Λεξοτανίλ
στις τσάντες και τις τσέπες
για ώρα ανάγκης
για κάθε μέρα
τα ροζ χαπάκια της ευτυχίας
μας συνοδεύουν
έγιναν απαραίτητοι σύντροφοι
στους περισσότερους
γιατί περίσσεψαν
τα προβλήματα
γιατί δεν μιλάμε
και τα καταπίνουμε όλα
γιατί δεν ακούμε
τους άλλους
μη στεναχωρηθούμε
έτσι απευθυνόμαστε
στους ειδικούς
αυτοί ακούν πρόθυμα
με το αζημίωτο
δίνουν και χρωματιστά χάπια
λοβοτομημένοι πια εμείς
ζούμε τη μαγκούφα τη ζωή μας.
Yearly Archives: 2015
Δημήτρης Τσαλουμάς, Vigil / Αγρυπνία
Been here ro some time now
though time’s irrelevant
sleep is full of cracks
of secret passages
gate to unwelcome intrusions
where night extends into day
light must lose credibility
this howl of whiteness
vast shroud of ancient grief
up to the four horizons
no message from the spirits
so far
Αγρυπνία
Βρίσκομαι εδώ από καιρό
αν και ο χρόνος είναι άσχετος
ο ύπνος μου γεμάτος ρωγμές
μυστικούς διαδρόμους
έμπα για παρουσίες
ανεπιθύμητες
εκεί που η νύχτα εισβάλλει
στης ημέρας τα σύνορα
το φως χάνει την πεισμονή του
ετούτη η ωρυγή του λευκού
απέραντο σάβανο πανάρχαιου πένθους
έως τους τέσσερις ορίζοντες
κανένα μήνυμα απ’ τα πνεύματα
ως τώρα
*Από τη δίγλωσση συλλογή A Winter Journey / Χειμερινό ταξίδι, Owl Publishing, Μελβούρνη 2014.
Μάριος Χάκκας: Γκορπισμός
Μάριος Χάκκας
Γκορπισμός
ΓΚΟΡΠΙΣΜΟΣ κι ἐλαφρὰ νευρασθένεια. Σκουντουφλῶ στὸ παρκόμετρο καὶ βρίζω τὸν ὅποιο διαβάτη, «βλακόμουτρο», αὐτὸν ποὺ γελάει, «βλακόμετρο», χαχανίζει ἀπὸ πάνω, «παρκόμουτρο», τάχα εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐλέγχει τὰ πάρκινγκ, μπά, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ δουλειά του, μᾶλλον εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ μπανίζει στὰ πάρκα, γι’ αὐτὸ καὶ γὼ τὸν φωνάζω παρκόμουτρο. Ἔ, κάπως βολεύτηκε τώρα, ἄλλα πέφτω πάνω σ’ ἄλλο παρκόμετρο, κάθε πέντε μέτρα κι ἀπὸ ἕνα, ἕνα πάρκο παρκόμουτρα κι ἄλλα τόσα βλακόμουτρα γύρω μου, ποὺ ἐλέγχουν τὴν κατάστασή μου, μοῦ μετρᾶνε τὴν πίεση, κατεβαίνει ἡ βελόνη, προχωρεῖ στὸ μηδὲν καὶ μοῦ ἔχουν ἀγκιστρωμένα τὰ χέρια καὶ δὲ μπορῶ νὰ ρίξω κέρμα παράτασης. Θέλω νὰ μείνω, νὰ μείνω, νὰ μείνω, ρίχνοντας ἀδιάκοπα κέρμα, ἔτσι ποὺ νὰ φτάσω στὸ τέρμα συμπληρώνοντας τὸ μέσο ποσοστὸ τῆς ζωῆς. «Ἕρμα», φωνάζω, σαβούρα, τὸ βάρος τῆς γῆς, καὶ σαβουρώνω ὅ,τι βρίσκω μπροστά μου, γεμίζω τὶς τσέπες μου μ’ ἄδειες μποτίλιες, μετὰ…
View original post 804 more words
Δημήτρης Τρωαδίτης, εδώ…
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα X
Petra White, What kind of reader are you?
The Prime Minister’s Literary Award winning poet Melinda Smith recently commented that 80 per cent of the audience for poetry in Australia is made up of the ‘specialist reader – a reader who not only loves books and loves words and reads a lot but has also got a degree in a postgraduate qualification in English and has read an awful lot of poetry and cultural theory’. Smith expresses a hope that poetry aimed at ‘the general reader’ can be acceptable in Australia. Smith’s award is proof that it can, but I can’t help wondering at her assumption that the majority of acceptable poetry in Australia is ‘inaccessible’ – and that the non-generalist, let’s say specialist reader makes up 80 per cent of the readership of poetry. This is not just a reader of poetry, but someone who reads mainly a certain type of poetry – ‘the richly layered and allusive works that are created by and for people with tertiary education in literature and cultural theory’ (Smith).
Continue reading
Βαγγέλης Γέττος, Μ’ ένα μικρό κι αθώο τέλος
Μ’ ένα μικρό κι αθώο τέλος
όλα θα σβήσουν κάποια στιγμή
Μέσα στη μεταξένια ουδετερότητα ενός ματιού
Διαφορά δεν θα υπάρχει,
όλα θα έχουν τελειώσει άλλωστε
πριν η πρώτη έκρηξη
ταράξει τα εντόσθια της γης
Κι ο άνδρας θα ξαναγίνει
Θα τρέξει να κρυφτεί,
όπως παλιά
όπως από πάντα.
Μικρός μέσα σε μεγάλα
άγνωστος μέσα σε γνωστές καταστροφές
Χαμένος στους μύθους των πολυκατοικιών
αιμόφυρτος σε λεωφόρο με ατέλειωτους κόμβους
Με δυο χαρούμενες φωνές μέσα στο σπίτι του
να του γονατίζουν την αχλή καρδιά
Το λουτρό σήμερα θα γίνει με χλωμή καθαριότητα
Ίσως τελικά να μην μπορεί να υπάρξει
τίποτ’ άλλο
παρά
ένα μικρό κι αθώο τέλος.
*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2013, σελ. 22.
Αλέξης Αντωνόπουλος, Το πρώτο ποίημα
Το πρώτο ποίημα στην ιστορία της ιστορίας
γράφτηκε από τον Εωσφόρο
την πρώτη του νύχτα στην Κόλαση.
Δεν είχε τη δύναμη να γράψει πολλές λέξεις.
Έπρεπε άλλωστε να ετοιμάσει τους πειρασμούς˙
τραγούδια θ’ αντηχούσαν μέσα από την έρημο
στον Μεσσία, και σε κάθε υιό και κόρη.
Κοίταξε τους σταλακτίτες της σπηλιάς.
Ίσως η απόφαση να είχε αλλάξει.
Ίσως ο νέος του ρόλος να μην ίσχυε.
Ίσως τελικά οι πειρασμοί, τα τραγούδια
να μην ανήκαν εδώ. Να μην ανήκαν ούτε εκεί.
Οι σταλακτίτες δεν απάντησαν.
Ο Εωσφόρος επέτρεψε στον εαυτό του
να κλάψει
μία τελευταία φορά.
Δεν είχε τη δύναμη να γράψει πολλές λέξεις.
Έπρεπε άλλωστε να βαπτιστεί.
Μα πριν το χρώμα τον λούσει
και πριν η λέξη “ποίημα” γεννηθεί
ο Εωσφόρος ήθελε να γράψει.
Ένα ποίημα. Οι σταλακτίτες ας περίμεναν.
Οι σταλακτίτες περίμεναν.
Μέχρι να γραφτεί το ποίημα.
Δεν είχε δύναμη. Δεν έγραψε πολλά.
Ίσως γι’ αυτό να είναι το πιο αληθινό
το πιο βλάσφημο
ποίημα που γράφτηκε ποτέ.
Και ο Εωσφόρος
εκείνη την πρώτη νύχτα
έγραψε μονάχα μία λέξη:
Μόνος.
*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο http://www.alexantonopoulos.com
Anne Elvey reviews Julie Maclean’s When I saw Jimi, Kiss of the Viking and Kristin Hannaford’s Curio
When I saw Jimi
by Julie Maclean
Indigo Dreams Publishing, 2013
Kiss of the Viking
by Julie Maclean
Poetry Salzburg, 2014
Curio
by Kristin Hannaford
Walleah Press, 2014
The identity of the Jimi of the title of Julie Maclean’s When I saw Jimi becomes evident early on:
When he dropped to his knees making
rough love to the white
Flying V with the psychedelic motif
I screamed
then swooned when he bent it
from behind
( ‘Losing it to Hendrix’, When I saw Jimi, 12)
Poems of England in the 1960s, youthful romanticism, experimentation and love are threaded with a wry understanding of gender relations and choices made, then move to more sober reflections. In ‘Brides that Never Became’, standing in an English church the speaker wonders about a relationship that might have been, had she not ‘looked over the lichened / fence, dry stone wall, / swollen ocean to another land’ (When I saw Jimi, 31). Outside by a river she finds a ‘flimsy tribute to a young Indian couple’ who have died there; their wedding also ‘never became’. The poem’s closes:
… a solitary swan tucks
herself up under the
weeping tree like a comma
(When I saw Jimi, 32)
That final ‘comma’ saves ‘the / weeping tree’ from cliché.
‘Bosnia boy sends postcard home’ is more biting. The boy in Australia is ‘gagged / by the desert grit that gets / shaved off the salt lake’ (When I saw Jimi, 41). He dreams of warriors and dragons, and his mother in Bosnia pregnant with him. The poem closes with the boy imagining himself cutting open his mother’s belly and escaping ‘into the / mountains, at home in the cold, / with tata and the warlords’ (When I saw Jimi, 41).
Continue reading
Miroslav Holub (1923-1998), Η Ψυχή
Στην οδό Queen
βράδυ Παρασκευής
– τα φώτα ανθοφορούν, αλλά
ήδη με μια βαριά μυρωδιά ροδιού
με Διασκέδαση Ενηλίκων –
ένα κίτρινο μπαλόνι
χοροπηδούσε γύρω
ανάμεσα σε αγέλες αυτοκινήτων,
κρατώντας μαζί την ηλιάτινη ψυχή,
δυο ζωές αφημένες
στη μουσική των τραγουδιστών τεθωρακισμένων,
χοροπηδώντας, γεμάτο με την κίτρινη
μπαλονένια τρομάρα του
μπροστά σε τροχούς
πίσω από τροχούς,
ανίκανο για σωτηρία
ανίκανο για καταστροφή,
μια ζωή αφημένη,
μισή ζωή αφημένη,
μ’ ένα μοριακό ίχνος ήλιου,
χρησιμοποιώντας την τελευταία του δύναμη
το κορδόνι του να ψάχνει
για κάποια παιδικά χέρια
το πρωί της Κυριακής.
*Από το Interferon, or On Theatre, trans. by Danan Habova and David Young. Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.










