Δημήτρης Τρωαδίτης, Η ρευστότητα των πραγμάτων

gezeichneter-1-1

εικόνες
κύμματα
πλανώνται μεταξύ
ορίζοντα και νύχτας
σαν άρρωστο φως
που ρίχνει αναλαμπές

οι ανάσες μας
καχεκτικές
καίγονται
πάνω από στέγες
στο απέριττο σκοτάδι

όλα γκρι
και ακρωτηριασμένα
και σκουριασμένα
θυμίζουν πόσο μακριά είμαστε
από το μέλλον μας
από τις συχνότητες
του εαυτού μας
από παντού

πρέπει να ξεκαθαρίσουμε
πρέπει να βάλουμε
ένα τέλος
στις υστερικές φωτιές

έτσι κι αλλιώς
η ρευστότητα των πραγμάτων
σχετίζεται με την ρευστότητα
του μυαλού μας

Νίκος Καχτίτσης, Δεκατέσσερα Νεανικά Ποιήματα

Old

Δεν ήθελα την αιωνιότητα
Καιρό μόνο ζητούσα

Δ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ

ΑΔΡΑΝΕΙΑ
 
Ο μολυβένιος ουρανός
μου σφεντονίζει ένα τρελό φεγγάρι
καταπρόσωπο,
κι η Γη
θρηνεί τα τέκνα της
που χάθηκαν
στα πορφυρά πεδία των μαχών.
 
Απόψε ο νους μου παέι
σ’ αυτούς που κάνουν το ταξίδι
Κορνουάλη – Σφαξ
Κι Αμβούργο – Άγνωστο.
 
ΤΟ ΚΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ
 
Στάθηκα στην καμπή του δρόμου
στο βουνό με τα βράχια,
κι ένα βοσκόπουλο
μου πρόσφερε μαύρο
γλυκό ψωμί, νερό
και πικραμύγδαλα.
 
Λιβάδια ζοφερά την αυγή,
ομιχλώδη βουνά της Μουργκάνας,
τοπία νεκρά,
μου’ χετε κλέψει τα νιάτα
και το γέλιο.
 
Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ
 
Τ’ ωχρό φεγγάρι
μοιάζει με το κεφάλι
ανήσυχου παιδιού
που ερωτεύτηκε
τη δασκάλα του
και μιάν άνοιξη πέθανε
από βλογιά
 
Απόψε ο μανιασμένος άνεμος
μου θυμίζει έντονα
νύχτες αγάπης
στην οδόν Αγίου Ανδρέου.
 
ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ
 
Είν έξοχη η στογμή
όταν ανοίγεις
το κουτί της φαντασίας σου
και ξεχειλίζουν αρώματα
μεθυστικά
θυμίζοντας σου
την από καιρό χαμένη βεντάλια της Πενθεσιλείας
που βρέθηκε απροσδόκητα ένα απόγευμα
σε κάποιο βελουδένιο κήπο …
 
Μα γρήγορα τα μάτια σου εξαντλούνται,
μια στιγμή ήταν αυτό, τίποτα παραπάνω,
και μονομιάς
όλα χάνονται :
οι ταινίες
τα γράμματα
τα ξηραμένα άνθη.
 
Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ
 
Μ’ αρέσει η φιλία
της ομίχλης
μ’ όλο που νιώθω
ένα υγρό φορτίο
αηδίας
στο λαιμό μου
όταν της κουβεντιάζω
 
Μα σαν αποτραβιέμαι
με σιωπηλά φευγαλέα βήματα
μες στα ερείπια,
τότε υποφέρω αληθινά
και μ’ αγωνία την περιμένω
να’ ρθει πάλι
με νέα οράματα
καινούρια μουσική.
 
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΨΗΛΟ ΚΑΠΕΛΟ
 
Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία
ότι μια νύχτα καταθλιπτική
που θα πλανιέμαι ολομόναχος
σ’ έναν καταχνιασμένο δρόμο,
θα ξεπροβάλει κάποιο χέρι
απ’ το παράθυρο ενός μαύρου ταξί
και θα με πιστολίσει από μοιραίο
αναπόφευκτο λάθος.
 
Μα τέτοιο λάθος
θα’ ταν το πιο τέλειο
στη ζωή μου,
η τελευταία
κι εκλεκτότερη μου
εμπειρία.
 
ΑΔΕΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ
 
Λυκόφωτο γκρίζο
στην παγερή οδόν Αυτοκτονίας
κι οι ανεμοδείκτες
όλοι γυρνούν προς τον τάφο
εκείνου του υστερικού αηδονιού
που δολοφόνησαν χτές βράδυ.
 
Κάποιο γήινο μάτι
σέ μιάν απόμακρη γωνιά αυτού
του έρημου πάρκου κατασκοπεύει
τα χαλύβδινα αγάλματα
και τις μοναχικές σιλουέτες
που τριγυρίζουν δίχως λόγο
στα ομιχλώδη μονοπάτια
σφυρίζοντας πένθιμους σκοπούς.
 
Μόλις γλιτώσω
απ’ αυτήν την ασπρίλα
θα πρέπει ν’ αγοράσω ένα πιστόλι
για να σκοτώσω το φάντασμα
που κουρνιάζει στο κρανίο μου
και με κατηγορεί κάθε φορά που λείπω.
 
Τα μεσάνυχτα οι φτωχοί ποιητές
με χειρόγραφα στις τσέπες
των φθαρμένων μαύρων κοστουμιών τους
στέκουν ακίνητοι σαν παγωμένοι
στο πλακόστρωτο του λιμανιού
προσμένοντας μ’ απελπισία τον Άνθρωπο
που δεν έρχεται από πουθενά
και που δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει
αφού δεν υπάρχει.
 
Όταν ήμουν παιδί
μισούσα ένα κοκαλιάρικο κορίτσι
και το βασάνιζα συνέχεια
μες στον περίβολο του κήπου.
 
Ύστερα από ‘ναν τρομερό σεισμό
που κλόνισε το νοσοκομείο
κι ολόκληρη την πόλη,
τα τζάμια του αδειανού κτιρίου
οι καθρέφτες και τα ανθογυάλια,
όλα κείτονται χάμω συντρίμμια
κι άνεμος κουβαλά
ένα σιδερένιο φέρετρο στον ορίζοντα.
 
Τεντώνει τ’ ωχρό του χέρι
να πάρει το ξεφλουδισμένο πορτοκάλι
από το πιάτο…
μάταια όμως˙ δεν μπορεί να το φτάσει.

*Από τη συλλογή “Τρωτό σημείο” που γράφτηκε από τον ποιητή στα αγγλικά με τον τίτλο “Vulnerable point”. Η συλλογή αυτή γράφτηκε το 1949, αλλά ευτύχησε να δει το φως της δημοσιότητας σε έκδοση του ίδιου του ποιητή στο Μόντρεαλ του Καναδά το 1968. Η ελληνική μετάφραση έγινε από τον ποιητή Γιώργο Δανιήλ.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Δ

_

Άνοιγε κόκκινο στη μνήμη:
μία ρωγμή στο τρυφερό
κουφάρι ενός κορυδαλλού.

α’

Δεν ήθελα να ξέρω τ’ όνομά της-
χαμογελούσε κ’ έπεφταν
στο πάτωμα τα δόντια
μιλούσε και το στόμα της μάτωνε λάθη.

Ένα κορίτσι στην κόλαση,
κάποτε μού συστήθηκε. Φορούσε
κάτασπρη τη γλώσσα και κρατούσε
το χέρι μου στο χέρι.

Έψαχνα στα τυφλά
τον δρόμο για την επομένη.

β’

Λίγο τα πριν μεσάνυχτα
και πίσω απ’ την κουρτίνα
ντυνότανε χοντρό κόκκινο δέρμα,
χτένιζε τα μαλλιά
κι άνοιγε το παράθυρο στο μέσα σπίτι
κ’ έτρεχε νύχτα.
“Τίποτα δεν είναι τυχαίο”, μονολογούσα,
“τίποτα”, και σηκωνόμουν το πρωί
με πόνους στο σαγόνι.

γ’

Τραβιόταν η Δ. στη γωνία
-τα πόδια της ως τον μηρό στην πίσσα-
γονάτιζε και σήκωνε τα μαλλιά
και τίναζε τ’ άστρα απ’ τον αυχένα.

Σαν να ‘νιωθα τι είχε συμβεί-
ξερίζωνα τ’ άσπρα κυκλάμινα
που είχαν προλάβει να φανούν
κάτω απ’ τη γλώσσα μου.

δ’

Φυσούσε μια πίσω φωνή και ζωντάνευε,
μούδιαζε το χέρι μου. Δεν άκουγα
νέα την απορία και αν αίμα
δικό σου ήταν και μάλιστα
σε φως ημέρας;

Δεν ήταν και ησύχαζα
μια ανάσα ελλείμματα. (Σκεφτόμουν ένα πρόσωπο
μαρτυρικά στο πρόσωπό μου: βιαστικά
βαλμένα αυτιά, κακοραμμένο στόμα
δανεικό μου) και δεν υπήρχαν εγκλήματα: πληγές
υποψία, πάτωμα στρωμένο τη βαριά, την απέριττη
νύχτα.
Και μάζευαν, μάζευαν τα χείλη της: διάβαζα “ρίζα”
και φυσούσε μια πίσω φωνή και διάβολε
Δεν ήταν και το χέρι στο χέρι της
επέμενε την άρνησή μου.

ε’

Κ’ έπρεπε τα χέρια μου ν’ απλώνω διαρκώς
διστακτικός εξίσου να πηγαίνω
στο πλήρες του φωτός ή και στο πλέον φυσικό
σκοτάδι γιατί δεν ξέρεις πότε θα χαθεί
το μέσα της απόστασης από μπροστά σου
και πώς η τύφλωση ανάγει
το θύμα της σε άγιο- βραχνός
εκείνος, όρθιος κοντά στο ξύλο
με το πρόσωπο, την ίδια κίνηση τη μία
μιλούσε πεπρωμένο
και μόλις άνοιγε σταυρό
το σώμα του, μαύρες, υπέθετα,
άναβαν οι φλέβες του βαθιά.
Και μάτωνα στον ιδρώτα,
πάγωνα, “φάσμα” ξεσπούσα
“φ ά σ μ α” τη φωνή μου
κι όπως το μέρος του παράφορος ερχόμουν:
ο τοίχος, ο κρυφός διάδρομός του-
βήματα κι άλλα βήματα ανέβαιναν,
έπαιρναν το κεφάλι.
[Το κρεμασμένο στόμα του,
που τύφλωση επανέλαβε
και χαμογέλασε τα δόντια μια σειρά,
κρατούσε τώρα έναν ρυθμό μεταλλικό
κ’ έγραφε σχήματα πουλιά
στον πυρετό ουρανό: το λιγοστό ταβάνι.]

στ’

Φαινόταν
η γυναίκα στον ξενώνα κ’ έλεγες μοιραζόταν
δύσκολη μεταμέλεια: καθώς
σε όνειρο τα χέρια της κινούσε-
γύριζε τους δείχτες,
έριχνε κόκκινα σκοινιά στις τέσσερις γωνίες
και μου περνούσε το παλτό
στους ώμους, άσπρα δάχτυλα, μαλλιά-
(πάντα απορούσα εκείνο
ένα άδειο κάθισμα με δύο
πράσινα, στον ίσκιο του κεφάλια)
– κ’ έδειχνε πάνω τη μισοφαγωμένη λάμπα.

ζ’

Κ’ έβγαινε πέτρινος ο λαιμός κ’ έβγαινε
κόκκινα σκοτεινό το στήθος-

ά ν ο ι γ ε κίτρινη βροχή
να πλύνει από το χέρι μου
το αίμα κ’ ένας άρρωστος
τόπος έκαιγε με τους σπασμούς
και τα σημάδια του

πώς εκείνο το φθινόπωρο: ξυπνώντας
σ’ ένα πυκνά τετράγωνα ύφασμα
και δίπλα στη γυναίκα-
τα δάχτυλά μου είχαν απότομα γεράσει
κ’ έπεφταν βαθιά στα μαλλιά της,
κ’ έτρεμαν και πήγαιναν ψηλαφητά ωσότου
μία τεντωμένη φλέβα

κι όλο σκεφτόμουν πέτρα
και δύσκολο ν’ αντιμάχεσαι την επιθυμία-
γιατί αυτό που θέλει με ψυχή το εξαγοράζει.
Κ’ έλειπε ξάφνου το άλλο σώμα.
Και πλέον ό,τι πάλευα στα μάτια μου να κλείσω:
μαύρα καρφιά και δέρμα
κ’ ένα βαθύ νερό στ’ αυλάκια της παλάμης.

η’

Και άσπριζε φοβερά
το χέρι της στο πρόσωπό μου
(στο μάτι ανάμεσα και την παλιά σπασμένη
ρυτίδα: ό,τι του δέρματος βρίσκοντας πέτρα)
– κ’ έτσι κρεμόταν κ’ έτριζε
και κάθε που έκανε απ’ το μέτωπο να φύγει τα μαλλιά
μου
θυμόμουν τοίχους πίσω: καθόταν
ήσυχη η γυναίκα στην καρέκλα της
και μέτραγε στα δάχτυλα σταυρούς, όταν
ξύλο κοκκίνισε στο σκοτάδι της πόρτας-
αμέσως τίναξε το χώμα από τα γόνατα,
σηκώθηκε από μνήμης κι άρχισε
να σέρνει δύο πόδια στίγματα
ρίζα βαθιά, ρίζα επιμένοντας, επαλη-
θεύοντας κατά την έξοδο εξόδους.

θ’

Κ’ έβγαινε πέτρινος ο λαιμός κ’ έβγαινε
κόκκινα σκοτεινό το στήθος.

Εγώ τη σάρκα σώπαινα σε μόλις μορφασμούς-
έστρεφα βλέμμα στην εικόνα:
κορυδαλλοί μαύρα λευκά φτερά
έπεφταν ένα γύρο και λογιζόμουν
νέφος το σώμα ηδονών- πυγμαίο φως
– θα με συντρίψει.

ι’

“Βάφτισε δέντρο το κορμί μου”, ψιθύριζε, “και δίχως
ενοχή
σκαρφάλωσε και κόψε
με δόντια τα κλαδιά ζωσμένα μίσχους,
λουλούδια και καρπούς.
Κι αν βρεις αγκάθια στα κλαδιά μου,
φωλιές εντόμων, ή και φίδια, να ξέρεις:
αυτά στον έρωτα χαρίζουνε μιαν αίσθηση κινδύνου”.

Ποτέ μου δεν την άκουσα κι ας την ποθούσα-

ήθελα νύχτα σαν την αποψινή
-το σώμα της μην έχοντας
πλάι στο δικό μου- να μπορώ
τον ίσκιο της να θυμηθώ.

ια’

Μες στον διπλό κύκλο γονάτιζες
και σήκωνες τα μαλλιά και κάλυπτες
ύφασμα μαύρο το κεφάλι-

ώσπου με βρήκες -νύχτα- παγωμένο:
να ‘χω τραβήξει τον ορό από τη φλέβα
να ‘χει φουσκώσει μες στα μάτια μου το αίμα.

[Αν προσευχήθηκες αργότερα για μένα
-από συμπόνοια ή έστω από συνήθεια-
δεν έμαθα ποτέ.]

ιβ’

Είχε πληθύνει το δωμάτιο ρωγμές και δείξει
κόκκινα στον τοίχο τα καρφιά-

σήκωνε -ελαφρά- τα βλέφαρά της: επιστροφή
(εκείνη μνήμη
δίχως αρχή) συνόψιζε σ’ ελάχιστη πράξη-

φθινόπωρο- βροχερό πρωινό στα τέλη Νοέμβρη –
να ‘χω τα μάτια της κτερίσματα

στη μέσα τσέπη του παλτού και άσπρα
τα χέρια μου για τον χειμώνα.

ιγ’

Στήθος μεσόκοπο και ζαρωμένο

το γάλα σου φτάνει γλυκό
στα χείλη μου και δίνει φως
στο μελανό μου σώμα

η μυρωδιά σου: εθισμός

ελεύθερα κυλά στις φλέβες μου
τριγμούς και ανάσες της θηλής σου

[Στόμα που μ ά ζ ε ψ ε κ’ έδειχνε λίγα τα δόντια
μιλούσε στη γυναίκα σκληρή την προσευχή.]

κ’ έσταζε
μαύρη λευκή φτερούγα του
στης πέτρας τις ραγάδες –

*Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Δ, εκδ. Ερατώ, 2006.

Μαρία Θεοφυλάκου, Σπίθα

sunny_day_flowers_hd_widescreen_wallpapers_2560x1600

Έξω από το τζάμι έτριζε
ο ήλιος του Μαγιού
και μέσα μελαγχολικά
φυλλοροούσε μια Άνοιξη
Που έκαιγε να ζώσει κάτι
Κάπου να ροβολήσει
Σαν υποψία ενός Αυγούστου,
δαφνοστεφανομένου αλμύρα
Μα είχε ξεχάσει το σκοπό
Πώς να πήγαινε άραγε

Nanja Noterdaeme, Το δάκρυ του βουνού

_

Δυο κοπέλες άναψαν το φιτίλι
του εικονοστάσιο το καντήλι
στην κορυφή του βουνού.
.
Πιο μακριά, ακούστηκε μια φωνή,
έκλαιγε ένα βιολί
για τον φίλο του το ακορντεόν
που τον ζήλευε από καιρό, του είχε
κλέψει τη πρωτιά και ήταν πράματα
αυτά;

Έλεγε ότι ήταν η αρχή του κόσμου
που δεν τελειώει ποτέ
κι εμείς δεν ξέραμε λες
και εμείς αναρωτηθήκαμε
στον κόσμο που δεν τελείωνε
τι θα έκανε η κλεψύδρα
όταν η μνήμη έχανε
τα λογικά της και έπαιζε κρυφό
με τις αναμνήσεις.

Κι εμείς δεν ξέραμε λες,
φοβόμασταν όμως, δεν ξέραμε
πότε θα ερχόταν το κακό,
πότε θα τελείωνε η ιστορία που δεν
τελειώνει ποτέ,
πότε θα επέστρεψαν
τα λυσσασμένα φαντάσματα,
τόσο ασήμαντα
στα μάτια του βουνού.

Ο καημός βογκούσε στη χαράδρα,
έσκισε τη ράχη της γης στα δυο,
ο ήλιος έτρεμε πάνω από το ποτάμι.

Ρω Νικολάου, Λίλια για πάντα

ARGOLIDA 30052011 015

Τρέχω αχ φίλε μου
με το πρόσωπο ακάλυπτο
μες στους ανθρώπους
μεγεθυσμένα στην άσφαλτο
των σκιών τους τα χέρια
ασθμαίνουν φριχτά.

Κλωτσάω ώρες μέρες χρόνια

στον άσπρο ορίζοντα ορμάω
μόνο εσένα θ’ αφήσω
τις ουλές μου ν’ αγγίξεις

ακολούθα με φίλε μου.

Κράτησα
στην άγρια στην άγρια
επίθεση κράτησα
σφιχτά το φως σου

άγριες ώρες σκυλιά
κάτω από τ’ ανήλιαγα κορμιά
σε Σένα Βολόντια
προσευχήθηκα.

Μόνο μαζί σου
η γκρίζα της πόλης
ηχώ στις παγωμένες ταράτσες
γίνεται κάλεσμα γλυκό
κι ανάσες αγκάλης

φίλε μου

βάλε τα φτερά σου.

Γιώργος Β. Μακρής, Συμβάντα

makis-4-256x300

Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…

(1944)

*Από το βιβλίο “Γιώργος Β. Μακρής: “Γραπτά””, Εκδόσεις Εστίας (1986). Εισαγωγικό σημείωμα – Σημειώσεις – Επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς.

Jennifer Mackenzie reviews Rimbaud in Java by Jamie James

rimbaud-in-java-233x300

Rimbaud in Java
by Jamie James
Editions Didier Millet
Singapore , 2011
Reviewed by JENNIFER MACKENZIE
 

Of the biographies of poets, it is that of Arthur Rimbaud (1854-1891) which continues to perplex and confound. Why is it that someone so gifted should abandon poetry at the age of twenty-one for the life of a trader, filling his head with accounting ledgers rather than visionary poetry? Why did he, in 1876, enlist in the Royal Netherlands Army, taking an arduous journey to Java, only to remain there for a few short weeks before returning to France, most probably, though not conclusively, on the vessel The Wandering Chief ?  Jamie James, novelist and critic and resident in Indonesia, turns his attention to those few short weeks. In his exquisitely written and presented little book Rimbaud in Java, James invites us to explore the very nature of poetic consciousness through the writings and journeys of this poet of the modern. He has succeeded in taking the reader on a journey by Rimbaud’s side, from the poet’s early days at school in Charleville in France, to his desultory wanderings in Europe, to his love affair with poet Paul Verlaine, and finally to the possible trajectories for his brief journey through Java. The book concludes with an enthralling account of the pervasive influence of Orientalist imagery on the art and literature of France in the eighteenth and nineteenth centuries, while at the same time connecting it with Rimbaud’s exposure to that current of thought.

In all its dizzying brilliance, it is the great work and the giving up of it which entrances us. How would Rimbaud be viewed say, if he had died at twenty-one, a poet of youthful masterpieces, a poet whose life was tragically cut short? In such a case the response would be overwhelmingly elegiac. It is the giving up, these journeys-trajectories without art which alarm, fascinate and compel us to hazard an answer.  As James demonstrates, there is a sense that the trading, the journeys have become for Rimbaud’s  readers  part of the work, part of the way we perceive it. A trader in Abyssinia, a fugitive in the wilds of Java, are they not unwritten Illuminations in which we search for the touch of the pen on the paper, for the hand dictating the invisible words?  We are drawn into the character of an artist who appears both impetuous and strong-willed, mercurial and knowing, and in regard to his legacy, the creator of a poetic persona both indifferent and calculating. As James so eloquently puts it:

The aesthetic, political and psychological reasons are much more rewarding to the imagination [than his status as a fugitive] …Rimbaud was already on his way toward a mythic identity as a protean hero, capable of becoming whatever one wanted him to be. The glamour that has attached itself to Rimbaud’s odyssey-in-reverse, the reason some people care so passionately about reconstructing the itinerary of his ceaseless efforts to escape from home, partakes of the magnetic attraction of his poetry (67).

Jamie James originally conceived the project about Rimbaud’s missing weeks in Java, of which no convincing explanation has been established, as a novel, as an account of his lost voyage, but the number of directions in which the narrative could run ‘saw disaster lurking’:

Above all it was the prospect of writing dialogue for Arthur Rimbaud that terrified me: he probably ordered a cup of coffee like anyone else, but who knows? Perhaps he made ordering coffee an interesting little event. Every previous attempt to put words in that pretty little mouth that I was aware of had ended in unintentional burlesque … (75)

On taking a ‘Rimbaud pilgrimage’ through Java some years ago, James writes that he could ‘do little more than tread in the Master’s known footsteps to the vanishing point’ (75). In his journey from Batavia to Semerang and to Salatiga, site of the army barracks where Rimbaud was billeted, the author found that, ‘The decommissioned train station in Tuntang [from where Rimbaud would have continued by foot to Salatiga] was the only place I sensed Rimbaud at my side’ (77).  James delicately  guides the reader through Java, from Batavia’s old port district of the still-extant Sunda Kelapa, to the capital’s colonial streets, to the compellingly rich landscapes of rural Java – those of Rimbaud’s ‘peppery and water-soaked lands’  (54) of ‘Democracy’ in Illuminations. He evocatively presents a ‘scorching two-hour march’ from Tuntang to Salatiga, with a glimpse of what Rimbaud would have seen, ‘The soldiers passed through terraced rice-fields, swampy lakes where carp were farmed, and small settlements of bamboo houses in the forest, sited beside the creeks that crisscrossed the dense jungle’ (54). A fortnight after that march, Rimbaud had disappeared, leaving his military uniform behind, probably wearing ‘a flannel vest and white trousers, standard colonial mufti’ (54).

It is at this point in the narrative that we reach the unknown, moving from that which can be faithfully portrayed, to a return to a deeper engagement with the enigma of the poet, and his protean consciousness, as he disappears from view. The only known account of these missing weeks is by his first biographer, brother-in-law Paterne Berrichon, who had noted that Rimbaud’s gaze ‘remained fixed with obstinacy on the Orient’(39).  In a tale which James amusingly characterises as Rousseau-like, Berrichon claiming that Rimbaud ‘had to conceal himself in the redoubtable virgin forest, where orang-utans still thrive. They taught him how to live undercover, to survive the attacks of the tiger and the tricks of the boa’ (29). The misplaced orang-utan and boa pale beside the reality of what, as James points out, any reader of the naturalist Alfred Russell Wallace would know, of the tropical jungle crawling ‘with tigers and rhinoceros, monitor lizards and crocodiles, pythons and kraits’ (70).  As for Berrichon’s fable, would it be possible to imagine Rimbaud telling a gullible confidant this story? Could we add the helpful orang-utan to an imagined unwritten text?

Did Rimbaud plan his escape during that fortnight domiciled in the barracks, concealing himself near a port before embarkation back to Europe? Was it the sheer reality of what confronted him in colonial Java, of what he had previously captured in A Season in Hell:   ‘The white men are coming. Now we must submit to baptism, wearing clothes, and work’ (69) that compelled him to up and leave?  Did he travel to Darwin? Did he visit opium dens, encounter monks at spiritual retreats, trajectories acting as a coda to what had been written, to what would no longer be written? Rimbaud in Java  concludes with a lively survey of the Orientalist imagination in France, covering the bizarre fantasies of writers such as Eugene Sue and his improbable Oriental prince, Djalma, the centrality of the East in the art of the Romantics and its importance to the Parnassian poets (of immediate connection to Rimbaud) such as Leconte de  Lisle. Baudelaire’s aborted voyage to Calcutta is amusingly recounted, as is the Javanese painter Raden Saleh’s depiction in a letter to a friend of Paris as an exotic paradise, ‘Paris is a garden at the centre of the universe, full of fragrant and delicious flowers and fruits…’ (113). A text previously unknown to this writer is mentioned, Balzac’s imaginary My Journey from Paris to Java (106).

Throughout his book Jamie James has included quotations from Rimbaud’s poetry ‘at every plausible occasion’ (12). He is right to have done so, as his translations are excellent, comparing favourably with John Ashbery’s recent Norton translation of Illuminations (2011).  Rimbaud is depicted with much love and respect, as well as with delight in the way the poet has left his readers with the enigma of his disappearance. In this indispensable book, Rimbaud in Java leaves us to consider the tantalising question: did Java in fact represent the very image of the hallucinatory which Rimbaud had determined to leave behind forever?
 
JENNIFER MACKENZIE is the author of Borobudur (Transit Lounge 2009) reprinted in Indonesia as Borobudur and Other Poems (Lontar, Jakarta 2012)

http://mascarareview.com/jennifer-mackenzie-reviews-rimbaud-in-java-by-jamie-james/

Ποίηση χωρίς σύνορα

kolaz_site

Κείμενο του Θανάση Βαβλίδα

«Η ποίηση δεν έχει σύνορα» θα ’χουμε σίγουρα ακούσει να λένε κάποιοι. Είναι, όμως, έτσι; Με ποια οχήματα η ποίηση ταξιδεύει από χώρα σε χώρα; Ασφαλώς με τις λέξεις. Αλλά οι λέξεις δεν είναι παντού οι ίδιες και δε φτάνουν πάντα σώες και αβλαβείς στον προορισμό τους! Συχνά, μάλιστα, υπόκεινται σε αλλαγές ή μεταμορφώσεις, γεννούν καινούργιες ή ρίχνουν στη λήθη τις παλαιές. Εκτός αν τις υιοθετήσει κανείς και τις αγαπήσει σα να ήταν δικές του! Και η αγάπη αυτή έχει τόση και μεγαλύτερη αξία, όσο δοκιμάζεται σε ένα περιβάλλον ξένο ως προς αυτό που τη γέννησε. Γι’ αυτό και θεωρούμε άξιους θαυμασμού εκείνους, και ειδικά τους ποιητές, που παρ’ ότι προέρχονται από κάποια χώρα γειτονική (ανατράφηκαν στην οικογένειά τους με μη ελληνικές παραδόσεις ή δεν έζησαν από την αρχή της ζωής τους  στον ελληνικό χώρο), ήρθαν σε στενή επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό, κατάφεραν να δαμάσουν μέσα τους τον λόγο τον ελληνικό και να του δώσουν μία δυνατή εκφραστική πνοή. Κι αυτό που λέμε δεν έχει να κάνει καθόλου με φυλετικές ή άλλες διακρίσεις, αφού δεχόμαστε εκ προοιμίου, ότι τόσο η ελληνική γλώσσα όσο και η ελληνική ποίηση αποτελούν αποδεδειγμένα πεδία του πνεύματος με βαθιά ελκτική δύναμη και μεγάλη εμβέλεια. Θα περίμενε κανείς, μάλιστα, περισσότερα δείγματα αυτής της εξέλιξης, αλλά οι αναφορές μας θα είναι ενδεικτικές και η κυριαρχία άλλων γλωσσών σήμερα δεν είναι παρά ένα στάδιο της συνεχούς εξέλιξης που διέπει αναμφισβήτητα την παγκόσμια επικοινωνία.

Μιλάμε για τους γειτονικούς μας λαούς γιατί μας συνδέει μαζί τους μία ιστορική πορεία με πολλά κοινά σημεία αλλά και έντονες διαφορές που έθεσαν σε δοκιμασία και εξακολουθούν να δοκιμάζουν αισθήματα μίας βαθύτερης ανάγκης για φιλία. Οι επαφές αυτές είναι συνεχείς και εξελισσόμενες. Ένα από τα πρώτα συναισθήματα που δοκιμάζει, ίσως,  κανείς κατά τα  πρώτα στάδια των  επαφών του είναι ο φόβος. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος τιτλοφορεί το πρώτο του βιβλίο με ποίηση «Ανεκπλήρωτοι φόβοι» (εκδόσεις Πολύτροπον 2012). Ο ποιητής γεννήθηκε στη Χειμάρρα της Αλβανίας το 1988. Σπούδασε στο Ε.Μ.Π. της Αθήνας και αργότερα ασχολήθηκε με την πεζογραφία. Ο φόβος, διάχυτος μες στα ποιήματα, αντιπαλεύει το θάνατο, την απομόνωση, το ψέμα, με στίχους που μιλούν και αναρωτιούνται σε καθομιλουμένη γλώσσα, με αναπάντεχες μεταφορές και αποκαλυπτικά νοήματα. Και μας λέει: «υπάρχει μεγαλύτερη κατάθεση ψυχής απ’ την ανάσα;»

Κάπου εδώ θα πρέπει να αναζητήσουμε και το «ποιητικό αίτιο». Πρόκειται για τον αμφίσημο τίτλο της ποιητικής συλλογής του Ένο Ανγκόλλι (εκδόσεις Εντευκτηρίου 2015). Ο ποιητής γεννήθηκε στην Αλβανία το 1994 και τρία χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη. Αρίστευσε στο σχολείο κι από εκεί συνέχισε με υποτροφία σε διάφορα πανεπιστήμια του εξωτερικού καταλήγοντας  στον τομέα σπουδών  Αναλυτικής Φιλοσοφίας. Οι στίχοι του, συχνά με διαλογικό χαρακτήρα και φιλοσοφική ενατένιση, μορφοποιούν ισχυρές εντυπώσεις από την τέχνη, τα ταξίδια και τον έρωτα. Γράφει: «Τι κάνεις όταν δεν μπορείς να έχεις αυτό που αγαπάς; Του μοιάζεις…»

Από την Αλβανία, ας περπατήσουμε ανατολικότερα, προς τη Βουλγαρία. Εδώ θα συναντήσουμε τη Γιάννα Μπούκοβα και τη συλλογή της «Ο ελάχιστος κήπος» (εκδόσεις Ίκαρος 2006). Η ποιήτρια γεννήθηκε στη Σόφια το 1968. Σπούδασε κλασική φιλολογία και από το 1994 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Έκτοτε ασχολείται με τη μετάφραση ελληνικών κειμένων στα βουλγαρικά. Τα ποιήματά της είναι γραμμένα στα βουλγαρικά, αλλά οι επιρροές Ελλήνων ποιητών όπως ο Μ. Σαχτούρης και ο Γ. Ρίτσος είναι μερικές φορές διακριτή. Σκηνές της καθημερινής ζωής με κάποια αφηγηματική ροή, αποκτούν ξαφνικά άλλες διαστάσεις και συναισθηματική οξύτητα. Στις «Οδηγίες για αρπακτικό πουλί», μας συμβουλεύει «να αγαπάτε το βάθος σας,  ένα ταξίδι με τα φτερά του και με τα νύχια του» (μετάφραση από τα βουλγαρικά: Δημήτρης Άλλος).

Πλέοντας νοτιοανατολικά προς τη βασανισμένη Κύπρο, θα συναντήσουμε αρκετούς ποιητές που θεωρούμε φυσικό να γράφουν στα ελληνικά – αν και δεν είναι για όλους η μητρική τους γλώσσα – αλλά  εδώ μας ενδιαφέρουν εκείνοι που μετακινήθηκαν και δραστηριοποιούνται κατά μεγάλο μέρος στον ελληνικό χώρο. Η επαφή τους με το ελληνικό τοπίο, πιστεύουμε ότι είναι καθοριστική στο βαθμό που διασυνδέει τις λέξεις με το ιδιαίτερο άρωμα που εκπέμπει ο χώρος. Η Ευτυχία Παναγιώτου, για παράδειγμα, γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980, αλλά πλέον ζει στην Αθήνα. Οι «Χορευτές» (εκδόσεις Κέδρος 2014) είναι η τρίτη της ποιητική συλλογή και αποτελείται από επιμέρους τμήματα που αποτίουν φόρο τιμής στην ποίηση από όπου και αν προέρχεται, από τον Σοφοκλή και τα δημοτικά άσματα, μέχρι τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ηλία Λάγιο. Έχοντας στη φαρέτρα της τη λιτότητα, την εύστοχη επανάληψη και το έντονο σκάψιμο στην εύφορη γη των λέξεων, πετυχαίνει να αναγάγει τους στίχους στον τίτλο της συλλογής, που τελειώνει ως εξής: “το μολύβι σέρνει το σώμα μο. Όρθιο στον αέρα – αντιστέκεται. Χορευτικό το ύφος, Σαολίν. Γρονθοκοπώ στον πυρετό της αγάπης».
Προερχόμενος από την Κύπρο, επίσης, ο Αντρέας Πολυκάρπου εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή «Απρόσωπα φαγιούμ» στην Αθήνα (εκδόσεις Άπαρσις 2013). Ο ίδιος γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1984 και από το 2004 κινείται μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου για εκπαιδευτικούς και επαγγελματικούς σκοπούς, ασκώντας κατά κύριο λόγο το λειτούργημα της δημοσιογραφίας. Τα θέματά του στη συλλογή αυτή αντλούν έμπνευση κυρίως από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, από την ελληνική μυθολογία και την ελληνική νησιωτική χώρα. Οι λέξεις του σμιλεύουν τα θέματά του με τέτοιο τρόπο,  ώστε  αναδύονται με νέα μορφή και προάγουν την κατανόηση του σκληρού μας κόσμου. Ο ίδιος μας «αποκαλύπτει»: «στη μαθηματική αναλογία της φύσης είμαι η λέξη».

Συνεχίζοντας τη διάπλευση της Μεσογείου, φτάνουμε λίγο πιο μακριά, στο Ισραήλ. Από εκεί μας έρχεται ο Ράμι Σαάρι. Γεννήθηκε το 1963 στο Ισραήλ, ταξίδευσε στην Αργεντινή, στην Ουγγαρία, στη Φινλανδία και από το 2002 ζει στην Αθήνα. Σπούδασε σημιτικές και ουραλικές γλώσσες. Η ποιητική του συλλογή «Κάτω από τις πατούσες της βροχής» (εκδόσεις Οξύ 2006) γνώρισε αρκετή απήχηση. Έχει μεταφράσει από τα ελληνικά στα εβραϊκά, μία σειρά σημαντικών ποιητών μας.  Ξεκινώντας από απλά, καθημερινά αντικείμενα ή γεγονότα, ο Σαάρι ανιχνεύει την ποιητική τους ουσία. Διακρίνουμε, επίσης, μια ιδιαίτερη αγάπη για τα ζώα. Επιβεβαιώνει ο ίδιος: «Ανοίγω το παράθυρο του βιβλίου σε μια νέα ποιητική συλλογή και ο καθαρός ορίζοντας ανοίγει διάπλατα με ζώα και χωρίς ανθρώπους» (μετάφραση από τα εβραϊκά στα αγγλικά: Β. Έντεν, από τα αγγλικά στα ελληνικά: Αθ. Βαβλίδας). Τέλος, αν κινηθούμε πιο νότια, ξεφεύγοντας από τα γεωγραφικά όρια της γειτνίασης, αλλά υιοθετώντας τα όρια μίας θρησκευτικής και ιστορικής γειτνίασης, θα ανακαλύψουμε την Αρμενία και μία συστάδα νέων ποιητών που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα και κυρίως στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι κρατούν τις επαφές τους με την πατρίδα και την παράδοση, αντιστέκονται στην παραποίηση της Ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα καταγγέλλουν την ισοπέδωση των αξιών. Επειδή με δυσκολία θα ξεχωρίζαμε κάποια ή κάποιον, περιοριζόμαστε εδώ σε μία συλλογική αναφορά, που  πιθανόν αργότερα, να καταλήξει σε μία εκτενέστερη παρουσίαση.

Ούτως ή άλλως, οι αναφορές μας δεν ήταν εξαντλητικές και οι οποιεσδήποτε υποδείξεις σας να γνωρίσουμε και άλλους ποιητές που εμπίπτουν στα πλαίσια που τέθηκαν στην αρχή, θα είναι ευπρόσδεκτες. Η ποίηση δεν έχει σύνορα, το αντίθετο μάλιστα: προσπαθεί, ξεπερνώντας τους περιορισμούς της γλώσσας, να καταδείξει τον πλούτο των ιδεών και το εύρος των αξιών που διατρέχει την ανθρώπινη ύπαρξη σε όλα τα μήκη και πλάτη του …χρόνου!

Ποίηση χωρίς σύνορα – Κείμενο του Θανάση Βαβλίδα