Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πάνω σου γαντζώνω την ψυχή μου

IMG_2623

Έξαλλη νύχτα
ανεξιχνίαστη
στοιχειωμένη από αρματωμένα φαντάσματα
κι αιματηρές κληρονομιές
φορτωμένη ερωτευμένα ξωτικά
ματωμένα φεγγάρια
και σελώματα

ανικανοποίητη νύχτα
η ανάσα μου δίχως αντοχή
δίχως αιχμή
λυγίζει
ξεριζώνεται
δεν υπάρχει πια φόβος
ένας τρόμος μονάχα ορμά
με πιάνει απ’ τα μαλλιά
με σέρνει
παιανίζει τα εμβατήριά του
διατυμπανίζει τη νίκη του
διατυμπανίζει την ήττα μου

νύχτα μου
με τον ακοίμητο καημό
και το σαράκι
ανένδοτη νύχτα μου
που αλωνίζεις με άλογα φτερωτά
οργανώσεις τις άμυνες
και βγαίνεις στην κόντρα επίθεση

πάνω σου γαντζώνω την ψυχή μου.

Γιώργος Ρούσκας, Ερωτευμένος με τη βροχή

βροχή+2

Είμαι ερωτευμένος με τη βροχή.
Γιατί;
Έτσι.
Ο έρωτας δεν απαντά στα γιατί
πού και πού ρωτά αν, πόσο, ως πότε,
καταλύει το χρόνο, το σώμα φωτίζει,
λάμπουν τα μάτια,
όπου φωλιάζει φυτρώνουν φτερά.

Κηφισίας, Δεκέμβρης, ψιλοβρόχι, κρύο.
Ενώ οι υαλοκαθαριστήρες μου ρυθμικά
αριστερά, στάση, μεταβολή, δεξιά,
ανάσα, μεταβολή, το αυτό
ακούραστοι στρατιώτες
αποδιώχνουν απ τα τζάμια τις σταγόνες
έτσι όπως ο άνθρωπος την αλήθεια απωθεί
να γλιστρήσει στο παχύρρευστο -καθώς κρυώνει
απ’ την ώρα που χυτεύτηκε- της ψυχής του γυαλί

παρατηρώ εν κινήσει τους υαλοκαθαριστήρες
του μπροστινού αυτοκινήτου:
αντί για το συνηθισμένο πέρα δώθε, αυτοί με ρυθμό
ρούμπα χορεύουν, τυλίγουν, ξετυλίγουν
ανοίγουν προς τα έξω κι οι δυό,
κλείνουν ταυτόχρονα προς τα μέσα
μαζεύοντας τη βροχή απαλά προς το κέντρο
παίρνοντας αγκαλιές τις στάλες στοργικά
όπως μαζεύουν γυρίζοντας τη μπλούζα
τους βόλους τα παιδιά.

Τι όμορφο να μπορεί ν αγκαλιάζει το νερό
μία μηχανή από μέταλλο και πλαστικό
τι παράξενο για τον άνθρωπο κατασκευαστή
που επιλέγει στην ασφάλεια της δυστυχίας του να ζει
αντί να διώξει το φόβο, ν ανοίξει τα χέρια
σε μια αισιόδοξη επαφή με τη ζωή.

Πόσοι μπορούν ν αγκαλιάσουν τη βροχή,
-η βροχή είναι ελπίδα, αγιασμός, είναι τροφή
επιβίωση είναι-
πόσοι μπορούν να χαρούν μια αγκαλιά παιδική,
να δώσουν μία ζεστή χειραψία;
Εδώ δυσκολευόμαστε ν αγκαλιάσουμε
τον ίδιο μας τον εαυτό.

Chris Wallace-Crabbe review Gwen Harwood’s The Best 100 Poems of Gwen Harwood

Gwen-Harwood

The Best 100 Poems of Gwen Harwood

John Harwood, ed.
Black Inc., 2014

Here is a new selection from that marvellously ardent poet, Gwen Harwood, a crafty voice that was heard from both Brisbane and Tasmania. In welcoming it, let me declare that Greg Kratzmann and I have a Harwood selection in print, but our book bounces back here from Manchester and must, as a result, be rather more expensive.

Accordingly, a new, local selection was called for, both to service the general reader and for classes of high school students. Black Inc has come up with one now, with a watery sepia dust jacket.

Greg’s and my choices from Harwood’s personal, plangent and witty range are different from that of the new volume, but that’s what happens to editors and their sensibilities.

The editing and production of this book raise interesting questions, which it does not seek to answer. Gwen Harwood’s son is cited on the dust jacket as being responsible for selecting and compiling it, but nowhere in the volume itself is he acknowledged: John Harwood must have been directly involved in this cloak of invisibility. Doubtless, then, he laboured to decide which were ‘the best 100’, but demurely so.

The Best 100 Poems is the challenging start to a title, as though the book in question had been edited by God, or by F.R. Leavis. On further burrowing, I found that Black Inc. has published two other such collections of Australian verse: one of Les Murray, chosen by himself, ands one of Dorothy Porter, selected by Andy Goldsmith. There’s an editorial policy here, with elegant variations.

Continue reading

Μπορίς Βιάν, Ο λιποτάκτης

vian

Κύριε Πρόεδρε
Σας γράφω ένα γράμμα
Που ίσως θα διαβάσετε
Αν έχετε καιρό Φτάσαν τα χαρτιά μου
Πως πρέπει να καταταγώ
Να φύγω για τον πόλεμο
Το αργότερο Τετάρτη.
Όμως κύριε πρόεδρε
δεν πρόκειται να πάω
Δε βρέθηκα σ’ αυτή τη γη
Για να σκοτώνω αθώους
Δε θέλω να θυμωσετε
Μα πρέπει να σας πω
Πως τό ‘χω πάρει απόφαση
Να γίνω λιποτάκτης
Βλέπω στη δική μου ζωή
Πως πέθανε ο πατέρας μου
Πως φύγανε τα αδέλφια μου
Και τα παιδιά μου κλαίνε
Η μάνα μου απ’ τα βάσανα
Τώρα βαθιά στον τάφο
Γελάει με τους εξοπλισμούς
Περιγελάει τους τοίχους

Όταν με χώσαν φυλακή
Αρπάξαν τη γυναίκα μου
Αρπάξαν τη ψυχή μου
Το παρελθόν που αγάπησα
Αύριο ξημερώματα
Την πόρτα θα χτυπήσω
Στα μούτρα των νεκρών καιρών
Και θα χυθώ στους δρόμους
Θα ζητιανέψω τη ζωή μου
Γυρνώντας τη Γαλλία
Από Βρετάνη ως την Προβηγκία
Και σ’ όλους θα φωνάζω
Άρνηση στην υποταγή
Άρνηση στην κατάταξη
Μην πάει κανείς στον πόλεμο
Να φύγετε αρνηθείτε
Αν πρέπει αίμα να χυθεί
Να δώσετε το δικό σας
Αφού αυτό διδάσκετε
Σε όλους, κύριε πρόεδρε
Κι αν είναι να με πιάσετε
Πέστε στους χωροφύλακες
Ότι θα είμαι άοπλος
Και αν θέλουν, ας μου ρίξουν.

Ειρήνη Παραδεισανού, Άτιτλο ΙΙ

10868122_10203179199542495_6993083352192644979_n

Ποιήματα σκάρτα σαλεύαν στα μάτια μου
απλώναν κλαδιά και με πνίγαν
κι εγώ χωμάτινο σκαρί στα δόντια άπλωνα
κοίταζα με τα φίδια της όψης μου όλους τους γύρω

ελάτε κοντά μου ανθρωπάκια να φτύσετε
αγγίξτε με πάλι με την φτηνή ρητορική σας
ουρλιάξτε στ’ αφτιά μου το άγονο δάκρυ σας
σας έχω ένα νέο
κανείς δε νοιάζεται αν ζείτε αν πεθάνατε
μικρά μου αθώα πεινασμένα για χάδια ανθρωπάκια
απλώστε τις αθώες σας μουσουδίτσες να τις φιλήσω

αχχχχχχχχχ

μην γελάτε
και
προπάντων
μην κολακεύεστε

είμαι κι εγώ σαν όλους τους άλλους ψεύτες που σας πλησίασαν

μονάχα που μιλώ
σα λύκος
κι εσείς
δεν ξέρετε καθόλου από παραμύθια
ειδικά απ’ αυτά που ο λύκος γίνεται πρόβατο στο τέλος σαρκοφάγο.

Ή μήπως ξέρετε;

Συγχωρήστε μου την έπαρση.

Είμαι κι εγώ ένας από σας.
Κι αν σας μιλώ με παραμύθια πεθαμένα
είναι που

θα ‘θελα τόσο ν’ ανασταίνονταν τα κοιμισμένα δέντρα
να φύτευαν ξανά καρπούς στη γη μας
και τα νεκρά παιδιά
να μου άπλωναν το χέρι
να πέταγαν τα διαμάντια του γέλιου τους στα κουρασμένα αφτιά του Θεού
που αποκοιμήθηκε μακάριος
να ‘βλεπα τα γιγάντια χέρια του να σύναζαν τα σύννεφα πάνω από την όψη μου
και να ‘βρεχε ανήλεα στα θλιμμένα στάχυα των χεριών μου
να τ’ άπλωνα μετά για να στεγνώσουν στο χωράφι του ήλιου

ωωωωωωωω

πόσο καιρό μαστίγωνα τα λόγια αυτά να μη βγουν από το βλάσφημο στόμα μου

μα

τα μηλίγγια μου με εκδικούνται σήμερα
Και
εξαπέλυσαν ριπές
το φλύαρο στόμφο τους.


*Η Ειρήνη Παραδεισανού έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή “Ρητορική ένδεια”, εκδόσεις Vakxikon.gr 2013). Zει κι εργάζεται στο Ηράκλειο της Κρήτης. Διατηρεί το ιστολόγιο Παρείσακτη στο http://wwwpareisakth.blogspot.com
**Πρώτη δημοσίευση Βακχικόν http://www.facebook.com/l.php?u=http%3A%2F%2Fwww.vakxikon.gr%2Fcontent%2Fview%2F2157%2F11422%2F&h=JAQEcAeor

Να Επισκέπτεσθε Συχνά / Visit Regularly

10270761_1549498211955753_3241416595005063128_n

Αγγελική Φωτεινού
http://agelikifotinou.wordpress.com

Alejandra Pizarnik
http://pizarnikgr.blogspot.com

La Casta Diva
http://lacastadiva.wordpress.com

Χαντάκι
http://ekdoseisxadaki.wordpress.com

Σκοτάδι Και Φως
http://skotadikaifws.blogspot.gr

Το Καραντί
http://tokaranti.wordpress.com

Eeveblog
http://eeveblog12.wordpress.com

Zaz Zetoun Mind
http://zazzetounmind.blogspot.com

Cheap Acceptance
http://cheapacceptancezine.tumblr.com/

Προσποίηση
http://prospoihsh.blogspot.gr/

Wislawa Szymborska, Δυνατότητες

10489934_10205474507680636_1016483143847875965_n

Προτιμώ τον κινηματογράφο.

Προτιμώ τις γάτες.

Προτιμώ τις βελανιδιές κατά μήκος του ποταμού Warta.

Προτιμώ τον Ντίκενς απ’ τον Ντοστογιέφσκι.

Με προτιμώ να μου αρέσουν οι άνθρωποι

απ’ το ν’ αγαπάω την ανθρωπότητα.

Προτιμώ να έχω πρόχειρη βελόνα και κλωστή.

Προτιμώ το χρώμα πράσινο.

Προτιμώ να μην ισχυρίζομαι

ότι για όλα φταίει η λογική.

Προτιμώ τις εξαιρέσεις.

Προτιμώ να φεύγω νωρίς.

Προτιμώ να μιλώ στους γιατρούς για κάτι άλλο.

Προτιμώ τις παλιομοδίτικες εικονογραφήσεις.

Προτιμώ τον παραλογισμό του να γράφεις ποιήματα

από τον παραλογισμό του να μη γράφεις.

Προτιμώ, σε θέματα αγάπης, μη συγκεκριμένες επετείους

που μπορούν να εορτάζονται καθημερινά.

Προτιμώ τους ηθικολόγους

που δε μου υπόσχονται τίποτα.
Προτιμώ την κουτοπόνηρη καλοσύνη από τους ευκολόπιστους.

Προτιμώ τη γη με πολιτικά.

Προτιμώ τις κατακτημένες από τις κατακτήτριες χώρες.

Προτιμώ να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.

Προτιμώ την κόλαση του χάους από την κόλαση της τάξης.

Προτιμώ τα παραμύθια των αδελφών Grimm από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

Προτιμώ φύλλα δίχως άνθη από άνθη δίχως φύλλα.

Προτιμώ τους σκύλους με τις ουρές τους άκοπες.

Προτιμώ τα ανοιχτόχρωμα μάτια, μια που τα δικά μου είναι σκούρα.

Προτιμώ τα συρτάρια.

Προτιμώ πολλά που δεν έχω αναφέρει εδώ

από πολλά που επίσης δεν έχω αναφέρει εδώ.

Προτιμώ τ’ αδέσποτα μηδενικά

από ‘κείνα που παρατάσσονται πίσω από αριθμούς.

Προτιμώ τον χρόνο των εντόμων από τον χρόνο των άστρων.

Προτιμώ να χτυπάω ξύλο.

Προτιμώ να μη ρωτάω για πόσο ακόμα και πότε.

Προτιμώ να εξετάζω ακόμη και την πιθανότητα

η ύπαρξη να έχει τους δικούς της λόγους ύπαρξης.

(1986)

Στεφάν Μαλλαρμέ, Οπτασία

10928860_808647869171197_4067546374168280009_n

Θλιβόταν η σελήνη. Σεραφείμ με ολοφυρμούς

Κρατώντας τα δοξάρια μες σε βαρύθυμους ανθούς

Ονειρεύονταν, και από βιόλες πού’ σβηναν αντλούσαν

Λευκούς λυγμούς που πάνω στους γαλάζιους κάλυκες γλιστρούσαν.

-Ήταν η ευλογημένη μέρα του πρώτου σου φιλιού

Ο ρεμβασμός μου θέλοντας να με βασανίσει

Μεθούσε ήσυχα με το άρωμα της θλίψης

Που δίχως μετάνοια και δίχως πίκρα καμιά αποθέτει

Το δρέψιμο ενός Ονείρου στην καρδιά που το δρέπει

Περιπλανιόμουνα λοιπόν το βλέμμα προσηλώνοντας

Στο λιθόστρωτο το παλιό όταν με ήλιο στα μαλλιά

Μέσα στο βράδυ απ’ το δρόμο πρόβαλες εσύ γελώντας

Και πίστεψα πως έβλεπα με κάλυμμα φωτός την νεράιδα την παλιά

Που περνούσε από τα όμορφα όνειρά μου τα παιδικά

Κι άφηνε να πέφτουν σαν το χιόνι από τα χέρια τα μισοκλεισμένα

Χίλια μπουκέτα μυρωμένα αστέρια.

*
Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα ΙΧ

Nicholas Lyras, Leaving

Nicholas Lyras, Leaving

***

Της μοίρας χτύπος.
Κάνω πως δεν ακούω.
Σφίγγω τις γροθιές.

***

Δροσερή βροχή.
Μοσκοβολά το χώμα,
μα, να κι η θλίψη.

***

Δώρο αξίας,
που δεν ξεχνά η μνήμη:
Το πρώτο φιλί.

***

Δε θα γυρίσει.
Φυλακισμένη κρατούν
του τάφου δεσμά.

***

Ο χρόνος περνά,
μα τριγυρνούν άσκοπα,
χωρίς να ζούνε.

Nicholas Lyras, Leaving