Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

10958312_10203388442934769_2041968619585602234_n

Η ΔΙΑΦΟΡΑ

Είπαμε:
άλλο Λέων
άλλο Χαμαιλέων.

***

ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΜΨΗΣ

Κομμάτια χρόνια
δαπανημένα
με τους σκυφτούς
τους σκυφτούληδες
να κάνουν παιχνίδι.

***

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Βραδυφλεγείς·
θα εκραγούμε κάποτε
στα σκοτεινά μυαλά σας.

Π. Ένιγουεϊ, Ανακουάτρος

Καμιά φορά ο Δημοσθένης αναπολούσε τα παιδικά χρόνια στο χωριό με τη μητέρα του και την αδερφή του. Πατέρα δεν γνώρισε. Είχε σκοτωθεί σε τροχαίο στις στροφές του Δομοκού δύο μήνες πριν έρθει στον κόσμο. Η μάνα του όλη μέρα στο καφενείο, μόνη, να τα φέρει βόλτα. Ήθελε να τον κάνει δικηγόρο ή γιατρό. Έγινε δημοσιογράφος. Τη θυμάται να γυρίζει αργά το βράδυ κουρασμένη, να τρώει μια σαλάτα και να κοιμάται.

Με την αδερφή του αταίριαστοι. Παιδικούς φίλους δεν είχε. Όλα τα παιδιά του χωριού τον περιέπαιζαν. Αυτός δεν τους έδινε σημασία. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ’ το χωριό. Και γι’ αυτό διάβαζε. Όχι για να σπουδάσει, «να μορφωθεί», όπως του έλεγε η μάνα του, αλλά για να φύγει και να μην τους ξαναδεί.

Και τα κατάφερε. Έφυγε. Πέρασε σε μια σχολή δημοσιογραφίας και έπιασε αμέσως δουλειά, αρχικά σε μια μικρή δημοτική εφημερίδα και έπειτα στο Βήμα. Όχι όμως σε κάποιο δυνατό πόστο, αλλά στο δικαστικό-εγκληματολογικό. Το είχε επιλέξει επειδή γενικά δεν είχε τρέξιμο. Μοναδική εξαίρεση, όλα αυτά τα χρόνια, η υπόθεση Κοσκωτά.

Το χωριό σπάνια το επισκεπτόταν ως φοιτητής. Χριστούγεννα και Πάσχα. Και αυτό για χάρη της μάνας του. Μέχρι που η κακομοίρα πέθανε. Μετά δεν ξαναπήγε. Δεν τον ξανάδαν. Ούτε και ο ξάδερφός του, ο Κώστας, που τα λέγανε καμιά φορά στα πεταχτά στο Φλοράλ, στην πλατεία Εξαρχείων. Εξαφανίστηκε από προσώπου γης.

Με τους συναδέλφους στην εφημερίδα το να πεις ότι είχε τυπικές σχέσεις ακούγεται, και ήταν όντως, υπερβολικό. Για την ακρίβεια ήταν κάτι μεταξύ ψυχρότητας και τυπικότητας.

Με το γυναικείο φύλο δεν είχε καμιά επαφή. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μια φορά που προσπάθησε να τον προσεγγίσει μια συνάδελφος, πιο πολύ από περιέργεια παρά από ενδιαφέρον, και τον ρώτησε αν ήθελε να πάνε σε δούνε ταινία σε κάνα θερινό, αυτός απάντησε μονολεκτικά και αποστομωτικά: «Όχι». Δεν γελούσε ποτέ. Κανείς ποτέ δεν τον είδε έστω να χαμογελά. Ούτε καν με τα ανέκδοτα και τα αστεία που ακούγονταν κατά καιρούς σε στιγμές χαλάρωσης στην εφημερίδα.
Continue reading

Κατερίνα Καρπούζη, Λένε πως όλα πρέπει να αρχίζουν

1743581_10203505519140281_949034337665642021_n

Τι σε μέλλει
φέτος πάλι θα κλάψεις
πάλι θα γελάσεις
Θα εύχεσαι να μη κλαις όσο γελάς
και πότε πότε να γελάς όσο έκλαψες.
Πάλι και φέτος-αλήθεια ειναι- θα πληγωθείς
πάλι ίσως να πληγώσεις
και θα εύχεσαι να μην πληγώνεις
όσο πληγώνεσαι
και κάπου κάπου να μην κάνεις και τίποτα.
Πάλι θα νευριάσεις με τους άλλους
επειδή δεν κάνουν κάτι όπως εσύ
ή επειδή δεν είναι εσύ.
ίσως νευριάσεις και με σένα περισσότερο.
Πάλι θα νιώσεις ανόητος
και δε θα αναγνωρίσεις την εξυπνάδα του να δεχτείς την ηλιθιότητα σου
τι σε μέλλει
κοιμήσου τώρα να ξαλαφρώσεις
αύριο πάλι βαρύς θα σηκωθείς.
Ίσως και όχι.
Να κοιμηθείς μόνο.

Για τον ”δικό μου” Χρήστο Γκέζο

thumbnail

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

Τον Γκέζο τον αγαπώ από τη πρώτη στιγμή που είδα γραπτό του, τυχαία. Με άγγιξε, είδα τη δύναμη να σταθεί και να ξύσει μπογιές και πληγές, είδα μια δική του ”προφορική” γραφή που φτάνει με θάρρος και καταχτημένη τεχνική, στα άκρα. Είμαι ευτυχής που τον ξέρω λίγο, είμαι πολύ ευτυχής που παρουσίασε το ασήμαντο βιβλιαράκι μου, είμαι ευτυχής κυρίως σαν τον διαβάζω, κάθε φορά.

Χαίρομαι για την πλατιά αποδοχή του, ”κρατική” ή μη, ακόμη και για την είσοδό του στον μικρό εκείνο κύκλο της επίσημης προβολής, όπως τον καθορίζουν συγκροτήματα σαν τον ΔΟΛ. Γιατί αξίζει τον κόπο να διαβαστεί έστω κι έτσι ο Γκέζος, πλάι στους… Χωμενίδηδες και τις Τριανταφύλλου, που επί χρόνια οι ίδιοι, προβάλλουν πιεστικά. Κριτική, προβολή, κάποιος συνδυασμός τους, είναι υποκειμενικά και ποτέ ”αθώα ουδέτερα” ασφαλώς. Ο καθένας κρατάει-γεννάει με αφετηρία μια δημιουργία, το ”δικό του παιδί”.

Το παιδί του ΔΟΛ, Σάββατο και ιδίως Κυριακή 14-15 Φεβρουαρίου 2015, με αφορμή το έξοχο πεζό του (μυθιστόρημα στη φόρμα, πεζοποίημα για μένα) ”η Λάσπη”, είναι σαφές: Ο δημιουργός τάχα ”λέει”, πως όλα είναι εσωτερικά, ψυχαναλυτικής αφετηρίας οικογενειακών πραγμάτων & τραυμάτων, το κοινωνικό ”είναι” είναι απλά ένα ντεκόρ, περίπου…(από -έναν εμφατικά επαναλαμβανόμενo- ”μετανάστη” από την Βόρειο ‘Ηπειρο, την περίοδο της κρίσης). Να σημειώσω πως δεν αναφέρω τις εύκολο ν’ αναζητηθούν, υπογραφές κριτικών-παρουσιαστών, μιας και αφ ενός δεν τους γνωρίζω, αφ ετέρου δεν με αφορά η ταυτότητα αλλά οι θέσεις.

Και ακόμη να τονίσω πως ο ίδιος ο Χρήστος στην παρουσίαση του βιβλίου του 3/12, είχε πει -κάνοντάς με να χαμογελάσω με μια ”φιλική διαφωνία”- πως το έργο αυτό, ”δεν είναι κυρίως πολιτικό, αλλά υπαρξιακό”. Όμως το δικό τους παιδί, αυτό που φοβάμαι πως προβάλλουν αντί για την ίδια τη ”Λάσπη”, πάει χιλιόμετρα μακριά…

Φοβούμαι πως προβάλλεται ένα πακέτο ”Βορείου Ηπείρου” και όσων θα παρατεθούν αυτούσια παρακάτω, ενώ ασκείται μια ήπια αρνητική κριτική, στο νευρικό σύστημα των γραπτών του Χρήστου, τον ”παραληρηματικό του λόγο”.

Παραθέτω λοιπόν…”.Παρεμπίτουσα,ωστόσο, παράμετρος στο μυθιστόρημα του Γκέζου δεν είναι μόνο η κρίση, αλλά και το ίδιο το κοινωνικό και οικονομικό status του μετνάστη. Η κακοδαιμονία του ήρωα, η συνεχής ροπή του προς την καταστροφή και την αυτοκαταστροφή, η πλήρης αδυναμία του να ισορροπήσει δεν είναι αποτέλεσμα του αποκλεισμού του από την κοινωνία. αλλά προιόν ενός παραλυτικού εγκλωβισμού στην κόλαση του εαυτού του. Το οικογενειακό παρελθόν θα πάρει εδώ το πάνω χέρι αποκομμένο σε μεγάλο βαθμό από το εξωτερικό πρόβλημα του αγώνα για επιβίωση είτε στον γενέθλιο τόπο είτε στην Ελλάδα…” και εντελώς όμοια κι αυξανόμενη, ιδεολογικά συνέχεια…

Απόψεις- το είπαμε, προβολή αυτών που θέλουμε, εδώ επί χρόνια προβάλλεται ένας ανύπαρκτα ”φιλο-θάνατος” Καρυωτάκης. Αυτό κάνει ανεξάρτητα των όσων εγώ πιστεύω και δεν παραθέτω ως αδιάφορα και φανερή την ποιότητα του Γκέζου και το ενδιαφέρον για κάθε δημιουργία του…αξίζει πάντα ο κόπος να διαβάζεται πλατιά.

Υ.Γ.:
– Για να μην παρεξηγηθώ, δυο διευκρινήσεις: -Όποιος δημιουργός, έχει απέναντί του, με όποια πρόθεση κι αν προβάλλεται,μια κριτική έργου του, απαντά μόνον με το ίδιο το έργο του (…μόνον εάν είναι ”επαγγελματίας καυγατζής”, σαν τον γράφοντα, τα βάζει με τον θετικά διακείμενο κριτικό του- βλέπε περίπτωση ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΙΟΥ το 2013)

– Η Βόρειος Ήπειρος, εθιμικά κρατώντας το όνομα που είναι εθνικιστικό όσο το ”δυτική τούρκικη Θράκη”, ή ”η τσάμικη νότια Ήπειρος”, κατοικείται από ΄Ελληνες. Όπως και στη Θράκη υπάρχουν Τούρκοι και κάπου-κάπου στη Μακεδονία ελάχιστοι πια Σλαβομακεδόνες… όπως επίσης και ο τσάμικος ”εθνικός μας” χορός με τον καλαματιανό, δεν είναι απλή συνωνυμία με το …Τσάμηδες, παρά όσο η καταγωγή του Ανδρούτσου που δεν μιλούσε-δεν ήξερε ελληνικά ,για παράδειγμα (…αυτά)

*Από το http://www.biblionet.gr/author/105010/%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%91%CF%81%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%93%CE%BA%CE%AD%CE%B6%CE%BF%CF%82

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ανδρέας Κολλιαράκης, Καθαρά σεντόνια

unnamed

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα από τα τελευταία βιβλία, που εκδόθηκαν το 2014 είναι και η ποιητική συλλογή του Ανδρέα Κολλιαράκη: «Καθαρά Σεντόνια», που κυκλοφορεί σε αυτοέκδοση.

Αν και τα ποιήματα της συλλογής είναι μόλις δεκαπέντε, τα θεωρούμε αρκετά και είναι προτιμότερο να εκδίδονται μικρές ποιητικές συλλογές σε σχέση με κάποιες αρκετά μεγαλύτερες, όπου πολλές φορές συναντάμε μερικά καλά ποιήματα και μερικά άτεχνα, που στριμώχτηκαν μαζί για να φαντάζει πιο μεγάλο το βιβλίο.

Η ποίηση του Ανδρέα Κολλιαράκη είναι κυρίως υπαρξιακή με κοινωνικές πινελιές. Μια ελαφριά ειρωνεία διαπερνά τους στίχους και πολλές φορές τους τίτλους των ποιημάτων του, ενώ ο έρωτας χάνεται μέσα στα κοινωνικά αδιέξοδα για να βρεθεί σε ένα εφηβικό χαμόγελο. «Οι καλημέρες που δε σου χάρισα ποτέ, / τσαλακωμένες στην τσέπη του παντελονιού μου», γράφει ο Ανδρέας Κολλιαράκης και αλλού: «Κι εμείς, οι εραστές της νύχτας, αποτυχημένοι και ποιητές, / με ξενυχτισμένα βλέμματα και αισθήσεις, / θα κουρνιάζουμε μέσα στο μεγάλο εφηβικό σου χαμόγελο».

Η υπαρξιακή αγωνία του ποιητή τον κάνει να νιώθει μοναξιά και να δηλώνει μετανάστης. Ένας μετανάστης, που δεν εξαναγκάζεται να πάει σε άλλη χώρα διωγμένος από πολέμους και καταδιώξεις, αλλά αναγκάζεται να φεύγει διαρκώς διωγμένος από τον ίδιο του τον εαυτό: «Μετανάστης στη μέσα μου γη».

Όμως, ένας ποιητής, όσο απογοητευμένος και αν είναι, όσο και αν νιώθει ότι η φωνή του είναι φωνή βοώντος εν τη ερήμω, δεν παύει να ονειρεύεται μια άλλη κοινωνία, που την εκφράζει με νότες και ποιήματα: «Με ρωτάς το όνομά μου. / Όχι το βαφτιστικό, αυτό που φέρω στα όνειρα».

Το βιβλίο τελειώνει με ένα λιτό και χιουμοριστικό βιογραφικό σημείωμα, που λέει πολύ περισσότερα από ορισμένους συγγραφείς, που φέρουν βαρύγδουπα βιογραφικά μόνο και μόνο για επίδειξη.

Κλείνοντας θα θέλαμε να συγχαρούμε τον Ανδρέα Κολλιαράκη για την ποιητική του συλλογή «Καθαρά Σεντόνια», περιμένοντας τις νέες πνευματικές του δημιουργίες.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Δύο ποιήματα

10940442_10203345726986897_1999389809338223833_n


Οι Λέξεις Μου

ξεπήδησαν από τη μοναξιά κάθε γραμμής
και στάθηκαν απέναντι από το κάτοπτρο.

κοιτούσα επίμονα την πλούσια κόμη των.

περίμενα.

(ορατό το κενό)

απαρνήθηκαν την αγκαλιά μου.

Τις ακολούθησα στη λίμνη ώσπου γέννησα ξανά.

***

Ετεροτοπία

ένα χρυσό κλειδί
μια φθαρμένη πόρτα
πίσω η σκάλα

στις υπόλοιπες διαστάσεις ∙ το τσίρκο της Μέγα αναλγησίας
μια μπαλωμένης Τσιμεντούπολης

Yvan Goll, Από τα ”Μαλαισιακά τραγούδια”

984286_910036039018794_1829480278279612924_n

Από τότε που γεννήθηκα

είμαι στολισμένη για τον ερχομό σου.
Δέκα χιλιάδες μέρες πέρασαν 

κι όλο πηγαίνω να σε συναντήσω.
Οι χώρες στένεψαν 

τα βουνά χαμηλώνουν

τα ποτάμια λίγνεψαν.
Το κορμί μου μεγάλωσε με ξεπέρασε 

απλώνεται απ’την αυγή ως το λυκόφως 

σκεπάζει όλη τη γη.

Όποιο δρόμο κι αν πάρεις 

θα περπατήσεις επάνω μου.

*Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς.

Φερνάντο Πεσσόα, Πόσες μάσκες και πόσες άλλες

1483217_946966245335684_2694474848379883669_n

Πόσες μάσκες και πόσες άλλες

Πάνω στο πρόσωπο της ψυχής μας φοράμε;

Άραγε, όταν γι’ αστείο η ψυχή τη μάσκα θελήσει να βγάλει;

Ξέρει πως έτσι αφήνει το πρόσωπο γυμνό να φανεί;

Η μάσκα η πραγματική, δεν νιώθει τίποτα κάτω απ’ τη μάσκα

Αλλά κοιτάζει μέσ’ απ’ αυτή με μάτια κρυμμένα.

Γιώργος Γέργος, Δύο ποιήματα

1454690_1027447277272182_7775843739553204195_n

.τα αίτια της τραγωδίας

επειδή με κύκλωσαν οι άνθρωποι με περικύκλωσαν
με αγαπημένους φόνους και λεπιδότροφες λέξεις
χνούδι φτερών μετανιωμένων έμαθα
να ισορροπώ στο στήθος μου.

έκτοτε,
λάμα μου διάλεξα τη γλώσσα
κι απ’ το Μηδέν
ξεγλιστρώντας ολόγυμνη
μία γυναίκα μου υποσχέθηκε την Ποίηση.

***

.ποιος είναι

ολόκληρο το αίμα μου οφείλεται
ολόκληρη η σάρκα μου ντυμένη οφείλεται
με τεράστιο κόπο χρησιμεύω/ με τέρατα στο μέτωπο

ο ύπνος μου ανήκει
σα το χορτάρι που πατούν οι ερωτευμένοι
μέσα απ’ τα ρούχα μου ανοιχτές
κατάπληκτες γυναίκες και οι σημασίες τους

παιδιά με διασχίζουν
γυαλίζουν
και φεύγουν

*Από τη συλλογή “Ο εαυτός ήχος”, εκδόσεις Εξάρχεια, 2013.

Angela Costi, Lost in Mid-Verse, Owl Publishing 2014

dtbook210215


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Όπως υποσχέθηκα το προηγούμενο Σάββατο, παρουσιάζω εδώ εν συντομία τη νέα ποιητική συλλογή της Angela Costi (Αγγελική Κωστή) “Lost in Mid-Verse”, που παρουσιάστηκε τον τελευταίο Νοέμβρη μαζί με το “Winter Journey” του Δημήτρη Τσαλουμά. Η ίδια η ποιήτρια, μάλιστα, παραβρέθηκε σ’ αυτή την εκδήλωση και διάβασε κάποια ποιήματα από τη συλλογή αυτή.

Η Angela Costi, η οποία γεννήθηκε στο Σίδνεϊ από Ελληνοκύπριους γονείς μετανάστες, αλλά μεγάλωσε και διαμένει με την οικογένειά της και εργάζεται στη Μελβούρνη, είναι μία από τις πλέον κατασταλαγμένες και ελπιδοφόρες ποιήτριες της πόλης μας, η οποία, βέβαια, εκφράζεται στην αγγλική γλώσσα. Ίσως να μην είναι τόσο γνωστή στην ευρύτερη ελληνική παροικία, είναι, όμως, αρκετά γνωστή στους γενικότερους αυστραλιανούς ποιητικούς και, γενικά, λογοτεχνικούς κύκλους της Αυστραλίας, έχοντας ήδη δώσει σημαντικά δείγματα της εμβληματικής ποιητικής –και όχι μόνο– δουλειάς της, αλλά και έχοντας στο ενεργητικό της την παραγωγή, οργάνωση και παρουσίαση ανάλογων εκδηλώσεων και γεγονότων όλα αυτά τα χρόνια.

Η εν λόγω συλλογή περιλαμβάνει επτά νέα ποιήματα της Costi, τα οποία δεν έχουν περιληφθεί σε προηγούμενη δουλειά της. Όπως γράφει ο Peter Lyssiotis στην εισαγωγή του –και τείνω να συμφωνήσω μαζί του–, τα ποιήματα αυτά σηματοδοτούν ένα είδος μιας κάποιας “στροφής” ή επανεκκίνησης της ποιητικής τέχνης της Costi υπό την έννοια ότι επιχειρείται ένα πέρασμα, μια μετάβαση από την ποίηση που είναι για ζωντανή παρουσίαση μπροστά σε ένα κοινό (perfomance poetry) στην ποίηση που τείνει να στοχεύσει στην ανάγνωσή της ως στοχασμού, ως ιστορικού γεγονότος και –γιατί όχι;– ως φιλοσοφικής στάσης απέναντι σε ζητήματα στα οποία φαίνεται ότι πατά γερά η ποιήτρια, αντλώντας από αυτά, όπως η μετανάστευση, η σχέση μεταξύ δύο πατρίδων, το χάσμα και ίσως η γεφύρωσή του τώρα ή στο μέλλον.
Η Angela Costi σέρνει πίσω της την κάθε μορφής μετανάστευση και τα όποια παρεπόμενά της, που είναι κεντρικό, κομβικό σημείο σε όλη της την έως τώρα ποιητική δουλειά. Επίσης, η ίδια είναι μία από τις πιο “πεπειραμένες” performance poetesses στην πόλη μας, γνωρίζοντας πολύ καλά πώς να “δώσει” ένα ποίημα και γιατί.

Από το 1994, η Angela Costi δημοσιεύει και παρυσιάζει την ποίησή της στην Αυστραλία και το εξωτερικό. Το 1995 ταξίδεψε στην Ελλάδα για να διδαχθεί αρχαία ελληνικά και να παίξει σε αμφιθέατρα ως μέρος του Australian National Languages and Literacy Board. Η ποίηση, τα πεζά και τα κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε μια σειρά έντυπων και ηλεκτρονικών περιοδικών και επιθεωρήσεων, όπως τα Southerly, Meanjin, Cordite και άλλα. Έως τώρα έχει παρουσιάσει τρεις ποιητικές συλλογές, τις Dinted Halos (Hit&Miss Publications, 2003), “Prayers for the Wicked” (Floodtide Audio, 2005, που είναι cd) και “Honey and Salt” (Five Islands Press, 2007). Η συλλογή “Honey and Salt” προτάθηκε για βράβευση στον έγκριτο Ποιητικό Διαγωνισμό Mary Gilmore Poetry Prize 2008. Έχει επίσης γράψει οκτώ θεατρικά έργα. Σπούδασε Νομικά και τώρα εργάζεται στο Victoria Legal Aid, όπου ειδικεύεται στη νομική εκπαίδευση νεοφερμένων κοινοτήτων στην Αυστραλία.

Η συλλογή αυτή είναι μια ακόμα έκδοση των Owl Publishing και για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε την ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.owlpublishing.com.au

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ομογενειακή εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, Σάββατο, 21 Φλεβάρη 2015.