ αγαπάς για όσα
εξ αιτίας της θα μου στερήσεις

δήγμα γραφής

έφτασα
πρόλαβα
είδα
τις λέξεις
το δηλητήριο

κανείς δεν ήταν εκεί


άγνοια

θα κατανοήσουμε
θα είναι αργά
θα έχουν λιώσει οι παγετώνες
και τα χωράφια
τα αμπέλια
φίδια θα τρώνε

δεν θα ’χουν αξία τα χρήματα
μόνο τα μάτια για όσους δεν έχουν χάσει
το λευκό των προθέσεων

οι μέρες πάντα
κάτι σφαγιάζουν

το αίμα του
μας μεθά
εν αγνοία μας

όνειρο θερινής ημέρας

θα βγάλω τις πόρτες
θα μπαινοβγαίνει η γάτα
θα κάθεται στο περβάζι
εσύ θα κρεμάς το παλτό σου
θ’ ακούς ειδήσεις και σμυρναίικα

εγώ
στους κάκτους της αυλής

μια θερινή μέρα
που ποτέ δεν θα ζήσουμε

διότι πάντα
το τεθωρακισμένο
έξω από το σπίτι

θα σαρώνει

*”δήγμα γραφής”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2015.

Lucifugo, a diavolo in corpo, Νεκρόπολις

3803209276

I

Εκεί έξω
Στους βοερούς δρόμους της πόλης
Στα λεωφορεία και στα υπόγεια τρένα της
Στα διαμερίσματα και στα γραφεία της
Στους χώρους δουλειάς και στον ελεύθερο χρόνο της
Στις πλατείες και στους πεζοδρόμους της
Στο φως και στο φωταγωγημένο σκοτάδι της
Στη θορυβώδη σιωπή και στη σιωπηλή απόγνωσή της
Παντού ο ίδιος αδιαπέραστος ίσκιος
Πλανάται και απαντάται
Ανθρωπόμορφος και πολυσύχναστος
Ο μουγκός σφυγμός στις φλέβες του
Πάλλεται ζωηρός
Με τους καθημερινούς ανθρώπινους μόχθους

II

Ολημερίς κι αποβραδίς
Στην κοιλάδα του θανάτου σπέρνουμε
Για να θερίζουμε με τα χέρια μας
Τα ίδια τα σώματά μας
Γέμισαν κάλους τα χέρια μας
Και το μυαλό μας ρόζιασε ολάκερο
Η μέση μας τσάκισε στα δυο απ’ τη δουλειά
Για να εγγυόμαστε εμείς οι ίδιοι
Πως δε θα βιωθούν τα σώματά μας
Ποτέ ζωντανά

III

Ένας ίσκιος χωρίς σώμα αληθινό
Μας δόθηκε για να ζούμε
Κι ένας κόπος αλλότριος
Και μια προκοπή αλλότρια
Μας σφηνώθηκε
Σα νταβανόπροκα στο κεφάλι
Να μοχθούμε
Να κοπιάζουμε περήφανοι
Και μ’ υψωμένο τ’ ανάστημα!
Ενώσω σερνόμαστε κατάχαμα
Ασώματοι και ημιθανείς
Στην κοιλάδα του θανάτου
Στον ίσκιο του θανάτου μεγαλώσαμε
Και γίναμε τα μονάκριβα παιδιά του

IV

Τίποτα εδώ δε στεριώνει,
Δε ριζώνει, δεν ανθίζει
Όλα μαραίνονται κι αργοσβήνουν
Μέσα στις πλήθιες γλώσσες της Σκιάς που
Πρωί βράδυ μάς γλύφουν κατάσαρκα

V

Στις ανηφοριές και τις κατηφοριές
Αυτής εδώ της αλλότριας ζωής
Έχουμε ένα αόρατο σχοινί
Στο λαιμό μας περασμένο
Που μας τραβάει μπροστά,
Πάντα μπροστά!
Και δε μας επιτρέπει
Να βλέπουμε τι συμβαίνει
Μέσα κι όξω μας
Απλά κοιτάζουμε αποσβολωμένοι
Από την κεκτημένη ταχύτητα
Τα τοπία γρήγορα ν’ αλλάζουν
Ερήμην μας

VI

Και δε βλέπουμε τίποτε
Δεν εννοούμε τίποτε
Παρά ένα αδιαφοροποίητο γκρίζο
Μια άλλη απόχρωση της ζοφερής Σκιάς
Που μας έχει βάλει στο στομάχι της

VII

Σ’ αυτόν εδώ τον ανήλιαγο
Κόσμο των Σκιών
Τα φιλιά που δίνουμε και παίρνουμε
Τα χάδια που ανταλλάσσουν
Τα σώματά μας
Μαραίνονται ακαριαία
Και πέφτουν νεκρά
Στα πόδια μας
Για να ποδοπατηθούν βιαστικά
Στους δρόμους της Νεκρούπολης
Σαν ξεραμένα γαρίφαλα
Απάνω σ’ ένα νεκρώσιμο στεφάνι
Που βιαίως ξεριζώθηκαν
Απ’ το ζωτικό τους κλωνάρι
Τα σώματά μας στον ήλιο
Δασκαλεύτηκαν να ραγίζουν
Και στα νεύματα των περαστικών ανέμων
Τα πέταλά τους να σκορπίζουν

VIII

Εκεί έξω
Μοναδική συνάφεια
Στην Πόλη των Νεκρών
Που την κατοικούμε
Και την πληθαίνουμε
Το προμήνυμα της Σκιάς
Και το ριζικό του Θανάτου
Μας βαστούν απ’ το χέρι
Σαν αφοσιωμένοι κηδεμόνες
Και μας πηγαίνουν
Και μας φέρνουν
Όλους μαζί
Κι όλους χώρια
Στις κατακόμβες

*Από τα “Τέσσερα Ποιήματα για την ξένη και φορτική ζωή μας”.

Voltairine De Cleyre, Ζερμινάλ*

voltairine-de-cleyres-quotes-5

Η τελευταία λέξη του Αντζιολίλο
Ζερμινάλ! Το πεδίο του Άρεως οργώνεται,
σκληρό το ατσάλι που σκίζει τη γη, καυτή η ανάσα
των μεγάλων βοδιών που τραβούν υποκύπτοντας
στη βουκέντρα αυτού που τα οδηγεί στο χωράφι του Θανάτου.
Ζερμινάλ! Δράκου δόντια τώρα σπέρνονται, λευκός και τραχύς ο σπόρος που
πετάει ο φυτευτής, όμως δεν πρόκειται να δρέψει γρήγορα τη σοδειά του· πατάει
πάνω στις γρόνες του Θανάτου και δεν προσέχει.
Ζερμινάλ! Λουλούδια τώρα ανθίζουν
μακριά στο πεδίο του Άρεως σε πλουμιστές σειρές·
με άγριες πολεμικές ιαχές, τώρα η γη θάλλει κι αντηχεί.
Στον τάιρο του ο φυτευτής κοιμάται, και χαμογελάει.

Λονδίνο, Οκτώβριος 1897

*Η νουβέλα του Εμίλ Ζολά “Germinal” (1885) επηρέασε τους αναρχικούς του 19ου αιώνα. Ο Μικέλε Αντζιολίλο ήταν ένας νεαρός Ιταλός αναρχικός που αποδοκιμάζοντας την πρακτική της ισπανικής κυβέρνησης που φυλάκιζε και βασάνιζε τους πολιτικούς της αντιπάλους χωρίς δίκη, πυροβόλησε και σκότωσε τον πρωθυπουργό της Ισπανίας τον Αύγουστο του 1897·
Η λέξη Germinal προέρχεται από τη λέξη germ: βλαστός: ανοιξιάτικος μήνας του γαλλικού επαναστατικού ημερολογίου.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Όμως

2888573

Tα αρώματα της βρεγμένης γης δεν είχαν αλλάξει, ούτε οι ήχοι του αέρα και των κλαριών όταν χορεύουν απαλά, και τα χρώματα έμεναν πιστά στην ίδια απόχρωση. Όλα ήταν ίδια, εκείνος το ήξερε αυτό˙ τα αρώματα και οι ήχοι και τα χρώματα δεν του άφηναν περιθώριο να αμφιβάλλει.

Η σκέψη του ήταν μπερδεμένη εκείνη τη στιγμή. Στο μυαλό του υπήρχαν οι λέξεις ‘‘τα αρώματα’’, και οι λέξεις ‘‘και οι ήχοι’’, και οι λέξεις ‘‘και τα χρώματα’’, και οι λέξεις ‘‘δεν έχουν αλλάξει’’, και μετά υπήρχε η λέξη ‘‘όμως’’. Εκείνος τρόμαξε από τη λέξη ‘‘όμως’’, και κατευθύνθηκε γρήγορα σ’ εκείνη την άγνωστη ήπειρο που αποκαλούμε άγαρμπα ‘‘καρδιά’’, κι εκεί συνάντησε πάλι τον ορισμό που ποτέ δεν βρήκε λέξη, και προσπάθησε να τον καθρεφτίσει˙ πρώτα στις λέξεις ‘‘τα αρώματα’’, στις λέξεις ‘‘και οι ήχοι’’, και στις λέξεις ‘‘και τα χρώματα’’- έπειτα στα αρώματα, στους ήχους, και στα χρώματα. Προσπάθησε, και ήταν μια γενναία προσπάθεια, ή ίσως απελπισμένη (υπάρχει διαφορά;).

Τώρα η προσπάθεια είχε τελειώσει. Γονάτισε, αγκάλιασε τον σκύλο του.

Μύρισε το βρεγμένο τρίχωμα του σκύλου. Τον αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά. Τον κοίταξε στα μάτια. Ο σκύλος περίμενε˙ δεν ήταν πρώτη φορά που το στοργικό πλάσμα με την απρόσεχτη ουρά θα άκουγε ένα μυστικό από εκείνον.

Ο σκύλος είχε χαμηλώσει τα περήφανα αυτιά του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα άκουγε ένα μυστικό από εκείνον, δεν ήταν η πρώτη φορά που το μυστικό που θα άκουγε δεν θα έφτανε ποτέ σε άλλα αυτιά. Όμως (Θεέ μου αυτή, αυτή η καταραμένη λέξη), ήταν η πρώτη φορά που άκουγε την ανάσα εκείνου τόσο τρομαγμένη.

Έσφιξε τον σκύλο στην αγκαλιά του. Μύρισε το βρεγμένο τρίχωμα του. Ψιθύρισε τις συλλαβές ντροπιασμένος, προσέχοντας να ειπωθούν τόσο απαλά ώστε να μην είναι βέβαιο αν κάποτε ειπώθηκαν.

‘‘Δεν νιώθω τίποτα πια.’’

*Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα του συγγραφέα, όπου μπορείτε να βρείτε περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου στο http://www.alexantonopoulos.com

Humanity in Poetry: Writing Through Fences at Word Travels’ Story Fest

Hani-476x317

BY NYSSA BOOTH

This October, Australia’s largest performing writers program, Word Travels’ Story Fest, is taking on the international conversation surrounding refugees. For most Australians it is impossible to understand what it is like to have to flee your home country, blinded to what the future may hold.

Through the power of creative writing, Story Fest provides a voice to those who have transformed their challenges into influential stories, and is a platform to discuss past experiences with passion, vulnerability and raw authenticity.

The weekend extravaganza will consist of multiple poetry slams, forums, discussions and a special event entitled Writing Through Fences, which will open the Australian Poetry Slam National Final at the Sydney Opera House.
Featuring three refugee poets who sought asylum in Australia, Writing Through Fences is sure to spark heartfelt discussion among the audience and other competing poets. “You will hear from people who have travelled through the darkest places in the human psyche and have found poetry to guide them to sunlight,” said Creative Director of Word Travels, Miles Merrill.

Hani Aden is a Somali writer, who wrote from Christmas Island where she was held for 13 months. During her time in detention, Aden reached to poetry as an outlet to express her emotion and pain. “I thought expressing myself through the power of poetry and storytelling was the only way many of us could walk free in this land,” she explained. Aden is performing alongside Yarrie Bangura, a young refugee, who as a child fled civil war in Sierra Leone; and Kaveh Arya, who fled Iran and became a refugee in Turkey, until he and his family migrated to Australia in 1995.
Continue reading

Dada – 7 ελληνικά τραγούδια

blog-obedience


ΓΙΑ ΜΑΣ ΚΕΛΑΪΔΟΥΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Εμείς, τα κελαηδίσματα των πουλιών
έτσι, πολύχρωμα, έτσι
Εμείς δροσιά κι επιρροή
Sweet Magic
αμύγδαλο κρυφό.

Εμείς, τα κελαηδίσματα των πουλιών.

ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΩ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ

Μπορείτε να πάτε να ψάξετε
στις άλλες περιοχές του φυτού
Όποιος ξέρει
Κανείς δεν ξέρει.

έρευνα
μόνο
Πάρτε απορριμματοφόρο!

ΤΑ ΜΑΤΟΚΛΑΔΑ ΣΟΥ ΛΑΜΠΟΥΝ

Κεφάλι
ρολόι
Πεδίο λουλουδιών.
Τα βλέφαρα είναι
Αγάπησα την εγγραφή.

(Καρδιά και λογισμικό μου
έχουν καταστραφεί…)

Τα μάτια σου, τον αδελφό σου
Crazy
κτύπος της καρδιάς.

ΒΑΡΚΑ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ

Το σκάφος στην παραλία (δύο φορές)
δοχείο του ρυθμού υακίνθων
και το Βασίλειο

59 πενήντα πέντε
δράση
και φιλιά
Ω, γλυκιά μου αγάπη


ΑΡΝΑΚΙ ΑΣΠΡΟ ΚΑΙ ΠΑΧΥ

Πρόβατο
και
πάχους
και
λευκό
Μητέρα απόψυξης
Και έτσι-
Γρασίδι και τρέλα.

Σ’ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΩΡΑΙΑ

-Ι-
Σ ’αγαπώ γιατί είσαι όμορφη
Σ ’αγαπώ, σας αγαπώ όλους πέρα από τον κόσμο

εκκίνηση

Κλείστε αυτό το παράθυρο
Μετατρέψτε τις φωτογραφίες σας
Μπορείτε να δείτε το μαχαίρι;

-ΙΙ-
Καθαριότητα
Πράγματι,
Σ ’αγαπώ
Η αγάπη
Μπορεί.

Με εκτίμηση

Το μυαλό σου
Φωτογραφίες.
Μαχαίρι.

ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ ΣΤΟ ΑΦΤΙ

Σκελίδες αυτιών
ως προς τις δεξιότητες,

Άδειες τσέπες έχει
η γεμάτη καρδιά μου

Τρέχα
να πιάσεις το αυτί
Γαρύφαλλο
μεταξωτό των διακοπών

Σφίξιμο σε στήθος δόνησης
χορδές.

ΠΩΣ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΕΝΑ ΝΤΑΝΤΑΪΣΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ
(στην Εποχή του Google)

Παίρνουμε μερικούς στίχους πασίγνωστους. Ο Σεφέρης ή ο Ελύτης προσφέρονται, του λόγου μου προτιμώ το “μου χαρίσαν λουλουδάκια σε δυο κόκκινα γλαστράκια…” αλλά περί ορέξεως κολοκυθόπιττα.
Το λοιπόν:
Τους περνάμε σε μια μηχανή μετάφρασης, το Google translation φέρ’ ειπείν. Μεταφράζουμε από τα ελληνικά στα σουαχίλι, από σουαχίλι σε ισλανδικά, από ισλανδικά σε ταμίλ, ίγκμπο, γιορούμπα, τουρκικά, ιταλικά, τελούγκου, χμερ, γερμανικά, αλβανικά, ζουλού κ.ο.κ.
Αν θέμε, κόβουμε κιόλας το στίχο σε δύο ημιστίχια, κατά προτίμησιν (εγώ) όταν επεξεργαζόμεθα τα ιαπωνικά είτε τα ταγκουτζαρατικά.
Χρήσιμο κουμπί η αυτόματη αναγνώριση γλώσσας (μεταξύ μας αυτό).
Άλλο χρήσιμο κουμπί (αυτό, για προχωρημένους) το “Κάντε κλικ για επεξεργασία και προβολή εναλλακτικών μεταφράσεων”, ιδίως σε γλώσσες που δεν γνωρίζουμε.
Τέλος, από τα περσικά ή τα ουρντού μεταφράζουμε πάλι στα ελληνικά* – κι’ έτοιμο το ποίημα.

(*) καλό είναι κάθε τόσο να επαναλαμβάνεται αυτή η ενέργεια, κάτι καλό μπορεί να έχει προκύψει στο μεταξύ.

Υ.Γ.: Πάντως, συμβουλή: Μην το παρακάνετε, 5-6 γλώσσες αρκούν.

12032075_937715259635345_5321831406846026343_n

Αργυρώ Φραγκή, Πέντε ποιήματα

10808012_1025353577490393_1996914197_n

Ανθρωπολογία

Τι διαφορά έχει
το αλήτικο χαμομήλι
η άγρια παπαρούνα
το ξερό χαμόκλαδο
όλα αυτά στα βάζα
από τα εκθέματα στα μουσεία
από τους πίνακες
με τα κυπαρίσσια
από κεριά που λιώνουν
σε μανουάλια
Αν θες πες
από άδεια μελίσσια
από άδεια θρανία στο σχόλασμα
υπονοούν το τέλος
μα εγώ ζω ακόμα
Άπειροι πρόσκαιροι θάνατοι
ξεβράστε τα νερά στις παραλίες
και τραβήξτε τα νερά
μέσα πάλι
αφήστε την άμμο
τη νεκρή πέτρα
αιώνιους μάρτυρες
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα
κι αυτός θα ομολογήσει
πόσο όμορφοι ήταν
μέσα στα μωβ τους
Ήταν όμορφα τα σύννεφα
Αφήστε τον μόνο μάρτυρα
Δείξτε του έλεος
κι αυτός θα μαρτυρήσει
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα `

***

Η υπόσχεση

Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι αυτό που σε κάνει
να μελετάς το τραύμα
Το αγριεμένο πλήθος
σε μια στιγμή ησυχίας
κοιτά τα κουφάρια σφαγμένων
από σφαγή τιμωρίας
Η κυρία θεολογία θέλει
να γράψεις χίλιες φορές
«Κύριε ελέησόν με»
Η κυρία ζωολογία θέλει
να κρεμαστείς σα σε σφαγείο
στη βιτρίνα ενός χασάπικου
και η μύγα να ρουφάει το αίμα
Κυρίες καλές
αιμοδιψείς και αιμοσταγείς
σαν άνθρωποι
Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι η ελπίδα η δικιά σου
που την κρατώ στα χέρια
και την πνίγω `

***

Άνοιξη

Αν κοιτάξεις στην καρδιά σου
πράγμα που δεν γίνεται
θα δεις βομβαρδισμένα τοπία
είναι σαν να βλέπεις τα κοσμήματα
αρχαίων γυναικών στα εκθέματα
των μουσείων
Κι αν κάτι βλασταίνει
ανάμεσα στις πέτρες
είναι η άγνοια
είναι η απειρία
είναι η θέληση και
η αθωότητα
που ξημερώθηκε
«και καθώς έφευγαν οι μέρες
οι νύχτες απλώς χάθηκαν»
γιατί ό,τι αρχίζει
βραδιάζεται
αυτό που μένει
είναι τα κτερίσματα
στους τάφους
τα ίχνη από τα τείχη
και οι περικνημίδες
των όμορφων στρατιωτών
οι κνήμες οι κώμες
τα όμορφα σπίτια
χάθηκαν σε κάποια
αρχαία μάχη
τόσο παλιά όσο και σημερινή
μέχρι η θηλυκού
γένους ποίηση να σφυρίξει τη λήξη
κάθε ανθρώπινης φιλοδοξίας
και τα βουνά γίνουν νταμάρια
και οι θάλασσες αποστραγγιστούν
θα σας εξοντώσω `

***

Κονσέρβα «ο παράδεισος»

Συμπύκνωση της μνήμης
σε ένα σημείο της στίξης της ζωής
Παράλογα ψάρια μέσα στη λίμνη
γελούν αρρωστημένα με το χάλι μου
Γέφυρες από το τίποτα στο κάτι
ποτάμια από τα βουνά στη θάλασσα
Παράλογοι πύργοι από τη γη στον ουρανό
Χρώματα γαλάζια και πράσινα
μιας σαραντοποδαρούσας
Συμπύκνωση της ζωής
ζωικής φυτικής σε κονσέρβα
με όλες τις γεύσεις
Ένας παράδεισος σε μια κονσέρβα
Να ταΐσω τα παράλογα ψάρια
να τροφοδοτήσω τη θλίψη μου `

***

Αίθουσα αναμονής

Ένα άσυλο ανθρώπων
ανθρώπων σε καταστολή
υποστολή αισθήματος
μια τσιμεντένια πλατεία
δίχως σκιά και
τα παιδιά μουδιασμένα
έχουν παρατήσει
τα παιχνίδια τους
στον ήλιο
Ένας βάλτος
ένα μουσείο από
γαλάζια κύματα νεκρά
νεκρό τσουνάμι
Κάτι υπόγειο υπάρχει
στους υπονόμους
Αναρριχώμενες βοκαμβίλιες
σπάνε τα καπάκια
των αποχετεύσεων
Μέσα στο ποτήρι
ανακατεύεις μουδιασμένα
λίγο βύσσινο
ζάχαρη και νερό
χώμα και πάχνη
υποθαλάσσιος σφυγμός
Όταν έρθει το κατάλληλο
φως
τότε ο φωτογράφος
των ματιών μας
θα δικαιώσει
παγιδεύοντας το
τέλειο πλάνο
στον τρύπιο φακό
το τρυφερό φως
που βρίσκεται
μέσα μας
και ο προβολέας σκηνής
θα ανοίξει
και η ομορφιά αυτού
του κόσμου
θα ξεχυθεί
θα κατακλύσει
θα νικήσει αυτή
τη ζοφερή και
άρρωστη με απoφορά
νύχτα που απλώνεται
στις στέγες των
σπιτιών μας

*Από τη συλλογή “Κυκλική Διαδρομή”, Εκδόσεις “Φαρφουλάς”. Εδώ τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/28619/index.html