House Of Bricks Spoken word returns in 2015!

10959523_867584416616819_20289729597978218_n

oh baby oh baby oh

HoB Spoken word returns in 2015!

Friday February 27. 7pm

At The Centre Of The Universe

(namely cnr Budd and Keele Sts Collingwood)

with star feature line up, including:

ΠΟ (Pi O)
Dimitris Troaditis
Michelle Leber
James WF Roberts

Plus lyceum-like open mic all held/glued/manacled together by the little round Italian ice-cream seller, PJ (Poetry Jockey) Santo.

———————————————————————-
Fiiiiirrrrrrrree!!
———————————————————————-

House Of Bricks 40 Budd st Collingwood, 3066

millshow@hotmail.com

Γεωργία Τρούλη, Σιελόρροια

700_6e1664acf159cb1b30b3dec0f6cf284c

Ποτέ το πρόσωπο του ρομαντικού δεν έχει τόση ενέργεια
Όση το σάλιο μας, είπα
Που είναι λίγο να την γεύεται μόνο
Η γλώσσα ο ουρανίσκος και τα αλατισμένα χείλη ενός ώμου
Κι έπειτα μια σφιχτή χειρονομία χεριών για να υπονοήσει πεδίο και νόηση
Σε λευκή παγωμένη κόλλα χαρτί που ονομάζεται
Χιονοστιβάδα-πολτοποίηση λέξεων
Ποτέ υπαινιγμός του ρομαντικού
Δεν προυποθέτει κυνισμό
Αλλά παράγει πάλι και πάλι
Μια ενέργεια- πτύελο φλεγματικό
Ορισμένως διάφανο
Πάνω σε μια μικρή διαδρομή παγωμένου νερού
Που κάποτε ίσως λεγόταν βροχή και την γευόσουν
Με γλώσσα
Μέχρι εκεί___
Μισή υπεκφυγή και διάτρητο νήμα εικόνων
Έχει το σάλιο μας ένα πυκνό δεδομένο

*Από την υπό έκδοση ποιητική ενότητα “Μέτρηση ποίησης σε ένα οβάλ περιβάλλον”, εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Άμαρτζιτ Τσάνταν, Δύο ποιήματα

10392302_10152684999538479_835388242617078221_n

ΜΕΣΑ ΣΟΥ

Μες στα μάτια ξαπλώνει θελκτική η νύχτα.
Το κεφάλι σου φοράει το μαντήλι της λιακάδας.
Ερωτικά βλέμματα φιλούν το καθετί τριγύρω.
Ευλογήθηκα με το δώρο σου σήμερα.
Γονιμοποιούμαι στο έδαφός σου με τη ζεστασιά
της νύχτας και της μέρας.
Ρέω στις φλέβες σου
και αναβλύζω μέσα από τα στήθη σου.

Ο βράχος του χρόνου στάζει και σχηματίζει αργά ένα ρυάκι
που γεννά τελικά το ποτάμι.

Κρυμμένος μέσα σου
Αποκαλύπτομαι μέσα από τα μάτια σου.

*Από την ανέκδοτη συλλογή “Suchness”.

***

ΑΤΙΤΛΟ

Το φως που κρέμεται
ρίχνει
τη σκιά
των βλεφαρίδων σου
στα μάγουλά σου

θωπεύεται όταν κουνιέται

ένα μικρό πουλί πεταρίζει τ’ αναλαφρα φτερά του
οι άκρες της σκιάς γίνονται πιο απαλές.

Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και
κλείνεις τα μάτια σου
πλάθοντας με τη φαντασία σου την πηγή των σκιών.

*Από τη συλλογή “Sonata for Four Hands”.

*Από την Ανθολογία ποιημάτων του Άμαρτζιτ Τσάνταν που κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τίτλο “Φόρεσέ με”, από τις εκδόσεις Μανδραγόρας (2014), σε εισαγωγή Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και επιλογή και μετάφραση Χριστίνας Λιναρδάκη και Ανδρέα Πιτσιλλίδη. Στην κάτω φωτογραφία ο Άμαρτζιτ Τσάνταν με τη Χριστίνα Λιναρδάκη, σε πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα όπου παρουσιάστηκε η Ανθολογία “Φόρεσέ με”.

10991067_395422473958703_2232378882001624632_n

Από την ‘τέχνη’ στην τέχνη και τη δημιουργία

10177262_10152113084926559_4807889398635290350_n

Στα πλαίσια του αστικού πολιτισμού, η τέχνη είναι μια κατακερματισμένη ανθρώπινη δραστηριότητα σε μια διαχωρισμένη κοινωνική σφαίρα. Αφορά ιδιαίτερους κώδικες, καλλιεργημένες ικανότητες, επαγγελματικό καθεστώς, επιτηδευμένα μαγαζιά, ψαγμένες προθήκες, μελέτη αγοράς και προώθησης των έργων-προϊόντων, ξεχωριστό υπουργείο ελέγχου και διαχείρισης. Η ‘τέχνη’ έτσι πλαισιώνει έννοιες, ρόλους και καταστάσεις που πραγματώνουν κι εξαντλούν την ουσία τους στα όρια που θέτουν θεσμισμένες πραγματικότητες, εξουσιαστικές αντιλήψεις και εμπορευματικές λογικές. Μέγαρα μουσικής και γκαλερί, μαικήνες και επαγγελματίες καλλιτέχνες, δημοπρασίες και πολυχώροι διασκέδασης, συνιστούν τον κόσμο της τέχνης και της διανόησης.

Με μία απελευθερωτική προσέγγιση, η τέχνη δεν μπορεί παρά να συνθέτει μία ακόμη έκφανση και δραστηριότητα της καθημερινής ζωής, με τα βιώματα και τις προσδοκίες που τη χαρακτηρίζουν, την πραγματικότητα και το φαντασιακό της περιεχόμενο. Η τέχνη αυτή διαχέεται σε κάθε στιγμή, ακολουθώντας, εκτονώνοντας και απελευθερώνοντας τη σχέση του ανθρώπου με όσα του συμβαίνουν και όσα προκαλεί. Προσπαθεί με τους τρόπους της να ελαχιστοποιήσει χρονικά την απόσταση του ονείρου από την πραγματικότητα στην καθημερινή πράξη. Κατεργαζόμαστε έτσι μια τέχνη στη βάση της ολότητας της καθημερινής ζωής και επομένως στην προοπτική της κατάργησης κάθε διαχωρισμού.

Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης, μαριονέτες

μαριονέτες
σε κάθισμα βαθύ
σε ανάκλιντρα σπασμένα

ζωγράφοι
γλύπτες
χαράκτες

εικαστικά του χάους

γυμνά
γυμνά
γυμνά χωρίς
έκσταση

κεφάλια διαβόλων
σπασμένα με πόρπες

ο ουρανός
ανεστραμμένος

μαβής
ερεβώδης
ερεβώδης
ερεβώδης

μαριονέτες
σε υποκλίσεις

Philip Levine, 1928–2015

philip-levine

Philip Levine was one of the leading poetic voices of his generation, “a large, ironic Whitman of the industrial heartland,” according to Edward Hirsch. The son of Russian-Jewish immigrants, Levine was born and raised in industrial Detroit, where he began working in the auto factories at the age of 14. As a young boy in the midst of the Great Depression of the 1930s, he was fascinated by the events of the Spanish Civil War. His heroes were not only those individuals who struggled against fascism but also ordinary folks who worked at hopeless jobs simply to stave off poverty. Noted for his interest in the grim reality of blue-collar work and workers, Levine resolved “to find a voice for the voiceless” while working in the auto plants of Detroit during the 1950s. “I saw that the people that I was working with … were voiceless in a way,” he explained in Detroit Magazine. “In terms of the literature of the United States they weren’t being heard. Nobody was speaking for them. And as young people will, you know, I took this foolish vow that I would speak for them and that’s what my life would be. And sure enough I’ve gone and done it. Or I’ve tried anyway.”

Levine earned his BA from Wayne State University in 1950 and began attending writing workshops at the University of Iowa, as an unregistered student, in 1953. He took classes with Robert Lowell and John Berryman, and would later pay tribute to Berryman’s teaching influence on his development as a poet. Levine officially earned an MFA from the University of Iowa in 1957, and later that year won a Jones Fellowship at Stanford University. Shortly thereafter, he began teaching at the University of California, Irvine, where he would remain until 1992. Levine also taught at Columbia, Princeton, NYU, Brown, the University of California at Berkeley, and Tufts.

Though Levine did not return to live in Detroit, its people and economy would remain central concerns of his poetry. Critic Herbert Leibowitz, commenting on Levine’s 1980 National Book award and National Books Critics Circle award-winning collection Ashes: Poems New and Old, wrote: “Levine has returned again and again in his poems to the lives of factory workers trapped by poverty and the drudgery of the assembly line, which breaks the body and scars the spirit.”
Continue reading

Ειρήνη Παραδεισανού, Άτιτλο Ι

DSCN0760

Ο άγνωστος φόβος
αυτό το φίδι που σέρνεται στην όψη σου
και τη σμιλεύει.

Οι ουρανοί ανοίξαν κείνο το απόγευμα. Έβρεξε για δέκα λεπτά με βία. Τρέχαν
ποτάμια οι δρόμοι. Τα μάτια του παιδιού είχαν ένα χρώμα ανεξιχνίαστο.
Στεκόταν στη βροχή πετρωμένο με τα χέρια κλαδάκια σπασμένα στα πλευρά του. Στα μαλλιά του αναδεύονταν τα πουλιά. Και κράταγε στα μάτια του σίδερο. Πνιγμένο κλάμα η φωνή του.

*Η Ειρήνη Παραδεισανού διαχειρίζεται το ιστολόγιό της παρείσακτη στη διεύθυνση http://wwwpareisakth.blogspot.com

Λουκάς Σ. Λιάκος, Οι απαρχές

426262_544324792250339_11175515_n
 
Οι λέξεις μετρούν τα βήματα μου στο σύμπαν
αθόρυβα γλιστρώ στην εσωτερική γκρίνια του απρόβλεπτου
εκεί, στο δάσος με τα αποκαΐδια
ζεύγη από αλάτι και παραισθήσεις οι κινήσεις των ματιών μου ναρκοθετούν το νέο αύριο
τραβώντας υποζύγια απέναντί μας κι απέναντι στις μοίρες που μας εξουσιάζουν
αλήτικα οι εντυπώσεις με συντροφεύουν κι έχω τη γεύση από καμένη σάρκα στα μάγουλα
εκκωφαντικά πλέον, τοποθετώ στο κατώφλι της αναβολής τις ανάσες μου
παρασύρομαι ξέφρενα στην εξατομίκευση του κάθε μας ονείρου
η ξαστεριά πια δε με αντέχει’ δεκαεννιά και δεκαεννιά έτη.

*Από το http://www.bibliotheque.gr/archives/28848 Artwork: Droga Życia

“Μισές αλήθειες” του Κυριάκου Συφιλτζόγλου

mises+aleth

Αν οι λέξεις είναι το όχημα της ποίησης και το όχημα δημιουργεί την πρώτη εικόνα, τι εντύπωση δίνει άραγε ένας ποιητής που μεταχειρίζεται λέξεις καθημερινές, απλές, άμεσες; Που τολμά να γράφει ποίηση χωρίς να χρησιμοποιεί βαρύγδουπα και πολυποίκιλτα επίθετα; Που αφήνει τον Χο Τσι Μινχ να ξεχορταριάσει τη λέξη «ακράδαντα»; Που με αυτόν τον τρόπο παράγει ειλικρίνεια και ταυτόχρονα ένα αποτέλεσμα αμιγώς ποιητικό; Προφανώς την καλύτερη. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο που, δύο χρόνια μετά την έκδοση της τελευταίας του συλλογής « Μισές αλήθειες», ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου εξακολουθεί να συζητείται και που οι πιο αξιόλογοι σύγχρονοι ποιητές ορκίζονται στο όνομά του.

Καθόλου άδικα, οφείλω να ομολογήσω. Δεν πάει πολύς καιρός που διάβασα τις «Μισές αλήθειες», αφού λίγες μέρες νωρίτερα είχα φάει κατσάδα, όταν σε σχετική ερώτηση παραδέχτηκα ότι δεν τον γνωρίζω. Και ορθώς με κατσάδιασαν, γιατί πράγματι ο Συφιλτζόγλου αξίζει και είναι άδικο να μην είναι περισσότερο γνωστός. Είναι σπάνιο να καταφέρνει ένας ποιητής με τα πρώτα κιόλας ποιήματα της συλλογής του, κάτι που για άλλους μένει όνειρο απατηλό ακόμη και μετά από τόνους μελάνι: να κερδίσει τον αναγνώστη. Τον κερδίζει, επειδή του δίνει τον τρόπο να καταλάβει την αλήθεια της εμπειρίας που διαβάζει και να την ενστερνιστεί. Κι ας είναι αυτή η αλήθεια μισή, όπως ευθαρσώς δηλώνει στον τίτλο.
Continue reading

Graeme Miles reviews Tim Wright and Rob Wilson

wright

The night’s live changes
by Tim Wright

Rabbit Poets, 2014

Free Will and the Clouds
by Rob Wilson

Grand Parade Poets, 2014

For all their contemporaneity, both of these books work with themes, or better, anxieties, that have always been at the heart of lyric poetry. In different ways, they are concerned with avoiding easy comfort in language and shying away from time and mortality.

Both books use the old trick (and a good one) of starting with a quietly atmospheric poem. Tim Wright’s The night’s live changes begins with: ‘sky currently gold’. Despite the suggestion of a romantic soft-focus in the title, the poem itself sparely and rapidly sketches the surroundings in which the rest of the book unfolds:
the room links into place
a light

where it wasn’t; tv
-buzz,
rooves, a shuttle of air
weighs
on a fringe
it’s
the usual –

walking
the long way around
dense
not porous blocks –
remember how

the sound of the band
would carry
in each time the door opened
to the beer garden

Continue reading