Έρμα Βασιλείου, Στον κάμπο της θάλασσας

IMG_2315

έχουμε από καιρό στεριώσει
σε αγέλες, κοπάδια κύματα
νερό να δώσουμε να πιουν
από το στέρνο μας
σφίξαν μέχρι τον πάτο
την ελευθερία του πέλαγου
φύκια, ταινίες μαύρες
σ’ ένα θλιβερό στακάτο
αναγραμματισμένοι τίτλοι διαφημίσεων,
πλέουν στα κύματα
πράγματα και θάματα
που δεν προφταίνουμε
η σημασία υπάρχει μα κρύβεται
επειδή έτσι το θέλαμε
το κρυφτό παιχνίδι
των κωδίκων

*Από τη συλλογή “Κρυπτογραφίες”, από την ειδική σειρά βιβλίων “Άμισθα Χρόνια”.

Duncan Hose Reviews Best Australian Poems 2014

bap2014

Best Australian Poems 2014

Geoff Page, ed.
Black Inc, 2014

Being in and of one’s time (in favour of it, in fact) means producing work that is sensitive to the discursive furies of the day – the atmosphere of mutating code that the poet must stick to poems in new and strange forms. All else is nostalgia and denial. No-one knows what it means that Australia’s imperial republic, whose god has finally been revealed as cosmopolitan capitalism, is, in the history of colonies, still in its infancy yet so impressively seems to be approaching an end of days. If you’ve got burnt chaps and a warm six-shooter (cowgirl), these are exciting times.

Being a pundit of poetry in my locale I have read and heard many poems this year, both incendiary and flatulent; of all that I thought were great, few (fewer) have made it into this book. The Best Australian Poems is a curatorial exercise, and in this era of the professionalisation of poetry and the gorgeous megalomania which attends it, inclusion in this annual anthology has become for practicing poets a career necessity, and for the retiring a source of kicks from appearing in what is looking each year more and more like an annual Christmas newsletter of Australian poetry. This one reads like an Almanac of Australian Family Poetry Written This Year and Liked (and perhaps slightly corrected) by Geoff Page.
Continue reading

Elisabeth Hames-Brooks, Odysseus’s Wanderings

the_wandering_of_odysseus

voyage
of dangers
and hardship,
ten years of storm
and tempestuous sea
for Odysseus of Ithaca,
commander of the ship fleet
traveling homeward from Troy.
α ω drunkenness by the shore’s edge at Ciconian Ismarus in the flush of victory’s shout, scattered in surprise,
Libyan promontory’s ‘forgetfulness’ lotus fruit dashes the fresh water mission of patrol party of three,
barbarous giant shepherd of Cyclopes with eye in forehead devours the carcasses of six sailors raw
and Odysseus’s boast that it was he who blinded him led to god Poseidon’s vengeance pledge,
isle of Areolas gracious gift of bag of Winds prematurely opened and their goodwill spent,
in King Lamus’s cannibal land into the pot crews thrown, and the fleet one vessel left,
at Aeaea goddess Circe’s loveless enchantment of food drugged and mischief plots,
god Hermes’s gift moly, a white flower protection, and she bears him three sons,
survival journey to the ghosts of Hades for Teiresias’s prophesy of troubles,
forewarning of the Sirens’ enchantment songs, their bird feet and feathers
sitting in a meadow among the heaped bones of sailors drawn to death,
six sailors snatched to rock by dog-like six-headed Scylla’s whimper,
starving crew steal Sicilian cows and they roast beef for six days
and Zeus’s retribution thunderbolts in sudden westerly storm,
the only survivor of shipwreck, Odysseus drifts to Ogygia,
Calypso’s immortality and youth for five or seven year,
on Zeus’s orders a raft built supplied with victuals,
overboard, then lashed to floating mast and keel,
a disguised goddess seamew beak brings veil,
a protection from the fearsome huge wave,
at Drepane Phaeacian King’s hospitality
and his generosity provides fine ship
incurring Poseidon’s punishment,
arrival at home to discover one
hundred and twelve suitors
courting wife Penelope
thinking him sea lost,
sword battles won,
yet she had not
forgotten her
Odysseus.

LHB

*Homer’s epic poem Odyssey dealt with the story of Odysseus, king of Ithaca. His wife, Penelope, herself had survived the sea with the aid of a flock of purple-striped ducks who buoyed, fed and towed her to shore; impressed, her parents changed her name from Arnaea or Arnacia to Penelope meaning ‘duck’. When she was first asked to decide between her 112 suitors, she referred to a prophesy that Odysseus would return. Penelope outlived Odysseus and subsequently married Telegonus, Odysseus’s son by Circe, thus connecting the two branches of family.
(Information from Robert Graves The Greek Myths Book II The Folio Society 1996, first published 1955 by Penguin, reprinted with amendments 1957, London, pp.646-666).

Νίκος Α. Νομικός, Επί της ροής και της ανόδου

nomicospaint2

Είναι κάτι ώρες αλλόκοτες από τις άλλες
που σε προχωρούν στο εσωτερικό
ενός κόσμου ολόμακρου.
Είναι αυτές οι ώρες, που λιώνουν τα χιόνια
της μοναξιάς, κι απομακρύνονται οι σκληρές
αποστάσεις του χρόνου.
Είναι αυτές οι αμέτρητες ώρες που ψάχνεις
να βρεις, τα χρώματα του ηλιοτροπίου
για να δεις, σε ποιο απ’ αυτά συμπίπτουν
οι μελανιές στο αίμα σου.
Καλείς σε βοήθεια, και σου λέγει ο ιππότης
(de la vie spirituel) της πνευματικής ζωής
ευλογημένη φωταψία ν’ αγγαλιάζεις
που σβήνει αλλότρια τοπία σκοτεινά
κι ανάγλυφες εικόνες πατρικές, σου παρουσιάζει
στην οσία πέτρα του Ομήρου, της Χιώτισσάς μου
μάνας την αγάπη, στα μυρωμένα άνθια
της μαστίχας, με ανατολή στου ήλιου σου την πλώρη.

*Από τη συλλογή “Πορεία της βαθιάς πηγής”, 2010. Ο Νίκος Α. Νομικός είναι από τους πλέον εμβληματικούς ποιητές της ελληνικής παροικίας της Μελβούρνης. Όντας και ζωγράφος, το σχέδιο της ανάρτησης είναι σύνθεσή του.

Γιώργος Β. Μακρής, Εραστές

1555381_10203829234840310_9028751160595011602_n

Περάσανε οι ώρες τους γοργά
και φύγαν οι εραστές θλιμμένοι
με βήματα επίσημα κι αργά
και καμπαρτίνα κουμπωμένη.

Και λυπηθήκαμε τους εραστές
με το μικρό στον τόπο πήγαιν’ έλα τους
να νείρονται αγκαλιές ζεστές
σκαλίζοντας τη γη με την ομπρέλα τους.        

Φλεβάρης 1940

*Από το βιβλίο «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1986, σελ. 28.

Άμαρτζιτ Τσάνταν, Η σκόνη απ’ την κίνηση του δρόμου

Khoj GaRh, Qasoor 2007. Photo by Akram Varraich

Khoj GaRh, Qasoor 2007. Photo by Akram Varraich

Η σκόνη απ’ την κίνηση του δρόμου
σύντομα θα κατακαθίσει
πάνω σ’ αυτή την κρύα λευκή πέτρα
μετά ο άνεμος θα παρασύρει
τα ξερά και μαραμένα φύλλα.
Ίσως ένα φύλλο βραδυπορήσει
σ’ αυτή την κρύα λευκή πέτρα
και αρχίσει να χάνεται καθώς περιμένει ατέρμονα,
ξεθωριασμένο –
τι χρώμα έχει ο Θάνατος;

Οι πέτρες ζουν περισσότερο απ’ τα δέντρα.
Ο ευκάλυπτος στέκεται περήφανα κοιτάζοντας την πέτρα.
Τα παιδιά παίζουν στο γρασίδι.
Είναι ευτυχισμένα
όπως είναι και τα άνθη της ακακίας.
Τα παιδιά δεν ξέρουν τη γλώσσα των χρωμάτων.
Πώς θα μπορούσαν να ξέρουν
ο Θάνατος τι χρώμα έχει;

Στον ουρανό
δεν υπάρχουν σύννεφα, ούτε πουλιά.
Σύντομα ο χλομός ήλιος, όπως μια στρουθοκάμηλος που κρύβει το κεφάλι της
θα βυθιστεί κάτω απ’ τη γη
σκορπώντας μαύρο γύρω.
Αυτό το μαύρο βρίσκεται μέσα μου.
Τι χρώμα έχει ο Θάνατος;

*Από την ανθολογία ποιημάτων του Άμαρτζιτ Τσάνταν «Φόρεσέ με». Εισαγωγή: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Επιλογή-Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη και Ανδρέας Πιτσιλλίδης. Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014 (σελ. 41). Ο αγγλικός τίτλος του παρόντος ποιήματος είναι «The dust of the flowing road» και περιλαμβάνεται στη συλλογή «Being Here».

**Ο Άμαρτζιτ Τσάνταν (γεν.1946) κατάγεται από την Ινδία και ζει στο Λονδίνο από το 1980. ‘Εχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές και τρία βιβλία με δοκίμια στα παντζάμπι και δύο ποιητικές συλλογές στα αγγλικά. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και ανθολογίες σε Αγγλία, Τουρκία, Ελλάδα, Ρουμανία και Βραζιλία. Έχει λάβει αρκετές διακρίσεις.

Τάσος Πορφύρης, Χαμοκέρασα

32654841

Ορισμένοι άπό τούς θεατές ψάχνουν γιά άδειες θέσεις
Κι άλλοι ανέμελοι κατεβαίνουν ζευγάρια στό διάδρομο
Συζητώντας περί ανέμων καί ύδάτων σταματώντας
Γιά λίγο κοιτάζοντας ένα γύρω επιτέλους κυριαρχώντας
Στό χρόνο τους ή έναρξη προβολής θ’ αργήσει μόλις
Πού σκορπίστηκαν στήν αίθουσα οί μικροπωλητές
Μέ τίς σοκολάτες τούς ξηρούς καρπούς τά αναψυκτικά
Κι έκείνος μόλις μπαίνει ψάχνει έναγώνια γιά την
Έξοδο κινδύνου καί γιά μιά θέση κοντά της κάθεται
Τακτοποιώντας την καπαρντίνα στά γόνατά του ήσυχος
Γιατί άν συμβεΐ κάτι π.χ. άν πάρει φωτιά ή αίθουσα
“Η κάποιος αποφασίσει νά μαχαιρώσει κάποιον έτσι
“Οπως βρίσκεται κοντά της ή μάζα των θεατών θά τόν
Παρασύρει πρός την έξοδο γιατί αυτός είναι άνίκανος
Νά βρει τό δρόμο άπορροφημένος άπό την ύπόθεση
Του έργου καί τό τοπίο κυρίως αύτό όταν υπάρχουν
Ποτάμια μέ καθαρά νερά δάση άπό βελανιδιές
Μέ σκίουρους καί πουλιά κι ανάμεσα στίς φτέρες
’Αγριοφράουλες αύτές πού πιάναμε απαλά μέ τά δάχτυλα
Νά μην μας λιώσουν —θυμάσαι;— καί τίς λέγαμε
Χαμοκέρασα.

*Από τη συλλογή “Τα λαβωμένα”, Εκδόσεις Έρασμος, Απρίλιος 1996, σελ. 33.

Γιώργος Φιλιππίδης (1977-1997), Εγωτική προπαγάνδα

tobacco-smoke

V

Ακούστε καλά!
Κωδωνοκρούστης στην καμπανούλα,
σαρκοφάγο λουλούδι της ασκήμιας μου,
στο αχανές πεδίου της καμπούρας μου
όπου,
απαράλλαχτα έναστρος ουρανός, αιωρείται
η αστροσκόνη που είμαι.
Ακούστε καλά!
Κυνηγημένοι σαν Βιετναμέζοι
στη ζούγκλα των τοξικών αναθυμιάσεων
φεύγουμε
φεύγουμε
φεύγουμε μακριά.
Το σκηνικό·
μαύρο με φώτα αχνά
τα αστέρια και τους ετερόφωτους πλανήτες
και πλέουμε
όπως να’ ναι,
λαθραία,
ολοταχώς για ποιος ξέρει πού,
στους δαιδάλους του διαστήματος
«τεχνολογία», ψελλίζοντας,
«είσαι η αρχαιολογία του αύριο».

Βύρων Λεοντάρης, από το “Έως” των εκδόσεων Νεφέλη

10003527_1474777256077330_1128739290_n

Το «ως σεαυτόν» δεν ήτανε για μένα
Αγάπησα τους άλλους δίχως ν’ αγαπάω τον εαυτό μου
Χωρίς αγάπη του εαυτού μου δεν ήμουν ούτε εγώ ούτε
άλλος ανάμεσα στους άλλους
δεν ήμουν τίποτε μέσα στην τρικυμία της σάρκας μου
στα σαλεμένα λόγια μου και στ’ αναφιλητά του νού μου
μα έπασχα στα δράματα των άλλων
εγώ ο χαμένος πάντα στα αδιέξοδά τους
εγώ των αποχωρισμών τους ο εγκαταλειμένος
ο παραμιλητός του πυρετού τους
Κι όλα αυτά έτσι. Για ένα ήθος δηλαδή για μια ιδεολογία

Δεν ήταν ήθος ύβρις ήταν. Και δεν το ‘ βλεπες
αργεί αλλά σε βρίσκει το κακό
άξαφνα όλα γυρνούν τ’ απάνω κάτω
πατάς τους όρκους σου και πράττεις τ΄ αντίθετα απ’ την
πίστη σου και μένεις
στην ερημιά της πτώσης σου
να δέρνεσαι και να χαλιέσαι

Άν άντεξα τη ζωή μου ως εδώ δεν ήτανε για μένα
Και τώρα ποιος ο αμητός;
Ω βλέμματα, ω φωνές, ω αγγίγματα που με λιχνίσατε
στ΄ αλώνια της αλαζονείας και της ταπείνωσης
κρατήστε τον καρπό αλλά
δώστε μου πίσω το άγανο
το άγανο που τ’ αφήσατε του ανέμου
και χάθηκε χρυσίζοντας
προς τον βαθύψηλο ουρανό.

*Από τη Συλλογή “Έως”, εκδόσεις Νεφέλη.

Γιάννης Ζελιαναίος, Η πεταμένη Μαρία

Πεταλούδα+ART+Viktor

Έχω αυτή τη γυναίκα
που μου ζητάει ένα περίστροφο
πριν πιει τα χάπια της.
Βάφεται,
αγοράζει παπούτσια
και κομπινεζόν
που κοστίζουν όσο το νοίκι μου,
της πληρώνω τους καφέδες της
και ξεχνάει πως με λένε
όταν πάει να με συστήσει.
Παραπονιέται για την κοιλιά της
τις πιλάτες της
και τη σαλάτα με κοτόπουλο
που πρήζει το στομάχι της.
Στα μπαρ μιλάει με όλο τον κόσμο
για πράγματα
που δεν σου πάει το μυαλό
ότι συζητάνε οι άνθρωποι.
Γκρινιάζει για τη βροχή
και για τον καράφλα με παιδιά
που θέλει στο κρεβάτι της.
Ανεβάζει σαν μάγισσα
τα απαγορευτικά των μπάτσων
όταν η πόλη τρέμει μετανάστες
και λέει πως η μπεμβέ της
κοιμάται μόνο στα υπόστεγα.
Με μια διαολεμένη πειστική φωνή
μου κάνει νάζια όταν πίνω,
φοράω τα γυαλιά της το πρωί
κοιμάμαι στον καναπέ της το βράδυ
και μου πετάει ένα τυρί
για να χορτάσω σαν σκυλί
κάθε που ο ήλιος
μου δείχνει δυο σαγόνια.
Γυρνάμε σε μέρη που δεν θέλει,
σαν πεταμένος άγγελος
βάφει τα φτερά της
μου λέει για το όπλο
που θέλει το μυαλό της
για τα χάπια
που δεν χορταίνουν το κορμί της
για την σίγουρη αυτοκτονία της
με το αίμα να σκουπίζει
το κομπινεζόν της
και στο λαρύγγι απιθωμένη τη στρυχνίνη.
Δεν είναι ώρα για ποιήματα πια.
Ποτέ δεν ήταν.
Κάθε που γέρνω πίσω από το δέρμα
ξέρω πως αυτή η Μαρία
κάποτε
ίσως και να τινάξει τα μυαλά της
στο δωμάτιο με τα δυο σκυλιά της.

*Ο Γιάννης Ζελιαναίος έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές “Καλώς ήρθες χειμώνα, γραφιά της νιότης μας” (εκδόσεις Εριφύλη 2004), “Άννα” (εκδόσεις Εριφύλη 2005) και “Ο διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο” (εκδόσεις Ενδυμίων 2009). Zει κι εργάζεται στη Λευκωσία της Κύπρου.