Άννα Γρίβα, Βασιλίσσης Όλγας 118, Ο άγνωστος νόστος του Αλέξη Τραϊνού

onaeaiio1

Οι πόλεις είναι ερμαφρόδιτες
αλλάζουν το φύλο τους σε κάθε δρόμο
υπάρχουν δρόμοι θηλυκοί
γεμάτοι απόνερα και νερατζιές
κάθε άνοιξη οι διαβάτες κλωτσάνε τα νεράτζια
κι ύστερα μοσχοβολά το σπίτι
απ’ τα παπούτσια τους μέχρι τη στέγη
οι αρσενικοί οι δρόμοι είναι στεγνοί
τους χτυπά ο ήλιος πλάγια
κι έτσι γητεύουν λογής λογής πουλιά
ακόμη κι αυτά που κάποιοι λένε
πως αφανίστηκαν πριν χρόνια

σήμερα ήθελα στον κόσμο να κατέβω
με το συνάφι του ξανά να μπερδευτώ
η ψυχή μου ακόμη καίει
στα γάγγλια μου ακούω ένα σαράκι
που παραστράτησε απ’ το ξύλο
κι επίμονα με τρώγει

έκλεισα τα αδειανά μου βλέφαρα
να πέσω όπου μου μέλλεται
κι έτσι επέστρεψα στο σπίτι μου
εγώ δεν ήθελα να πάω εκεί
θα προτιμούσα λίγη θάλασσα
έστω ένα ρόδινο λοφάκι
μα τι τα θες μια σβούρα ήμουνα πάντοτε
σβούρα και τώρα που χορεύω
στην αγκαλιά του τίποτα

μη με ρωτήσετε τι είδα
τα μάτια μου ήταν θολά
στο σκαλοπάτι κάθισα
κι έσκυψα το κεφάλι
μόνο τα πόδια μου άντεχα να βλέπω
κι ένα χορτάρι ανάμεσα
που μου γαργάλαγε το θάνατο

μόνο τα πόδια μου άντεχα να βλέπω
τόσες πόλεις τόσοι δρόμοι
τόσα χαρτιά ανήμερα
και μπερδεμένα
τώρα που σάρκα δεν κατέχω
γράφω τα ποιήματα στον άνεμο
κι εσείς κοιτάτε μπρος
ένα παλιό καμιόνι και λέτε σκόνη
τι σκόνη που έχει ο καιρός μας…

*Η ποιήτρια Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές “Η φωνή του σκοτωμένου” (Χαραμάδα, 2010) και “Οι μέρες που ήμασταν άγριοι” (Γαβριηλίδης, 2012). Το ποίημα “Βασιλίσσης Όλγας 118, Ο άγνωστος νόστος του Αλέξη Τραϊανού” γράφτηκε στις 22 Μαΐου 2013 στη μνήμη του ποιητή Αλέξη Τραϊανού (Αλέξης Ζαβατάρης, 1944-1980), που εικονίζεται στη φωτογραφία της ανάρτησης . Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν” τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2014.

Βάσω Καλαμάρα, Δύο ποιήματα

1236579_10202300297333943_25088920_n

ΧΙΛΗ

Τα πτώματα βρωμοκοπούσαν απλησίαστα
Γύρω τους παίζαν μοναχά
κάτι ξυπόλυτα παιδιά
κρυφτούλι.
—Μα το θεό! κι αυτό
ανήκουστο:
Να πέσουμε σαν λύκοι
ν’ αποφάγουμε το κορμί σου
το σάπιο, που ρουφά σαν τον καφέ του
ο Δικτάτορας
τ’ άρρωστο γαίμα σου.
Πατρίδα κι εσύ: Τα Πλούτη σου
πήγανε στους ανέμους
διαβολοσκόρπισαν ολούθε.
Σε ρήμαξαν οι Στρατιωτικοί.
Τα κορίτσια σου ξεκοιλιασμένα, βιασμένα
στην ντροπή των Βασανιστηρίων…
Τι περιμένεις απο μας τους πολιτισμένους
που κηρύττουμε τα δικαιώματα των ανθρώπων;
Για φαντάσου:
Ανασκουμπώνοντας τα μανίκια
καταφθάσαμε απ’ τα μακρινά πελάγη.
Κι όλας αρχίσαμε να πετσοκόβουμε
τ’ ακρωτηριασμένα σου μέλη.
Αυτό το γαίμα που σ’ απόμεινε
είναι τώρα να θρέψει την λαιμαργία
των δικών μας Πλουτοκρατόρων
εδώ στην Αυστραλία
θα σ’ αποτελειώσουμε κακομοίρα μου
Χιλή.

***

Ο ΑΓΩΝΑΣ

Δεθήκαμε στη ράχη τ’ αλόγου μας
για τις ιπποδρομίες.
Μπροστά το πλήθος χωρίς πρόσωπα
και τ’ άλογο ανυπόμονο, φυσομανούσε
ρουθουνιάζοντας τον ηλεκτρισμένο
αγέρα.
Στα στήθια μας
χωριστά στον καθένα
κτυπούσαν οι καρδιές
και τα ταμπούρλα βάραγαν
ξεσηκωμένα
απ’ την έξαρση τ’ αγώνα.

Οι Θεοί, προστατεύουνε
τον πρώτο πάντοτες
το ξέρουμε καλά.
Αλλ’ άδικος ο αγώνας δεν ήταν
εκείνος ήρωας στα στόματα
τόσων ανθρώπων
που πιάστηκαν απ’ τα καπούλια
τ’ αλόγου του.
Το γοργοπόδαρο.
Η ζωή του.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου “Αντίποδες” Νο 25/26, Μελβούρνη 1989.

**Ο πίνακας της ανάρτησης είναι σύνθεση της Mari Kogo και προέρχεται από τη σελίδα της στο facebook.

Γιώργος Καββαδίας, η ζωή

photofourtouna

Πίσω απ’ το λόφο,
σαν φλας από φωτογραφία οι αστραπές
που τη θλιμμένη πόλη μας φωτίζουν…
Κι εμείς όπως όταν ήμασταν παιδιά,
κοιτάζουμε τα αεροπλάνα που περνούν…
Τότε τα λέγαμε κομήτες, νομίζαμε θα πέσουν πάνω μας…
Μπροστά μας, το αύριο,
και μια σιδηροδρομική γραμμή που οδηγεί σε άλλα μέρη…
Πίσω μας, το παρελθόν και οι φωνές που επιμένουν να θυμάσαι…
Σύννεφα που με τον αέρα παίρνουν σχήματα φανταστικά,
ένας δράκος κι ύστερα ένας καθρέφτης στρογγυλός.
Γέλια παντού στη γειτονιά, γέλια άγνωστα, αθώα,
και το ψέμα σου κατρακυλάει,
παίρνει φόρα και βουτάει στη λίμνη με τ’ απόνερα.
Ένα τρένο, τόσοι συνειρμοί…
Η διέξοδος, η αλλαγή, το ταξίδι, το ατύχημα,
ο θάνατος κι η προσμονή…
Μεγάλωσα στα πόδια της ουσίας,
με ανέθρεψαν λέξεις και νοήματα…
Έγινα άντρας ανάμεσα στα σκέλια της βάναυσης κοινωνίας…
Ωρίμασα στον ήχο της σάλπιγγας που ηχούσε τις νυχτιές
που το φεγγάρι ήταν ολόγιομο στον ύπνο μου…
Κάθε που σουρούπωνε,
με νανούριζε μ’ αγγελική φωνή η θύελλα…
Αγάπησα μες στη βροχή τα πρόσωπα
που πιο πολύ με πλήγωσαν…
Κι ύστερα τα είδα στα παράθυρα των τρένων να επιστρέφουν…
Κι εγώ έτρεχα, όλο έτρεχα, κι οι ράγες τελειωμό δεν είχαν…
Το τρένο πίσω μου…
Και κάπου θα σκοντάψεις, κάπου θα ξαποστάσεις,
κι οι μούμιες του παρελθόντος θα πλησιάζουν να σ’ αγγίξουν…
Κι ο ουρανός θα σκοτεινιάζει,
τα αεροπλάνα στο παρασκήνιο κι οι αστραπές κοντοζυγώνουν…
Και θα ναι τ’ όνειρο που ζύμωσες,
ο ολέθριος έρωτας της θλίψης και της απουσίας…
Η απουσία που έπνιξε την ευαισθησία της γαλήνης σου…
Ο κύκλωπας που τυφλώθηκε…

*Από τη συλλογή “Ό,τι μας στοιχειώνει”, Αθήνα 2012.

Δημήτρης Τρωαδίτης, και δεν έμεινα ο ίδιος

πέρασαν τα χρόνια
και δεν έμεινα ο ίδιος
μόνο τους νεκρούς είδα
που παρέλασαν στις παρυφές
των γειτονιών μου

τ’ άλογά τους ξεπέζεψαν ματωμένοι
κι οι ίδιοι προχώρησαν κατευθείαν
στους αόρατους κάμπους
πασχίζοντας να βρουν το φωτεινό αστέρι

κι εγώ δεν έμεινα ο ίδιος
μόνο τους μάγους είδα
που τραβούσαν τα σχοινιά
κι οι ίδιοι έπλεαν
πάνω σε θάλασσες κρανίων
με σχεδίες από σπλάγχνα

κι ήταν μια ατέλειωτη νύχτα
με τσίκνες και μυρωδιές
οργής και χάους

κι εγώ δεν έμεινα ο ίδιος
μόνο τα ξωτικά των νυχτών άκουσα
που κρυφανάσαιναν
σε ασυγχρόνιστες νότες
ξεμυτώντας απ’ τις κρυψώνες τους
όπως τα σαλιγκάρια μετά την καταιγίδα

Έρμα Βασιλείου, Σοβέτο

41261-julius

To καφετί το πλαίσιο κρεμάστηκε πια μόνιμα
στο χώρο που φωνάζω νου μου. Στο χώρο που μ’ οδήγησαν στα χρώματα,
χρώματα στον αέρα, στη σκέψη, στο θόρυβο.
Άδειο δωμάτιο με κάδρα η ζωή μου
…χιλιάδες χέρια κρεμασμένα από παράθυρα κλειστά,
δεν μπορείς να δεις τα σώματα.
Είναι χαμόγελα. Πατημένα, ξεκάρφωρτα,
που γυρεύουν να τεντώσουν, ν’ απλώσουν κάτω από τα
κίτρινα ασπράδια άδειων ματιών.
Είναι πουλιά που τη φωνή τους πήρε ο χρόνος,
παιδιά τις πέτρες που κλωτσούν στην αντηλιά,
σαν να κλωτσούν την ίδια τη ζωή τους παραπέρα.
Είναι φωνές που σμίγουν με τα μπράτσα έτσι που
να μην ξεχωρίζεις τη φλέβα που τα ενώνει.
Χιλιοπλυμένα ρούχα στα σχοινιά.
Ρούχα που στάζουνε ακόμα ιδρώτα και ίνες.
Είναι και πεινασμένα μάτια. Μάτια πούχουνε δόντια,
που ρίζες καρτερούν μαύρα τα τσουκάλια να γενούν.
Μαύρα μάτια… Μαύρα σαν το σήμερα, το χθες.
Σαν τη φωνή του τσακαλιού
που συνοδεύει κάθε νύχτα στις αυλές τα γηγγητά,
γογγυτά του έρωτα και της απόγνωσης μαζί.
Είναι σκυλιά, κονσερβοκούτια που γυαλίζουν στις αλάνες
με τον ίδιο τρόπο που γυαλίζει ο κάθε μαύρος κόρφος
την ελπίδα του, με τον ίδιο τρόπο που γυαλίζει μια μικρούλα στη γωνιά
το ποτήρι που κερνά την αλήθεια,
σ’ αυτούς που την εχόρτασαν και δεν τη θέλουν πια.
Είναι κι οι μάνες. Αχ! οι μαύρες μάνες
που ανάμεσά τους βλέπω πάντα τη δική μου.
* * *
Το τραίνο των λευκών θα πάρω μια βραδιά,
κρυφά για να γλιστρήσω στο Σοβέτο
να σβήσω στη στροφή τα βέτο
και να πετάξω στη γωνιά την άσπρη τη γαρδένια,
κρυφά που μου καρφίτσωσαν
σε ξέφρενη γιορτή στο πέτο.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου “Αντίποδες” Νο 25/26, Μελβούρνη 1989, σελ. 91.

(ρ)ραγία – νέο λογοτεχνικό περιοδικό από τις εκδόσεις δήγμα

0

ΝΕΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΔΗΓΜΑ

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ON-LINE ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ

htpp://www.rragia-lit.gr

EDITORIAL

Όταν πρωτοδιαβάσαμε για το περιοδικό Vedem, το περιοδικό που εξέδιδαν κρατούμενοι στο ναζιστικό στρατόπεδο του Τερεζίν, αντιληφθήκαμε το τι θα ήταν καλό να υπηρετεί ένα περιοδικό λογοτεχνίας. Γιατί το εν λόγω περιοδικό αντιπροσωπεύει απόλυτα μια λογοτεχνία ανθρώπινη, μια λογοτεχνία που βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρωπινότητας, ως συνθήκη ύπαρξης, υπαρκτική.

Συνειδητοποιήσαμε πως, παρότι δεν αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο στον οποίο υπάρχουμε ως αμιγώς στρατοπεδικό (και χωρίς να επιδιώκουμε τον οποιοδήποτε παραλληλισμό), θέλαμε να δημιουργήσουμε ένα περιοδικό του οποίου οι συντελεστές θα αντιλαμβάνονταν τον καταστατικό ρόλο της λογοτεχνίας, τόσο στη ζωή τους όσο και στις ζωές των άλλων. Κι ως εκ τούτου θα τάσσονταν υπέρ μιας λογοτεχνίας της ανθρωπινότητας.

Αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε ένα περιοδικό γιατί νιώθουμε πως, όσον αφορά τόσο το περιεχόμενο όσο και την αισθητική, για μας δεν υπήρχε χώρος κι έπρεπε κατ’ ανάγκην να δημιουργήσουμε έναν δικό μας. Θέλαμε επομένως να δημιουργήσουμε ένα περιοδικό ανοιχτό σαν πληγή, μία (ρ)ραγία, από την οποία θα ρέει το αίμα μας. Μια πληγή τέτοια απ’ όπου να γεννιέται ο κόσμος. Μια (ρ)ραγία, ίσως ακόμα και για δικαιολογήσουμε την αιμορραγία μας, τη λειψότητά μας, τη μικρότητά μας. Τη λογοτεχνία ως συνθήκη της ύπαρξής μας. Τη λογοτεχνία μας.

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά τον μεταφραστή Διονύση Παπαδουκάκη και τον προγραμματιστή Κώστα Μηναΐδη για την ανιδιοτελή τους προσφορά στην επιμέλεια των κειμένων και την τεχνική υποστήριξη αντίστοιχα.

Θεσσαλονίκη 29/12/2014

η ομάδα των εκδόσεων δήγμα

Emily Dickinson, Μια ψαλιδιά του Μπλε

Μια ψαλιδιά Μπλε
Ένα άγγιγμα Γκρι
Μερικά κόκκινα μπαλώματα καθ’ οδόν,
Συνθέτουν έναν Βραδινό Ουρανό-
Ένα μικρό μωβ -γλίστρησε ανάμεσα-
Μερικά Ρουμπινένια Παντελόνια βιάστηκαν-
Ένα Κύμα Χρυσού
Μια Ημερήσια Όχθη
Αυτό ακριβώς ξεχωρίζει έναν Πρωινό Ουρανό.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Συνέντευξη της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στο στίγμα Λόγου

DSC_0153

Είναι γλυκύτατη, είναι πολυαγαπημένη, είναι η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ! Με δέχθηκε στο σπίτι της και καθ’ όλο το διάστημα της συνάντησής μας είχα επίγνωση του ότι συνομιλώ με έναν μύθο… έναν μύθο ανθρώπινο, προσηνή και ευαίσθητο, όπως μόνο εκείνη μπορεί να είναι.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Η πρώτη σας παρουσία στα γράμματα έγινε με ένα ποίημά σας, τη «Μοναξιά», που δημοσιεύσατε σε ηλικία 17 μόλις ετών στην «Καινούρια εποχή» του Γουδέλη. Ένα παιδί 17 ετών ήξερε τι σημαίνει μοναξιά;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Έγραφα και πριν απ’ αυτό, δεν θυμάμαι ποτέ μου να μην έγραφα. Πάνω από μισό αιώνα μετά, μου κάνει και μένα εντύπωση πώς μπόρεσα τότε να γράψω για τη μοναξιά. Νομίζω ότι έχει σχέση με την αναπηρία μου που έπρεπε κι εγώ να ξεπεράσω ψυχολογικά, για να προχωρήσω.

Χ.Λ.: Αναφέρεστε στη γνωστή ιστορία με τον σταφυλόκοκκο, έτσι δεν είναι;

Κ.Α.-Ρ.: Ναι. Μόλις γεννήθηκα, με καισαρική, κάτι λάθος θα έγινε και προσβλήθηκα αμέσως. Το ότι έζησα ήταν σκέτο θαύμα και, βέβαια, επηρεάστηκαν τα οστά μου, ο μυελός και το χέρι. Σκέφτομαι καμιά φορά ότι οι γονείς μου με έκαναν μεγάλοι και βιάζονταν, ο πατέρας μου ήταν 60 χρονών όταν γεννήθηκα, γεννήθηκε το 1881, ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος από τον Καζαντζάκη. Αν λοιπόν οι γονείς μου είχαν καθυστερήσει έναν χρόνο – τι ήταν ένας χρόνος ακόμη – θα είχε εφευρεθεί η πενικιλίνη και θα ήμουν μια χαρά. Αλλά, όπως λέω και ξαναλέω και ξαναλέω, η ζωή είναι μια ζυγαριά: βάζεις το κακό στο ένα δισκάκι και λες «γιατί Θεέ μου να μου τύχει αυτό» και δεν βλέπεις ότι από την άλλη μεριά μπαίνει το καλό, ακριβώς στην ίδια ποσότητα. Σ’ αυτήν ακριβώς την αναπηρία, λοιπόν, χρωστάω την ώριμη από νωρίς αίσθηση της ζωής και την ώριμη σκέψη μου.

Χ.Λ.: Σίγουρα… Με εκείνο το ποίημα, τη «Μοναξιά», ο νονός σας Νίκος Καζαντζάκης είχε ενθουσιαστεί, έτσι δεν είναι;

Κ.Α.-Ρ.: Ο Καζαντζάκης με είχε συστήσει στον Γουδέλη και είχε γράψει ένα σημείωμα: «διαβάστε αυτό το ποίημα, είναι το καλύτερο που έχω διαβάσει ποτέ». Ένα από τα πράγματα που είμαι υπερήφανη στη ζωή μου, τα ελάχιστα, είναι ότι δεν το πήρα επάνω μου. Αντίθετα, είπα: «ωχ, υπερβολές του Καζαντζάκη», γιατί ήταν στις εκφράσεις του πολύ πλούσιος. Επίσης, του ταίριαζε πολύ η μοναξιά γιατί ήταν ένα από τα βασικά θέματα, παρότι έζησε ωραία με την Ελένη, αλλά το είχε κάνει θρησκεία μέσα του.

Continue reading

Π. Ένιγουεϊ, Ο θάνατος του ποιητή

Match+It

Ήταν Σάββατο 21η Μαρτίου 2043 που αποκεφάλισαν τον ποιητή.
Ο αποκεφαλισμός είχε οριστεί για τις εννέα το πρωί. Μαζί με δύο φίλους πήγαμε στο σημείο της εκτέλεσης, στην πλατεία Κοτζιά, κάνα τέταρτο νωρίτερα.
Στη μέση της πλατείας από το προηγούμενο βράδυ είχε στηθεί το ικρίωμα, μια πρόχειρη, άβαφη κατασκευή ύψους δυόμισι μέτρων. Στην κορυφή του πλαισίου βρίσκονταν η λεπίδα· γυάλιζε κάτω από τον λαμπερό ήλιο.  
Ήταν Σαρακοστή. Πολύ σπάνια γίνονται εκτελέσεις τη Σαρακοστή. Όμως κρίθηκε σκόπιμο να τον εκτελέσουν για παραδειγματισμό.
Διακόσιοι οπλισμένοι στρατιώτες σε στάση ανάπαυσης έστεκαν περιμετρικά της λαιμητόμου.
Η ώρα πήγε δέκα και τίποτα δεν είχε συμβεί. Από στόμα σε στόμα διαδόθηκε η φήμη ότι ο ποιητής αρνούνταν να εξομολογηθεί, γι’ αυτό και η καθυστέρηση.
Ξαφνικά από τα μεγάφωνα ήχησαν τρομπέτες. Οι στρατιώτες στάθηκαν προσοχή και ο λίγος κόσμος πλησίασε περικυκλώνοντάς τους. Κάποιοι ιερείς περιέφεραν αργά και πένθιμα μια εικόνα του Εσταυρωμένου γύρω από το ικρίωμα.
Ο ποιητής εμφανίστηκε στην εξέδρα ξυπόλητος και με τα χέρια δεμένα. Ήταν γύρω στα είκοσι πέντε, με πρόσωπο χλωμό και καστανά μακριά μαλλιά.
Γονάτισε αμέσως κάτω από τη λεπίδα. Από κάτω υπήρχε ένα κουτί από χαρτόνι, μέσα στο οποίο κύλησε την επόμενη στιγμή το κεφάλι του.
Πετάχτηκε μπόλικο αίμα τριγύρω.
Μετά από λίγο ο δήμιος, κρατώντας το κεφάλι του ποιητή, έκανε το γύρο της εξέδρας δείχνοντάς το στο πλήθος. Όλοι μας παρακολουθούσαμε αμίλητοι. Έπειτα το κάρφωσε σ’ έναν όρθιο πάσσαλο στην μπροστινή πλευρά.
Κανένας δεν αισθάνθηκε το παραμικρό. Δεν υπήρξε καμιά έκφραση αηδίας, οίκτου ή λύπης.
Λίγο μετά απομάκρυναν το πτώμα, καθάρισαν τη λεπίδα και ξέστησαν το ικρίωμα.
Η παράσταση έλαβε τέλος.
Έστριψα ένα τσιγάρο.

*Βασίζεται στο Δημόσιος αποκεφαλισμός στη Ρώμη, του Charles Dickens, από το Pictures from Italy, μετ. Γιάννης Παλαβός, Το Δέντρο, τχ. 197-198, Μάιος 2014.
**Το διήγημα αυτό και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη Θράκα στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2014/12/blog-post_28.html

Poetry in motion: mobile site brings new audience to African writers

Mbali-Kgosidintsi-012

Continent’s ancient oral tradition gets new hearing on pioneering mobile site Badilisha Poetry X-Change

Mbali Kgosidintsi, from Botswana, can be heard reading her poem I Stand Between My Africa and Me on the site. Photograph: Tristram Kenton

“These days, the language of death
is a dialect of betrayals; the bodies
broken, placid as saints, hobble 
along the tiled corridors, from room 
to room. Below the dormitories
is a white squat bungalow, a chapel 
from which the handclaps and choruses 
rise and reach us like the scent 
of a more innocent time.”

These are the opening lines of Hope’s Hospice, written by Ghanaian-born Jamaican poet Kwame Dawes. He is among nearly 400 African poets from 24 countries in 14 languages who can now be heard reading their work via mobile phones – a first for Africa and the world.
Continue reading