Spiros Maroulis, New Year go on!

149500_10200603292148074_1431586324_n

New Year, don’t come in our home.
We aren’t here!
We are out.
We’re wandering pilgrims
bums
without memory without dreams without desires without hope
in a world that denies human
The horizons of our eyes have become ashy
and our sea gray
and our poetry pulseless.
New Year go on!
It’s a path guiding your steps!
Don’t stand like a dead discharged from the tomb.
The years want to make history, don’t stint it them.
Don’t stand like as if the sadness of an unattainable love,
as if in fear of a long journey …
Leave us behind
lest we eventually
die as Brave.

*English translation: Dimitris Troaditis.

**The original in Greek is published here: https://tokoskino.wordpress.com/2014/12/30/%CF%83%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BD%CE%AD%CE%BF-%CE%AD%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B1/

Αντώνης Γκίκας, Ιστορία

1375825_10203142374141883_2804380734641023046_n

Ο άνεμος θα ξεδιαλύνει
την κάπνα των τσιγάρων
στις ομιχλιασμένες αίθουσες
των σοβαρών συνεδριάσεων
κεντρικών εκτελεστικών επιτροπών,
φιλολογικών παρασυναγωγών, καλλιτεχνικών διαγωνισμών,
συναγωνισμών, ανταγωνισμών, συνωστισμών
όλων των υποκειμενικών πολιτισμών
κι αναζητήσεων σκοπών
κι ασκόπων συζητήσεων.

Ο άνεμος θα εξαφανίσει
το γκριζογάλανο καπνό
τελευταίο τεκμήριο
πως κάπου, κάτι ειπώθηκε
κάτι έγινε
ή κάτι ειπώθηκε να γίνει.

*Δημοσιεύτηκε στο αναρχοκομμουνιστικό περιοδικό “Άναρχος”, τεύχος 4. Μάης 1986, σελ. 5. Ο Αντώνης Γκίκας γεννήθηκε το 1950. Είχε εκδώσει μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο “Ουρλιαχτό” από τις Εκδόσεις της Μη Άμεσης Επανάστασης” (εμαε). Αυτοκτόνησε στις 26 Φεβρουαρίου 1986.

10904572_653727658106639_6514494389113543183_o

Nicanor Parra, Γράμματα του ποιητή που κοιμάται σε μία καρέκλα

parra3


I
                                                                                     

Λέω τα πράγματα όπως είναι                                
Ή ξέρουμε τα πάντα από πριν
Ή τίποτε ποτέ μας δεν θα ξέρουμε.
Το μόνο που μας επιτρέπεται
Είναι να μάθουμε σωστά να μιλάμε.

ΙΙ

Όλη τη νύχτα ονειρεύομαι γυναίκες
Κάποιες με κοροϊδεύουν απροκάλυπτα
Άλλες, μου δίνουνε του κουνελιού το χτύπημα.
Δεν με αφήνουν σε ησυχία.
Βρίσκονται αδιάκοπα σε πόλεμο μαζί μου.
Ξυπνώ σαν κεραυνόπληκτος.
Εξ ου και συμπεραίνεται ότ’ είμαι παλαβός
Ή τουλάχιστον νεκρός από τον φόβο μου.

V

Οι νέοι
Γράφουν ό,τι θέλουν
Στο ύφος που τους φαίνεται καλύτερο
Πάρα πολύ κύλησε αίμα κάτω απ’ τις γέφυρες
Για να εμμένουμε στην πίστη -έτσι πιστεύω-
Πως μία μόνον είναι η σωστή οδός:
Στην ποίηση τα πάντα επιτρέπονται.

VII

Είναι αρκετά σαφές
Πως δεν υπάρχουν στη σελήνη κάτοικοι
Πως οι καρέκλες είναι τραπέζια
Πως οι πεταλούδες είναι άνθη σε αέναη κίνηση
Πως η αλήθεια είν’ ένα λάθος συλλογικό
Πως το πνεύμα πεθαίνει μαζί με το κορμί
Είναι αρκετά σαφές
Πως οι ρυτίδες δεν είναι ουλές.

ΧΙ

Από τα νέφη καταιγίδας του προγεύματος
Στις βροντές της ώρας του γεύματος
Κι από ‘κει στις αστραπές του δείπνου.

ΧΙΙΙ

Καθήκον του ποιητή
Είναι να υπερνικήσει τη λευκή σελίδα
Αμφιβάλλω αν αυτό είναι δυνατό.

XV

Για τελευταία φορά το ξαναλέω
Οι προνύμφες είναι θεές
Οι πεταλούδες είναι άνθη σε αέναη κίνηση
Χαλασμένα δόντια
δόντια που θρύβουν
Στην εποχή ανήκω του βωβού σινεμά.

Το γαμήσι είναι πράξη λογοτεχνική.

XVII

Αναλύοντας αποποείσαι τον εαυτό σου
Μόνο κυκλικά μπορεί κανείς να διαλογιστεί
Βλέπει κανείς μόνον αυτό που επιθυμεί να δει
Μια γέννηση δεν επιλύει τίποτε
Αναγνωρίζω ότι τρέχουνε τα δάκρυά μου.
Μια γέννηση δεν επιλύει τίποτε
Μόνον ο θάνατος λέει την αλήθεια
Ακόμη και η ποίηση δεν πείθει.
Διδασκόμεθα ότι ο χώρος δεν υπάρχει
Διδασκόμεθα ότι ο χρόνος δεν υπάρχει
Όπως και να ‘χει όμως το πράγμα
Το γήρας είναι τετελεσμένο γεγονός.
Ας λέει η επιστήμη ό,τι θέλει.
Μου φέρνει ύπνο η ανάγνωση των ποιημάτων μου
Κι ωστόσο έχουνε γραφτεί με αίμα.

*Από το 29ο τεύχος της “Ποίησης” Νικάνορ Πάρρα, Ποιήματα επείγουσας ανάγκης -μία επιλογή. Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης. ΠΗΓΗ:  γράμμα σε χαρτ. Εμείς ποίημα και εικόνα της ανάρτησης τα πήραμε από υο ιστολόγιο Αποδράσεις του Νου στο http://apodraseistounou.blogspot.com

Μάκης Τσελέντης, ποιήματα

10881833_10203189658243956_9211193765062331915_n

ο κήπος αναπτύσσεται από την παρέμβαση
γι’ αυτό ματώνεις

οσμές στον ήχο τους
ενδείξεις
μιας πιο χλωμής πνοής
της πίστης

στην άσφαλτο
πόροι
θα ξεψυχούν
στα μυστικά σου γέλια

***

ξύπνησε με τη φράση αυτή
χέρια ευγενικά

ακολούθησε τον ειρμό
μέχρι την παραλία

ξάπλωσε

και ήταν βρέφος σκοτεινό
παλλόμενο

πριν τα δικά σου μάτια

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιοτου ποιητή Κηρύκειον στη διεύθυνση http://kirikion.blogspot.com

Βασίλης Ιωαννίδης, Μαύρη οθόνη

mnhm

Μαύρη οθόνη
η μνήμη·
κραυγές πνιγμένων
που καλούν
σε βοήθεια·
κι έπειτα
μια νεκρική σιγή
σαν χιονισμένη πεδιάδα

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό “Πάροδος”, τεύχος 17 (Δεκέμβριος 2007). Εμείς το πήραμε από το https://greekpoems.wordpress.com

Δημήτρης Τρωαδίτης, θέλω να γράψω ένα ποίημα

θέλω να γράψω ένα ποίημα
μακρόσυρτο σαν τις στριγγιές
στις ράγες των τρένων
αργόσυρτο σαν τις ακατάσχετες βρισιές
στης ζωής μας την πορεία

ανατρεπτικό σαν τις επαναστάσεις
που άλλαξαν τα πάντα
καθοριστικό σαν τις αποφάσεις
τις τελεσίδικες
στη μάχη που μαίνεται
σαν τα αποφασιστικά βήματα
που παίρνονται την ώρα
της αναμπουμπούλας
στα πεδία των ευγενικών και αέναων μαχών

θέλω να γράψω ένα ποίημα
που να μοιάζει με εξιλέωση
στα ανοίγματα της ιστορίας
στα ανοιγμένα χέρια
της κοινωνίας που σέρνεται
σε παράταιρες αφθονίες

η ιστορία είναι η μόνη εξιλέωση της ποίησης
ενάντια σε μια χλόη μεταλλαγμένη
που τρέφεται με δάκρυα κι αίμα
δαιμονικά χέρια κι ευλογίες…

Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

10868194_10203743559458479_6345554240064968620_n

ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΑΠΑΝΗ

Κηδεύτηκε χτες, μεταξύ συγγενών και φίλων.
Λίγοι λεκέδες πορφυροί στο πεζοδρόμιο
θα τον θυμίζουν το πολύ ως το φθινόπωρο
μέχρι να βάψουν τη βροχή και να χαθούνε.
Εκεί, μπροστά στης τράπεζας τις σκάλες
στερνή φορά στο πλήρωμα του Μάρτη
το σώμα κι η ψυχή αγκαλιαστήκανε
σε μια φιγούρα σκοτεινή, απεγνωσμένη.
Προτού προφτάσει τον ληστή, τον πρόφτασε η νύχτα.
Αποκοτιά, συμπέραναν οι συντηρητικοί.
Δεν είναι εποχή για υπερβάσεις.
Άστοχη κίνηση, γνωμάτευσαν οι άλλοι.
Οι τράπεζες μας πίνουνε το αίμα.
Συνωστισμός από ιδέες ερμαφρόδιτες
σε εύθραυστες βιτρίνες ασφαλείας.
Λογιστική της παρακμής. Λευκή σημαία.

Κηδεύτηκε χτες, μεταξύ συγγενών και φίλων.
Το αύριο κηδεύτηκε μαζί του.
Δημόσια Δαπάνη.

***

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΗΤΤΑΣ

Απ’ όλο το αέναο θεατρικό παιχνίδι
“Τα έργα και οι μέρες του ανθρώπου” απολαμβάνω μόνο τα διαλείμματα.
Ειρήνης.

*Από τη συλλογή “Παράσταση ήττας”, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012.

Alyson Miller
 reviews Zenobia Frost’s Salt and Bone

salt-and-bone

Salt and Bone
by Zenobia Frost

Walleah Press, 2014

In its own words, Zenobia Frost’s Salt and Bone slinks ‘between ibis-legged houses / and wakeful graveyard’, and belongs to ‘the hour of the curlew’, a liminal space that speaks of ghosts and transformation. As a collection, the poems are pervaded with a sense of haunting, plagued by abject bodies ‘aching for salt and bone’, the suffocating presence of water, and the archeology of death. It is noteworthy that Frost’s work both begins and ends with a warning of the power of unknown and strange things; a reminder, perhaps, of the gaps that exist between the ‘real’ and the imagined.

Indeed, Salt and Bone is a collection that relishes in the gothic and the macabre, often anchored in the physicality of the body or objects rendered as bodies. In ‘Auf Wiedersehen Spiegeltent’, for example, the deconstruction of the circus tent is figured as a kind of flaying – ‘the circus is gone/ big top / stripped to bone’ – while its performers bend and collapse like origami: ‘their drunken limbs forget / the ways they should not bend /[…] they fold back into boxes / like costumes like paper’. Frost’s manipulation of bodies is both unsettling and striking, at times even verging on a form of delightful masochism, as demonstrated so vividly in ‘Odontophilia’ (a fetish with teeth), in which the poem describes a fixation ‘on the ache as teeth / shimmy loose’. As the poem replays ‘this ritual of / fidgeting pressure’ that is at once so alien and so familiar, it conjures a vicarious pleasure that is simultaneously alluring and othering, a quality that marks a number of the poems throughout the collection:

‘this first infant pleasure
worries the bruise of your mouth

long to press just one peg free
to tongue the root red
gum erupts
in shards of molar

Continue reading