Ένας αλλοπαρμένος
Αιώνια ετοιμόγεννος κόσμος
Με γυροφέρνει και τον γυροφέρνω
Όσο κι αν προσπαθώ
Με γυμνές φλόγες να τον κάψω
Με μαρμαρώνει ανικανοποίητο
Στις πηγές του να πίνω και να μην ξεδιψώ
Να συνεχίζω περίτρανα
να τον πολεμώ
Και να μετατρέπομαι σε φύλακα δικό του
Ένας αλλοπαρμένος
Αιώνια ετοιμόγεννος κόσμος
Με γυροφέρνει και τον γυροφέρνω
Έχω μάθει από παιδί να τον αναγνωρίζω
Με το σώμα μου που ερημώνει
Μέσα στις φιλοτεχνημένες οάσεις του
Στα ηδονισμένα πρόσωπα που ξεφτίζουν
Μόλις πας τρεκλίζοντας να τ’ ακουμπήσεις
Ένας αλλοπαρμένος
Αιώνια ετοιμόγεννος κόσμος
Με γυροφέρνει και τον γυροφέρνω
Θα με αναγνωρίσετε φίλοι μου και οχτροί μου;
Φωτογραφίζουμε μαγεμένοι τα ηλιοβασιλέματα στη μαύρη αγκαλιά του
Φτιάχνουμε με προσοχή υπέροχα ψηφιδωτά
στη δικιά του κινούμενη άμμο
Φιλιόμαστε παθιασμένα στα χρυσαφένια δειλινά που σκεπάζουν
Τις επιθανάτιες κραυγές και τους κουφούς πόνους
Και γινόμαστε εδώ και τώρα
Τα δικά του σκόρπια αγάλματα που απ’ το ξημέρωμα ψάχνουν και ψάχνουν
Με λαξευμένη τη θλίψη και το χαμόγελό τους
Χώρο και χρόνο για να στοιβάζονται τα σμπαράλια τους
Για να ανατέλλει και να γεννάται αιώνια
Ο αλλοπαρμένος μας κόσμος
