Απόψε ονειρεύτηκα πως ήμουν χειροτέχνης, γέρος και στριφνός,
με ακραία μεγέθη εργαλείων και πελατεία περισσή.
Έφτιαχνα λέει πολλών λογιών θανατικά,
τα περισσότερα χρωματιστά και πρόσχαρα.
Για τις κυράδες τύλιγα ασυνάρτητους φραμπαλάδες σε πολύχρωμες ρόδες
άδωρα δώρα, τελευταία, μη λερωθούν τη λασπουριά τους
μπας και στα μάτια Τον κοιτάξουν καθαρές.
Για τους αβάπτιστους εμπνεόμουν αναλόγως την περίσταση.
Στους κατ΄επιλογήν πετάγα την προβιά
και έφτιαχνα μια ασύμμετρη λεοντή άλλο πράμα.
Σε προγονικά έρμαια, μου έρχονταν στο νου κάτι Σωκρατικά αποφθέγματα
και τελικώς,με έναν πάραξενο αυτοματισμό υπέπιπτα στα γούστα τους.
Η φθαρμένη φόδρα αποτελούσε στοιχείο πρόσκαιρου εφησυχασμού
και η μόλυνση τους μια αττελή πλήρωση των εγκοπών μου.
Για σένα όμως ρωτιέμαι ξυπνητός,
ανάμεσα σε θάνατο και Θάνατο
τι από τα δυό γλυκύτερο είναι να μαντάρω
και μεσοβέζικα βρέχω χώμα
την ασθενική ανασαιμιά μου να δροσίσω.
Για σένα λανθασμένα επιορκώ.
Yearly Archives: 2015
Yvan Goll, από τα Μαλαισιανά Τραγούδια
Emily Dickinson, “Φύση” είναι αυτό που βλέπουμε
“Φύση” είναι αυτό που βλέπουμε
Ο Λόφος – το Απόγευμα –
Σκίουρος – Έκλειψη – η αγριομέλισσα
Μάλλον– η Φύση είναι Παράδεισος –
Φύση είναι αυτό που ακούμε –
Ο Δολιχόνυξ ο ορυζοφάγος* – η Θάλασσα–
Καταιγίδα – ο γρύλλος –
Μάλλον – Φύση είναι Αρμονία –
Η φύση είναι αυτό που γνωρίζουμε–
Ωστόσο, δεν υπάρχει τέχνη να το πούμε –
Τόσο αδύναμη είναι η Σοφία Μας
μέσ’ στην απλότητά της.
*Bobolink ή Dolichonyx oryzivorus: Ιθαγενές ωδικό πτηνό της Αμερικής.
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
***Το αγγλικό πρωτότυπο το πήρα από το ιστολόγιο Poets United στη διεύθυνση http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2014/12/the-living-dead_12.html
Θεόδωρος Ντόρρος, στίχοι
Angela Gardner reviews Beth Spencer’s Vagabondage
Vagabondage
by Beth Spencer
UWA Publishing, 2014
Twenty years ago Beth Spencer’s first collection of poetry, Things in a Glass Box, was published and reviewed to critical acclaim. Since then she has published individual poems and two volumes of multiple genre selected works that have included poems. It could be said that it’s a long time between drinks, though Spencer has been busy with fiction, essays, and memoir (and a PhD) in the meantime. Vagabondage is her first full collection of poems since, and widely anticipated because of that.
The book, a first person narrative of a year in a van 2009-2010, is structured as a travelogue/road movie/quest in that it follows the author’s progress through country towns – yet underlying that progress is an emotional journey that examines the past and imagines a new future.
Spencer defines the term ‘vagabondage’ as being stateless, in servitude to nomadism, and/or being bound for somewhere. The journey and the book gives Spencer the space (and time) to consider important issues: What it is to be Australian, our relationship to possessions and possession, and to solitude and loneliness.
The book opens with a major act of deliberate dispossession, the sale of the author’s beloved house.
‘I love my house and garden’
(a frequent refrain)
and there is was
and it loves you
(‘Leaving this house’, p.7)
Continue reading
Άρης Αλεξάνδρου, Νεκρή Ζώνη
Αφιέρωση στις επερχόμενες εκλογές στην Ελλάδα
Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεχτικός…
Όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο…
Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα…
Μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων…
Μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα…
Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια…
Kι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα…
Βάδιζε πάντα σταθερά…
Σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του…
Να εκμεταλλεύεσαι…
Κάθε λάμψη απ’ τις ριπές των πολυβόλων…
Για να κρατάς σωστό τον προσανατολισμό σου…
Πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων…
Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις…
Σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού…
Εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου…
Προς το παρόν, να ‘σαι πολύ προσεχτικός…
Όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο…
*Από τη συλλογή “Ευθύτης Οδών” που περιλαμάνεται στο βιβλίο “Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα (1941-1974), εκδ. Ύψιλον, 1991, σελ. 100.
Βάσσος, Γεώργας, baise moi
άλλοι συμβιβάζονται με ψεύτικες ζωές
κι άλλοι με τραγικές ψευδαισθήσεις
ζωσμένοι χειροβομβίδες
στα όρια της αυτοκαταστροφής
μετρούν ένα ένα το άπιαστο και το μίσος
στα στερνά τους βήματα
σεργιάνι σε σκοτεινά μονοπάτια
σαν τον ακροβάτη που με μάτια θολά
περπατάει ανάποδα
πάνω στο τεντωμένο σχοινί
και κουρασμένος από το χάος
στο τέλος παραδίδεται
στο νόμο της βαρύτητας
άλλη αλήθεια γυρεύει
η καρδιά του καθενός
που μοναχός σαν λύκος πορεύεται
και σαν μεθάει διαφορετικά λογαριάζει
την ομορφιά των πραγμάτων που ορίζει
την ατέλεια του επίπεδου κόσμου
όπου αργοπεθαίνει η καλοσύνη
δεν είμαι ευσυγκίνητος
αλλά το μηδέν και το καθόλου
είναι απελπιστικός αντίπαλος
γι’ αυτό υποπτεύομαι τον εαυτό μου
και τον σπρώχνω να βρει δύναμη
με μια φαγωμένη γομολάστιχα
να σβήσει το φόβο του ζώου
που φωλιάζει μέσα μου τόσα χρόνια
για να μην ξυπνάω κάθε πρωί
και μουρμουρίζω τι άλλο
έχω να φοβηθώ σήμερα
εκτός από εμένα τον ίδιο;
*Το πο;iημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του Βάσσου Γεώργα στο facebook.
Έρμα Βασιλείου, Η Αρένα
Από τον καιρό που χάσαμε τον πατέρα μου η μητέρα μου το ήξερε πως θα έπαιρνα τη θέση του στο χωριό.
-Δεν θα το κάνεις, μονολογούσε.
-Θα το κάνω, απαντούσα.
Για μια κοπέλα το να πάει στην Αρένα και να υποστεί ταπείνωση ήταν κατόρθωμα.
-Δεν θα το κάνεις, μου έλεγε.
-Το χρωστώ στον εαυτό μου, μάνα.
Η Αρένα δεν ήταν για αθλήματα. Σαν αμφιθέατρο έμοιαζε. Μικρό κι απόμακρο. Παλιά είχανε λίγους ταύρους στο χωριό και κάθε μήνα οι πιο γενναίοι βρίσκονταν στα κόκκινα, ξερά της χώματα κι έπαιζαν μ’ ένα θάνατο αλλιώτικο. Θάνατο ταπείνωσης. Αφότου σκοτώθηκε ένας συγχωριανός μας την πήρε ένας κοντοχωριανός και την έκανε ταβέρνα. Μεθούσε ο καθένας με πιοτό δόξας, κι ας ήταν κερασμένο, κι ας ήταν ξινισμένο. Μια μέθη που ζητούσαν τα κουρασμένα πνεύματα.
Κάθε Δευτέρα του Αυγούστου, στις πέντε το απόγεμα, η Αρένα διασκεδάζει τον λίγο κόσμο του χωριού. Το φεγγάρι βγαίνει νωρίς και τις μέρες που είναι γεμάτο δεν μπορείς να κρύψεις ούτε υπαινιγμό ούτε υπεροψία.
Μετριούνται στα δάχτυλα οι Χωματιανοί. Ορισμένοι έχουν την καταγωγή τους σε μια ομάδα που κατέβηκε παλιά από τα βουνά και τις συγγενικές λίμνες και περνούσε τους δύσκολους μήνες του χειμώνα στο Χώμα. Όμορφοι άνθρωποι μα σαν περνούσαν τα χρόνια, και το χωριό τους είχε πνιγεί στα χιόνια, ήρθαν και ρίζωσαν στο δικό μας. Δεν τους άρεσε πως τους φιλοξενήσαμε. Γιατί είναι πιο δύσκολο το να δεχτείς από το να δώσεις. Θέλανε να τα βάζουν με τους παλιούς που είχαν όνομα φυτεμένο, ριζωμένο στο Χώμα. Δουλευταράδες ήταν οι φιλοξενούμενοι, και καλόκαρδοι οι πιο πολλοί, μ’ αυτοί οι λίγοι, οι τσενγκένηδες, θέλανε άλλο από χρήμα, θέλανε το όνομα των αρχονταραίων και αυθεντών. Ας το αποκτούσαν! Έτσι, οι θρασείς, που βιάζονταν για δόξες και τέτοια γίνανε αλαζόνες, ρισκαδόροι και ψεύτες, ανήθικα με λίγα λόγια στόματα.
Continue reading
Χριστόφορος Τριάντης, 25η ώρα
Ανθρωποφάγοι κένταυροι και δαίμονες χώθηκαν στα σύννεφα
Τους γέννησε η Ανάγκη στους ναούς των τρελών…
Άφησαν τα προάστια της πλήξης λάφυρο στον σκοτεινό Ήλιο…
Τα φτερά των όρνεων τα ‘χουν για σημαία τους…
Τα δόντια των σαλαμάνδρων στα χέρια τους κρατούν…
Οι στρίγγλες ρίχνουν στα πόδια τους τα γένια του Μάκβεθ , …
Έδεσαν στα κεφάλια τους τις καρδιές των δειλών…
σαν διαδήματα νυχτοφόρων βασιλέων…
Πλήθος νεκρών τους συνοδεύει …Τους αρχηγούς εκλιπαρεί
για λίγη ακόμα κόλαση …
Από τους τάφους των Βίκινγκς πέρασαν…
Εκεί τα σκουλήκια έλεγαν το μέλλον
βγάζοντας κραυγές ερωδιών…
Στρώνουν οι πνευματοφόροι δαίμονες τους δρόμους
με κουφάρια ζωντανών…
Γεμάτα ανεξίτηλους αριθμούς θανάτου…
Υψηλό θέαμα για τους αρνητές της ανθρωπότητας..
Ω! Λοιπόν , αυτή η επέλαση θα ξυπνήσει το χάος…
της νέας αιωνιότητας….
Που προχωρά ακάθεκτη τα βαθιά μεσάνυχτα…
Την εικοστή πέμπτη ώρα… _
*Ο Χριστόφορος Τριάντης είναι εκπαιδευτικός στο 1ο Γυμνάσιο Πύλης Τρικάλων. Γράφει άρθρα στον τοπικό τύπο και αρθρογραφεί στο σύνδεσμο φιλολόγων του νομού Τρικάλων (filologoi.gr). Αισθάνεται ερασιτέχνης ποιητής και θα συνεχίζει να «πολεμά» την πραγματικότητα με λέξεις… See more at: http://25thhourproject.tumblr.com/post/107440843866/25#sthash.hgmPWry8.dpuf
**Το ποίημα και την εικόνα που το συνοδεύει τα βρήκα εδώ: http://25thhourproject.tumblr.com/post/107440843866/25 Μου άρεσαν και είπα να τα μοιραστώ μαζί σας.
Γεωργία Τρούλη, Πριν εισέλθετε βεβαιωθείτε
Σπάνιο πλάσμα
Σπάνιο πλάσμα ποτέ δεν κατάφερα να σου πω
Πως εγώ προξενώ μήτρα
Εγώ προξενώ μήτρα
Πιέζω με όλη μου την δύναμη το αίμα
Από το κεφάλι να περάσει στα χέρια και
Μέχρι να σχηματίσει ουλές
Πιεσμένο στις άκρες – πληκτροδακτυλία λέγεται
Να αφήνει μεγάλα αποτυπώματα, πώματα, πτώματα
Να εντοπίζεται ο ένοχος – κάθε δάχτυλο και άλλη ταυτότητα
Διασχιστική προσωπικότητα λέγεται-Μην
Σπάνιο πλάσμα επί δύο
Πριν εισέλθετε βεβαιωθείτε ότι ο έρωτας έχει
Σταματήσει κανονικά πίσω από την πόρτα ή πάνω
Σπάνιο πλάσμα επί δύο
Πριν πατήσετε το κομβίον
Σπάνιο
Βεβαιωθείτε ότι ο άνθρωπος έχει σταματήσει
Κανονικά κάτω από το ταβάνι
Τόσο μόνο του χρειάζεται
Τόσο ύψος
Σπάνιο πλάσμα- my precious
Βεβαιωθείτε ότι πριν ανοίξετε την πόρτα
Μια άλλη έχει κλείσει απότομα πίσω σας
Και η πλάτη σας γυρισμένη σε μιαν άλλη πόρτα
Γράφει – πωλείται
Ουρανός και γη συν δύο μυρμήγκια
Και μια Strangelove διαστρέβλωση του είδους
Σπάνιο
Όταν ο αποσυμπιεσμένος αέρας αναπνοής θυμίζει
Ντους πολλών εραστών και νέες ευρεσιτεχνίες
Στα έλαια δέρματος
Μην φοβηθείς, Σπάνιο πλάσμα
Από τώρα προνοήθηκε η υποτέλεια
Κάθε άνω τελεία έχει μια υπό τελεία
Κενή συνήθως φαιή ανύποπτη ανυπόταχτη
Απαρατήρητη
Όλο κενό σεισμογραφικό καλλίγραμμα
Σπάνιο πλάσμα το αίμα βγαίνει από τα πλήκτρα
Και μυρίζει και σε λωρίδες βγαίνει η επιδερμίδα
Και στην σταφυλή ενός κεφαλιού
Και στον λάρυγγα της υδρογείου
Εκεί στο μήλο του Αδάμ που πρωτοδημιουργήθηκε
Πρωτοφιλήθηκε και αποτυπώθηκε
Εις τους αιώνας των αιώνων
Μέχρι τον εικοστό δεύτερο οιωνό
Σπάνιο πλάσμα
Τι είναι ένα ζωντανό κύτταρο;
Η μίτωση κοστίζει στην φύση ενέργεια
Και η συρρίκνωση μόνο – εδώ
Όταν πήγα σε εκείνο το δάσος των φουντουκόδενδρων
Σπάνιο πλάσμα
Και οι γρηγοριανοί ρυθμοί παλινδρόμηση
προκαλούσαν στα πουλιά
Τα όρνεα ήξεραν να επιτάσσουν
Γρηγόρευε! Γρηγόρευε!
Η αποκτήνωση του αετού
Προηγείται της δίψας για ουρανό
Σπάνιο πλάσμα το ξέρεις
Το ξέρεις πώς φυγοκεντρείται ο άνθρωπος
Σε μια μαύρη τρύπα
Κι επάνω μένει ένα ολόκληρο κομάτι
Σκέψης περίγραμμα
Gilbert & George
Σπάνιο πλάσμα Φάννυ κι εσύ Αλεξάντερ
Η μαγική προβιά της αγάπης ξεφτίζει
Ξαναγίνεται πρόβατο – πολλές βελόνες
Και πλέξεις – πρόβατο και σφαγή
Σε καιρούς πείνας
Στο δάσος των φουντουκόδενδρων
Γρηγοριανοί ρυθμοί μανδριγάλια
Και μικροπωλητές κινούνται στο ίδιο τέμπο
Ανοιχτό στόμα και σιαγόνες διάπλατες
Και από πάνω ένα σύννεφο κύλινδρος
Που ίσως πυκνότητα από πεπιεσμένο φλοιό
Έτοιμο να εκραγεί στα άδεια κρανία
Και στων πουλιών την ολόμαυρη ράχη
Αλλά κανείς δεν ακούω – αλλά κανείς
Δεν ακούω πως
Εγώ προξενώ μήτρα
Δεν ξέρω πώς διπλασιάστηκα
Δεν ξέρω πώς διπλασιάστηκα
Συνεχώς ελαττωμένη από εαυτό
Και με την πληκτροδαχτυλία σε έξαρση
Να μοιάζει με κορμούς και κλαδιά δένδρων
Η αφή
Τόσα χρόνια κυκλοτερής
Από αριστερά προς τα δεξιά και το αντίθετο
Συνεχώς ελαττωμένη από εαυτό από δέκα
Από αίμα
Σε έναν τεράστιο τυμπανισμό έχω χωνέψει
Τερατώδεις αποφάσεις – Μετεωρισμός
Η κοιλιά ίδιο σχήμα με το κεφάλι
Σιαμαία καταστροφή – Σπάνιο πλάσμα
Το ξέρεις
Σε ένα ΑΒΟ σύστημα οικοδομήθηκες
Με ρέζους αμφίβολο και φαινότυπο κλασικό
Ποτέ κανείς δεν θέλησε –το είπα ξανά-
Φαγοκυττάρωση της ανάμνησης
Που μόνο deia vu υπάρχει και μεριμνά
Μετάγγιση στα ρυάκια του δάσους
Στα ρυάκια του δάσους
Ξετυλίγεται το νερό
Συνειδησιακό και ονειροπόλο
Για μια χιονοτριβή που σε καταργεί
Σε καταργεί
Ενώ προξενώ μήτρα
Κι όλο το αίμα σαπίζει
Ακριβώς στο σημείο που ανάβει κόκκινο
Και προειδοποιεί
Πριν εισέλθετε στο θάλαμο βεβαιωθείτε
Ότι το κενό βρίσκεται ακριβώς
Πίσω από την πόρτα
Βρίσκομαι ακριβώς πίσω από την πόρτα
Ο έρωτας – άνθρωπος
*Από την ομώνυμη συλλογή, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2013.









